Ειδησεογραφικό site

Μιλάει ο λαός και η ιστορία, διχαστικό παιχνίδι παίζει το Μαξίμου για το Σκοπιανό

98

Στα τέλη του περασμένου αιώνα και πάνω στην κορύφωση της κρίσης του «Μακεδονικού», ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διατύπωσε την πρόβλεψη ότι σε δέκα χρόνια κανείς δεν θα θυμάται τη διαμάχη για το όνομα της FYROM. Έπεσε μέσα στα πρώτα δέκα χρόνια αλλά αστόχησε για τα επόμενα δεκαπέντε. Το όνομα της Ακατονόμαστης ενέσκηψε ξαφνικά και κόντεψε να αναδιατάξει οριζοντίως το ελληνικό πολιτικό φάσμα. Και το κυριότερο: Αφύπνισε μια μεγάλη μερίδα του λαού που εγκατέλειψε τον καναπέ και βγήκε κατά δεκάδες χιλιάδες στους δρόμους να διαμαρτυρηθεί.

Του Κώστα Ιωάννου

 

Η λαοθάλασσα στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης εξέπληξε τα πολιτικά κόμματα και τους νηφάλιους αναλυτές. Κανείς δεν πίστευε ότι τόσος κόσμος που είχε αντιμετωπίσει με πρωτοφανή καρτερία την τραγική επιδείνωση του βιοτικού του επιπέδου, που δέχτηκε παθητικά τη μεγαλύτερη φοροεπιδρομή, που ανέχτηκε την έκρηξη της ανεργίας και έμεινε παθητικός θεατής στα καμώματα μιας κυβέρνησης που έκανε τα αντίθετα από όσα είχε υποσχεθεί, θα κατέβαινε στο πεζοδρόμιο μετά από πρόσκληση κάποιων αυτόκλητων ακτιβιστών, που δεν είχαν ούτε κομματική ούτε οποιαδήποτε άλλη κάλυψη. Αντίθετα, η αναγγελία του συλλαλητηρίου αντιμετωπίστηκε είτε εχθρικά είτε αμήχανα είτε με χλεύη.

Παρόμοιες ήταν οι αντιδράσεις και μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό. Η κυβέρνηση προσπάθησε να υποβαθμίσει τη σημασία του. Με υπόδειξή της η κρατική ΕΡΤ αφού εκτίμησε αρχικά τη συμμετοχή σε «μερικές δεκάδες», το «έθαψε» ειδησεογραφικά. Κυβερνητικά στελέχη εξάλλου ανέδειξαν τις γραφικότητες και τους ακραίους για να χαρακτηρίσουν συλλήβδην «ακροδεξιούς», «νοσταλγούς των ναζί» και «φασίστες» τους συγκεντρωμένους. Εξίσου αμήχανη στάθηκε απέναντι στο φαινόμενο και η Νέα Δημοκρατία. Η ηγετική της ομάδα, που την τελευταία στιγμή αποφάσισε να μην απαγορεύσει σε βουλευτές της να συμμετάσχουν, σύρθηκε στη διαπίστωση ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη τα αισθήματα της κοινωνίας. Στερνή μου γνώση…

ΥΠΟΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΑΟ

Το συλλαλητήριο που προηγήθηκε κι αυτό που ακολουθεί έδωσαν ένα καλό μάθημα στους «καθώς πρέπει», στους «διεθνιστές», στους «κοσμοπολίτες» και γενικά στα πολιτικά στελέχη που κολακεύονται να πιστεύουν ότι ανήκουν στις ελίτ και δεν κατανοούν τους πολίτες των κατώτερων τάξεων. Ήταν ένα βαρύ πλήγμα στην αλαζονεία τους γι’ αυτό και φρόντισαν να ρίξουν τους τόνους της κριτικής. Ίσως κάποιοι να κατάλαβαν ότι όσο μεγαλώνει η απόσταση των ηγετικών ομάδων από τον λαό (υπέρ του οποίου κόπτονται), τόσο θα μεγαλώνει η πιθανότητα να βρουν πεδίο δράσης οι χαρισματικοί δημαγωγοί και να καρποφορήσει ο αγοραίος λαϊκισμός. Δεν έχει σημασία αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τα συλλαλητήρια ούτε αν τα βρίσκει άσκοπα και αδικαιολόγητα. Ο λαός είναι εκείνος που θα αποφασίσει για ποιον λόγο, για ποια σύμβολα και για ποιες αξίες θα αγωνιστεί. Όσο συναισθηματική κι αν είναι η αντίδρασή του, εκείνοι που λένε πως τον εκπροσωπούν οφείλουν να τον σεβαστούν κι όχι να τον αντιμετωπίζουν αφ’ υψηλού.

