Ειδησεογραφικό site

Του Γρηγόρη Τζιοβάρα: Μνημόσυνα με ξένα κόλλυβα και άλλα προεκλογικά «φούμαρα»

2.960

Μόνο σε μια χώρα, η οποία έχει λύσει όλα τα προβλήματά της ή απλώς κυβερνάται από αργόσχολους, θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν τελετές και παράτες που στήνονται άνευ λόγου και αιτίας, όπως αυτές που παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες με τον περιβόητο «Φάκελο της Κύπρου» και αφήνουν έκθαμβους όσους, τουλάχιστον, εξ ημών έχουμε μια σχετική (επί)γνωση των πραγμάτων.

Μέχρι φωτογραφίες –με δικά μας προφανώς έξοδα- μοίρασε το Μέγαρο Μαξίμου για να εορταστεί το… κοσμοϊστορικό γεγονός που δεν ήταν άλλο «από τη συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο της Βουλής για την παράδοση των εκδόσεων Φάκελος Κύπρου», όπως μας πληροφορεί η ανακοίνωση που συνοδεύει τα ενσταντανέ με τους τέσσερις τόμους που είναι απλωμένοι πάνω στο τραπέζι του πρωθυπουργικού γραφείου και δείχνουν τον Αλέξη Τσίπρα να παρακολουθεί βλοσυρά τον Νίκο Βούτση.

Προσωπικά δεν μπορώ να κρύψω την πολύ μεγάλη περιέργεια που με διακατέχει για να μάθω τι ακριβώς έλεγαν οι δυο τους. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά για να πληροφορηθώ αν ήταν επίσημη «γραμμή» ή προϊόν απλής αδαοσύνης τα όσα διέδιδαν εκ των προτέρων κάποια αμειβόμενα από το κυβερνητικό «Πρυτανείο» τρολ του διαδικτύου.

«Ακόμα και τον Φάκελο της Κύπρου, αυτή η κυβέρνηση τον φέρνει στο φως… Αύριο το μεσημέρι, μετά από δεκαετίες σιωπής, ο Πρόεδρος της Βουλής θα παραδώσει στον Πρωθυπουργό τους πρώτους τέσσερις τόμους από 600 σελίδες, του Φακέλου της Κύπρου», έγραψε αυτολεξεί εις εξ αυτών στην πανηγυρική ανάρτησή του, η οποία συνέχιζε ως εξής: «Μετά την παράδοση στον ΠτΔ, στον ΠΘ, τους πολιτικούς αρχηγούς κ.ά., θα αναρτηθούν σε κοινή θέα. Συνολικά θα είναι 30 τόμοι και δεν θα λείπει ούτε μια λέξη από όλο το υλικό που είχε μαζευτεί από το 1986, από την εξεταστική επιτροπή, πλην όμως δεν υπήρξε ποτέ πόρισμα της Βουλής…».

Η αλήθεια, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Τόσο διαφορετική που δεν δικαιολογεί κανέναν πανηγυρισμό. Διότι, όποιος προστρέξει στην ιστοσελίδα της Βουλής, όπου ξεκίνησαν οι αναρτήσεις, θα αντιληφθεί ότι όλα αυτά δεν είναι παρά fake news. Ή, αλλιώς, ένα προπέτασμα καπνού με το οποίο επιχειρείται να μυθοποιηθεί έτι περαιτέρω μια πολύ απλή υπόθεση όπως είναι το –κατά τα άλλα σοβαρό- έργο της προ τριακονταετίας διερεύνησης των τραγικών γεγονότων της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Στον πρώτο κιόλας τόμο, άλλωστε, βρίσκει κανείς τα –κατά τους προπαγανδιστές ανύπαρκτα- πορίσματα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων και της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κύπρου, τα οποία ήταν από την πρώτη στιγμή δημοσιευμένα και προσβάσιμα στους πάντες.

Αυτό που στην πραγματικότητα θα γίνει τώρα δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη δημοσιοποίηση ολόκληρων των καταθέσεων που έδωσαν οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές της τραγωδίας οι οποίοι παρέλασαν από την Εξεταστική Επιτροπή που άρχισε να λειτουργεί το καλοκαίρι του 1986 και ολοκλήρωσε τις εργασίες της σχεδόν τρία χρόνια αργότερα με ένα πόρισμα στο οποίο κάθε κόμμα είχε καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα.
Είχα, ας μου επιτραπεί η περιαυτολογία, την τύχη να παρακολουθήσω ως νεαρός συντάκτης από κοντά τις εργασίες εκείνης της Επιτροπής και να συνομιλήσω για λίγο ή περισσότερο με αρκετούς από όσους κλήθηκαν ως μάρτυρες, όπως και με πολλούς από τους βουλευτές που ήταν μέλη της Επιτροπής. Μπορώ εξ ου να διαβεβαιώσω ότι η πλειονότητα των τελευταίων είχαν δείξει –σε αντίθεση με συναδέλφους τους που μετείχαν σε μεταγενέστερες αντίστοιχες κοινοβουλευτικές διαδικασίες- ιδιαίτερη προσήλωση στο καθήκον να αναζητήσουν την αλήθεια.

