Ειδησεογραφικό site

Πρίγκιπας Ανδρέας ο «καψοκαλυβάς» παππούς του Καρόλου

5.303
Της Μαλένας Παππά

“Η Ελλάδα είναι στο αίμα μου”, δήλωσε ο πρίγκιπας Κάρολος λίγο πριν την επίσημη επίσκεψή του στην Αθήνα την Τετάρτη 9 Μαϊου. Ο πρίγκιπας της Ουαλίας, Κάρολος έχει ελληνικές ρίζες από την πλευρά του πατέρα του, πρίγκιπα Φιλίππου, ο οποίος γεννήθηκε στο Μον Ρεπό. Επιπλέον, είναι τακτικός επισκέπτης και υποστηρικτής του Αγίου Όρους, έχοντας δημοπρατήσει ακόμα και ζωγραφικά έργα του για να συγκεντρωθούν χρήματα για τις μονές, ενώ συχνά απολαμβάνει τις καλοκαιρινές του διακοπές στην Ελλάδα.

Παππούς του πρίγκιπα Κάρολου και πατέρας του πατέρα του, πρίγκιπα Φιλίππου, ήταν ο πρίγκιπας Ανδρέας.

Ο πρίγκιπας Ανδρέας της Ελλάδας και της Δανίας γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1882 και ήταν το έβδομο παιδί του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ και της Βασίλισσας Όλγας. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και στη Γερμανία και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως αξιωματικός του Ιππικού και στη συνέχεια στη Μικρασιατική εκστρατεία. Τον Ιούλιο του 1921 μετά την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ, έφθασε ως διοικητής της 12ης μεραρχίας με το βαθμό του υποστράτηγου, στο μικρασιατικό μέτωπο. Αμέσως πήρε προαγωγή σε αντιστράτηγο τον Ιούλιο του 1921 πριν την εκστρατεία του Σαγγαρίου, αλλά απ’ ότι φάνηκε δεν είχε ιδιαίτερες διοικητικές και στρατιωτικές ικανότητες. Οι άνδρες του είχαν φτάσει στο σημείο να τον αποκαλούν “καψοκαλύβα”, λόγω της τακτικής τού να διατάζει την πυρπόληση των αγροτικών κατοικιών των τούρκωνχωρικών.

Ως αντιστράτηγος, διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού, το οποίο έπρεπε να κινηθεί δια μέσου της Αλμυράς Ερήμου για να καταλάβει την Άγκυρα. Μετά τη λήξη της αποτυχημένης επιχείρησης στον Σαγγάριο(Σεπτέμβριος 1921), ο αντιστράτηγος Παπούλας αφαίρεσε τη διοίκηση του Β’ Σώματος Στρατού από τον πρίγκιπα Ανδρέα λόγω ανικανότητας και ανεπάρκειας στη διοίκηση μεγάλων μονάδων στρατού.

Επέστρεψε στην Ελλάδα πριν τη λήξη της Μικρασιατικής εκστρατείας και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, με διαταγή του Πάγκαλου.
Τον Νοέμβριο του 1922, ο Πρίγκιπας Ανδρέας συνελήφθη στην Κέρκυρα από τον συνταγματάρχη Χρήστο Λούφα και μεταφέρθηκε στην Αθήνα για να δικαστεί από έκτακτο στρατοδικείο, ενώ είχε προηγηθεί η δίκη και η εκτέλεση των έξι, το πρωί της 15 Νοεμβρίου. Στη δίκη που ακολούθησε  ο πρίγκιπας Ανδρέας καταδικάσθηκε σε θάνατο με την κατηγορία της “αρνήσεως εκτελέσεως διαταγής του αρχηγού της στρατιάς κατά τις μάχες του Σαγγαρίου τον Αύγουστο του 1921”. Ωστόσο, ο πρίγκιπας Ανδρέας γλίτωσε μετά από παρέμβαση του Άγγλου πλοιάρχου Τάλμποτ και του Πάγκαλου. Το στρατοδικείο αναγνώρισε στον πρίγκιπα Ανδρέα το ελαφρυντικό «της τελείας απειρίας περί την διοίκησιν ανωτέρων μονάδων» και στις 20 Νοεμβρίου 1922 αποφάσισε τη διαγραφή του από το μητρώο των αξιωματικών και τη μόνιμη αποπομπή του από την Ελλάδα.

Αμέσως μετά την καταδίκη του μεταφέρθηκε στο Φάληρο και αναχώρησε με το βρετανικό αντιτορπιλικό «Καλυψώ». Το πλοίο σταμάτησε στην Κέρκυρα απ’ όπου παρέλαβε την οικογένειά του, ανάμεσά του και ο μόλις 18 μηνών Φίλιππος, πατέρας του Καρόλου και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την Ιταλία. Λέγεται ότι ο πρίγκιπας Φίλιππος μεταφέρθηκε στο πλοίο μέσα σε ένα καφάσι. Μέσα σε αυτό το καφάσι ξεκίνησε και η περιπλάνησή του για χρόνια. Μαζί με την οικογένειά του έφυγαν για τη Γαλλία. Εγκαταστάθηκαν στο προάστιο του Παρισίου, Σεν Κλου, φιλοξενούμενοι της εύπορης συζύγου του αδελφού του Γεωργίου, της Πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη.

Τα επόμενα χρόνια ο πρίγκιπας Ανδρέας εγκατέλειψε την οικογένειά του και αδιαφόρησε για τον μικρό του γιο, πρίγκιπα Φίλιππο. Δεν άλλαξε στάση ούτε καν όταν η σύζυγός του θα εισήχθη σε κλινική λόγω ψυχολογικών προβλημάτων. Έζησε στο Μόντε Κάρλο μέχρι το τέλος της ζωής του, με τις ερωμένες του, παρά του ότι ποτέ δεν πήρε διαζύγιο από την πριγκίπισσα Αλίκη.  Ο Πρίγκιπας Ανδρέας απεβίωσε στις 3 Δεκεμβρίου 1944, στο ξενοδοχείο “Μετροπόλ” του Μόντε Κάρλο, από ανακοπή καρδιάς. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και ετάφη στο βασιλικό κοιμητήριο του Τατοΐου.

Τα σχόλια είναι κλειστά.