ΤΟ ΝΑΤΟ

Το «Μακεδονικό» ως θέμα δεν είναι καινούργιο. Βρισκόταν όμως στη βαθιά κατάψυξη από όπου το ανέσυραν οι περιστάσεις κατά καιρούς. Τελευταία εμφανίστηκε το 2008 στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι. Η Ελλάδα δεν χρειάστηκε να ασκήσει βέτο για να μπλοκάρει την ένταξη της FYROM στη Συμμαχία. Αρκούσε η απειλή πως θα το έκανε ενόσω τα Σκόπια απέρριπταν όλες τις συμβιβαστικές προτάσεις της Αθήνας. Η πρόσφατη επανεμφάνιση του θέματος οφείλεται βασικά σε δύο παράγοντες. Από τη μία η Ακατονόμαστη απέκτησε διαλλακτική κυβέρνηση που δεν συμμερίζεται τους μαξιμαλισμούς του Γκρουέφκσι κι από την άλλη επείγεται το ΝΑΤΟ να υποδεχθεί στη στοργική του αγκάλη τα Σκόπια πριν υποκύψουν στην επίθεση γοητείας της Ρωσίας του Πούτιν που ανέκαθεν αναζητούσε ρόλο στα Βαλκάνια.

Κατά την επικρατούσα άποψη, η συγκυρία είναι ιδανική. Τα Σκόπια πιέζονται να ενταχθούν στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ που εγγυώνται την ασφάλεια και την ακεραιότητά τους και η νέα κυβέρνηση έχει σαφώς φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό σε αντίθεση με τους εθνικιστές που διαδέχθηκε. Επιπλέον, η διαιώνιση του προβλήματος με την Ελλάδα κοστίζει στην Αθήνα πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο σε έναν αγώνα που αποκλείεται να λήξει με νικηφόρο αποτέλεσμα: Πάνω από 100 κράτη αναγνωρίζουν τη FYROM με το συνταγματικό της όνομα και μόνο η Αθήνα «κάνει μούτρα». Τέλος, με τη σταθεροποίηση του αδύναμου γειτονικού κράτους αποφεύγεται το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν στο μέλλον μια Μεγάλη Βουλγαρία, μια Μεγάλη Αλβανία ή και τα δύο.

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Υπάρχουν όμως κι άλλες απόψεις. Η κυβέρνηση, αν και λειτουργεί υπό διπλή πίεση (οικονομική και διπλωματική), αναλαμβάνει να επιλύσει ένα εθνικό θέμα χωρίς τη συναίνεση όχι μόνο των άλλων κομμάτων αλλά ούτε καν του κυβερνητικού της εταίρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ταχθεί στο παρελθόν υπέρ της αναγνώρισης της FYROM ως «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» κι έχει δώσει τα τελευταία χρόνια σαφή δείγματα «ρεαλισμού» υποκύπτοντας σε όλες τις αξιώσεις του ξένου παράγοντα. Τίποτα δεν αποκλείει να καταλήξει σε συμφωνία που θα αγνοεί τη συντριπτική πλειονότητα της κοινής γνώμης όπως εκφράστηκε σε τελευταία δημοσκόπηση. Από την άλλη πλευρά πολλοί ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα δεν έχει λόγους να βιάζεται. Η οικονομική διείσδυση έχει ήδη γίνει, η χώρα δεν διεκδικεί τίποτε, είναι ισχυρότερη στρατιωτικά και διπλωματικά και λόγω θέσης κατέχει τους στρατηγικούς δρόμους από τους οποίους εξαρτάται η ανάπτυξη της FYROM. Επομένως, εκείνοι που έχουν σοβαρούς λόγους να βιάζονται είναι τα Σκόπια και οι ΝΑΤΟϊκοί, που σημαίνει ότι άλλοι οφείλουν να κάνουν υποχωρήσεις.