Είναι βαθιά χαραγμένοι στη μνήμη μου οι ομηρικοί καβγάδες των δημοσιογράφων που καλύπταμε τις εργασίες με τον προεδρεύοντα της Εξεταστικής, αείμνηστο Χρήστο Μπασαγιάννη, ο οποίος κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να τηρήσει απόρρητες τις καταθέσεις, σε πείσμα της δικής μας επαγγελματικής υποχρέωσης να δημοσιεύσουμε ό,τι περισσότερο μπορούσαμε από το περιεχόμενό τους.

Ωστόσο, από τη μια, ο χρόνος που είχε ήδη παρέλθει από τα γεγονότα του 1974, και, από την άλλη, τα στόματα των μαρτύρων που δεν άνοιγαν παρά μόνον για να καλύψει ο καθείς τον εαυτό του –ενώ κεντρικά πρόσωπα όπως οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Δημήτριος Ιωαννίδης και Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος παρέμειναν απόλυτα σιωπηλά- δεν άφησαν πολλά περιθώρια για αποκαλύψεις που να αλλάζουν όσα ήταν γνωστά ως τότε για τα δραματικά γεγονότα που άνοιξαν τον δρόμο στον συνεχιζόμενο έως τις μέρες μας «Αττίλα».

Όπως και να έχει, όμως, το υλικό που συγκεντρώθηκε τότε έχει αναμφισβήτητη αξία. Μόνον που είναι αξία η οποία αφορά τους ιστορικούς και άλλους ειδικούς επιστήμονες που θα θελήσουν να ερευνήσουν περαιτέρω τα καθοριστικά γεγονότα εκείνης της περιόδου που οι δραματικές συνέπειες τους είναι ακόμη παρούσες τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Διότι, κατά τα λοιπά, ουδείς πολίτης είναι σε θέση να βγάλει άκρη και να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα διαβάζοντας τις χιλιάδες σελίδες των καταθέσεων που θα έρθουν στο φως σε βάθος χρόνου.

Γι΄ αυτό και είναι προφανές ότι οι κυβερνώντες έσπευσαν να δώσουν τώρα στη δημοσιότητα τους τέσσερις πρώτους τόμους αποκλειστικά και μόνον για προπαγανδιστικούς λόγους, όπως αυτοί που αναδύονται από τις προαναφερθείσες αναρτήσεις των κυβερνητικών προπαγανδιστικών μηχανισμών.

Με άλλα λόγια, οι τελετές και οι παράτες για τον «Φάκελο της Κύπρου» που στήθηκαν ήδη, όπως και εκείνες που είναι βέβαιο ότι θα στηθούν προσεχώς, δεν είναι παρά ένα… μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα το οποίο επιχειρείται να ενταχθεί στις προεκλογικές ανάγκες του κυβερνώντος κόμματος και υπηρετεί τη διαρκή απόπειρα καθορισμού εκ των άνω της λεγόμενης επικοινωνιακής ατζέντας.

Να μην συζητούμε, δηλαδή, για το υπουργικό συμβούλιο που θυμίζει καφενέ με τις συζητήσεις που γίνονται στις συνεδριάσεις του για τα κονδύλια του… Σόρος. Ούτε να απασχολούμαστε με τις ανατριχιαστικές προχειρότητες με τις οποίες ασκείται στις μέρες μας η εξωτερική πολιτική.

Αλλά, αντιθέτως, να έχουμε να λέμε πότε για τον Φάκελο της Κύπρου, πότε για τις γερμανικές επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο. Και, γενικώς, να είμαστε προσανατολισμένοι σε ό,τι άλλο μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτρέπει την ενασχόληση με τα ουσιώδη προβλήματα της χώρας: τη γήρανση του πληθυσμού, τους νέους που παίρνουν των ομματιών τους και φεύγουν ή την ανάπτυξη που δεν έρχεται.

Ας οπλιστούμε, λοιπόν, με υπομονή. Διότι στη μακρά, όπως όλα προοιωνίζονται, προεκλογική περίοδο που έχουμε μπροστά μας, μέλλει να δούμε, να ακούσουμε και να κληθούμε να ασχοληθούμε με πολλά τέτοια «φούμαρα». Αυτό ξέρουν, αυτό κάνουν!

 

ΠΗΓΗ: protothema.gr

Τα σχόλια είναι κλειστά.