 

Παρά τη σχετικά πλεονεκτική θέση που έχει η Ελλάδα στη διαπραγμάτευση, ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε το θέμα η κυβέρνηση δημιούργησε κλίμα διχασμού και ανασφάλειας. Είναι κοινό μυστικό ότι το μέγαρο Μαξίμου έδωσε, κατά την πάγια τακτική του, μεγάλη σημασία στην επικοινωνία και παράλληλα προσπάθησε να μεταφέρει τις δικές του δυσκολίες στην αντιπολίτευση. Από τη συνάντηση Τσίπρα-Ζάεφ στο Νταβός, ο ΣΥΡΙΖΑ καλούσε τη ΝΔ να πάρει θέση ενώ ουδείς γνώριζε τι ακριβώς διαπραγματευόταν η κυβέρνηση και, το κυριότερο, οι ΑΝΕΛ βροντοφώναζαν ότι δεν θα ψηφίσουν λύση για το όνομα που να περιέχει τη λέξη «Μακεδονία» ή παράγωγά της.

ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ

Παρ’ ότι η τακτική αυτή αποκάλυπτε την αδυναμία της κυβέρνησης να… κυβερνήσει, ο ελιγμός του Μαξίμου απέδωσε. Το ένα μετά το άλλο τα κόμματα άρχισαν να ανακοινώνουν τι θα δέχονταν και τι θα απέρριπταν σε μια συμφωνία, το περιεχόμενο της οποίας γινόταν γνωστό σε δόσεις από δημοσιεύματα στον ξένο Τύπο! Παρ’ όλα αυτά, στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις που είχε ο πρωθυπουργός με τους αρχηγούς των κομμάτων (αφού είχε προηγηθεί η συνάντησή του με τον… Αρχιεπίσκοπο) το χάσμα που χωρίζει τις απόψεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης δεν γεφυρώθηκε.

Απτόητος ο Αλέξης Τσίπρας επιμένει πως έχουμε φτάσει σε οριακό σημείο και η λύση επείγει. Αν μάλιστα δεν επιτευχθεί συμφωνία, θα φταίνε οι άλλοι που αρνούνται να παίξουν τον ρόλο των χρήσιμων ηλιθίων και να ξελασπώσουν την κυβέρνηση που έχει κολλήσει στον βάλτο της άρνησης των ΑΝΕΛ (για όσο διάστημα, τέλος πάντων, θα ισχύσει η αδιάλλακτη στάση τους). Μάλιστα, η κομματική εφημερίδα έκανε λόγο για «προοδευτικό ρεύμα» προς την εξεύρεση λύσης αναπαράγοντας το κλίμα του 2015 όταν η αντιπολίτευση κάλυψε το κενό που άφησαν ο Λαφαζάνης κι η Κωνσταντοπούλου. Αν βρεθούν πάλι πρόθυμοι να σώσουν την παρτίδα (κι όχι την πατρίδα όπως τότε), ο μεν Καμμένος θα αναβαπτιστεί στην κολυμβήθρα του εθνικισμού κι ο Τσίπρας θα μετατεθεί στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας με έπαθλο τη λύση ενός προβλήματος που κληρονόμησε από το «παλαιό σύστημα».

Ευτυχώς ή δυστυχώς, η ζωή δεν επαληθεύει τα φιλόδοξα σενάρια. Αυτό που μένει από τις καντρίλιες του Μαξίμου είναι η αίσθηση ότι ο Καμμένος σέρνει την κυβέρνηση από τη μύτη. Όχι μόνο ανέχονται τα επικίνδυνα πατριωτικά σόου, όπως τη ρίψη στεφάνης του σε ικανή απόσταση από τα Ίμια (που προκάλεσε την ανησυχία του πρέσβη των ΗΠΑ για «ατύχημα» στα ελληνοτουρκικά) αλλά τον κάλυψαν και στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής απορρίπτοντας το αίτημα της αντιπολίτευσης να κληθεί να καταθέσει για την υπόθεση των βλημάτων στη Σαουδική Αραβία. Ο χρόνος θα δείξει αν ο Καμμένος αποδειχθεί ευγνώμων και αν θα διατηρηθεί η «καλή χημεία» του με τον Τσίπρα.

«ΣΑΛΑΜΟΠΟΙΗΣΗ»

Καθώς η διαπραγμάτευση φαίνεται πως έχει προχωρήσει, διπλωματικές και δημοσιογραφικές πηγές αναφέρουν ότι η λύση έχει βρεθεί και θα έχει τη μορφή της «σαλαμοποίησης». Όπως είχε πει παλαιότερα ο Μάθιου Νίμιτς, αιώνιος μεσολαβητής του ΟΗΕ, θα «ικανοποιεί όλους και κανέναν». Από τις ονομασίες που προτάθηκαν θεωρείται βέβαιο πως θα επικρατήσει το «Nova Macedonia» στα σλάβικα και θα ισχύσει στους διεθνείς οργανισμούς και σε όσες χώρες έχουν διμερείς σχέσεις με τα Σκόπια, που τα αναγνωρίζουν ως Μακεδονία. Ο Νίκος Κοτζιάς στην ΕΡΤ δήλωσε το ακατανόητο: «Στο Σκοπιανό παίζει ρόλο η λέξη που θα χρησιμοποιηθεί στο σύνθετο όνομα να μην είναι στην αγγλική αλλά στα σλάβικα και αμετάφραστη». Το τρικ δεν είναι πρωτότυπο. Ακόμη κι η Ελλάδα είναι… αμετάφραστη στα ελληνικά αλλά ονομάζεται Greece διεθνώς. Είναι φυσικό το όνομα να είναι στη γλώσσα της χώρας όπως σε κάθε χώρα. Η Γαλλία είναι France στα γαλλικά αλλά οι άλλοι το μεταφράζουν. Η Ακατονόμαστη θα μεταφράζεται από τα αγγλικά αλλά όχι από τη γλώσσα της χώρας; Και ποιος θα υπαγορεύσει την αμετάφραστη εκδοχή του ονόματος στην Κίνα, στους Εσκιμώους ή στην Ουγκάντα;

Υπάρχει όμως και μία άλλη ένσταση για το όνομα «Νέα Μακεδονία». Ο χρονικός προσδιορισμός δεν ακυρώνει τον θρασύ σφετερισμό της ιστορικής κληρονομιάς της ελληνικής Μακεδονίας. Το «νέα» αναφέρεται σε όλη τη Μακεδονία κι όχι μόνο στο βόρειο τμήμα της με αποτέλεσμα να δικαιώνει την σλαβομακεδονική προπαγάνδα που ισχυρίζεται ότι το «νέο μακεδονικό έθνος» έχει προκύψει από την επιμειξία των αρχαίων Μακεδόνων με τα σλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή τον 7ο αιώνα μ.Χ. Με άλλα λόγια, το μέρος (η «νέα») ανήκει στο «όλον» (την «παλαιά» Μακεδονία) και το όνομα παραμένει όχημα αλυτρωτισμού με την επίνευση της Ελλάδας! Προκαλεί τέλος έκπληξη το γεγονός ότι δεν μπαίνει καν σε συζήτηση το θέμα του έθνους και της γλώσσας, δεδομένου μάλιστα ότι η Αθήνα αναγνωρίζει πως ο Ζάεφ έχει ανυπέρβλητες δυσκολίες στην επιχείρηση αλλαγής του Συντάγματος.

Στο συλλαλητήριο της Κυριακής τέτοια θέματα δεν θα αναλυθούν. Ο κόσμος θα εκφράσει τη διαμαρτυρία του για ό,τι θεωρεί πλαστογράφηση της Ιστορίας του που θίγει το… αμετάφραστο στις άλλες γλώσσες φιλότιμό του. Η κυβέρνηση φοβάται δικαίως ότι ένα μεγάλο μέρος του πλήθους τρέφει αντικυβερνητικά αισθήματα και θα τα εκφράσει. Ήταν καιρός. Κανείς δεν μπορεί να κοροϊδεύει τους πάντες για πάντα.

ΥΓ. Ένα ακόμη όνομα έπεσε στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, το Gorna (Βόρεια) Macedonia. Τα Σκόπια, που ενοχλήθηκαν από τη συνέντευξη Κοτζιά, προτιμούν το Nova για ευνόητους λόγους. Το περίεργο είναι ότι η Αθήνα ανέλαβε τον ρόλο του… νονού προτείνοντας, ως μη όφειλε, ονόματα για τα βαφτίσια στην άλλη πλευρά. Και προς δόξαν της διαπραγματευτικής δεινότητας της κυβέρνησης, το συλλαλητήριο ευλόγησε και ο ηπίων τόνων Αρχιεπίσκοπος. «Γκούντ ντιπλόμασι, ε;»

Τα σχόλια είναι κλειστά.