Ειδησεογραφικό site

27 χρόνια χωρίς τον Αλέκο Σακελάριο, έναν λάτρη του ποδόσφαιρου

108

28 Αυγούστου 1991 «έφυγε» σε ηλικία 78 χρόνων ο δημοσιογράφος, συγγραφέας, στιχουργός και σκηνοθέτης Αλέκος Σακελλάριος, που σκόρπισε και συνεχίζει να σκορπίζει γέλιο μέχρι και σήμερα μέσα από τις μοναδικές κωμωδίες που δημιούργησε!
Πολυτάλαντος δημιουργός, άφησε παρακαταθήκη τεράστιο έργο, βάζοντας την υπογραφή του σε δημιουργήματα, τα οποία έχουν υπερνικήσει τον χρόνο, κρατάνε τη φρεσκάδα τους και συνεχίζουν αδιάκοπα να διασκεδάζουν κάθε γενιά Ελλήνων.
Ο Φρέντυ Γερμανός είχε πει: «Για μένα το πρόβλημα του Αλέκου ήταν βασικά ένα: Είχε πολλά ταλέντα που στριμώχνονταν συνέχεια μέσα του προσπαθώντας να πάρει κάποιο από όλα σειρά. Σκηνοθετούσε ταινίες του Φίνου και την ίδια ώρα έγραφε μερικά από τα πιο ρομαντικά τραγούδια του ελληνικού πενταγράμμου». Ας δούμε όμως τη σχέση του με το ποδόσφαιρο.
Ο Αλέκος Σακελλάριος δεν υποστήριζε συγκεκριμένα κάποιον σύλλογο, δηλώνοντας με μία δόση διπλωματίας οπαδός της εθνικής ομάδας . Του άρεσε όμως το ποδόσφαιρο παρακολουθώντας ανελλιπώς τους αγώνες του πρωταθλήματος μέσω των ραδιοφωνικών μεταδόσεων του ΕΙΡ. Θυμόταν με νοσταλγία τους μεγάλους άσους του προπολεμικού ποδοσφαίρου ενώ ο ίδιος υπήρξε μέλος μιας ομάδας που έπαιζε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Αργότερα έπαιξε σε δύο τοπικές αθηναϊκές ομάδες, τον Ερμή Αχαρνών και τη Σπάρτα. Όμως το αγαπημένο του σπορ ήταν το μποξ. Μάλιστα, είχε διατελέσει αντιπρόεδρος της Ελληνικής Πυγμαχικής Ομοσπονδίας έχοντας αξιοσημείωτη και ουσιώδη δραστηριότητα στα κοινά του αθλήματος.
Στις αρχές του 1968, στο διάλειμμα ενός γυρίσματος της υπέροχης ταινίας «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι», μαζί με τον «Αεκτζή» Λάμπρο Κωνσταντάρα και τη γοητευτική Μάρω Κοντού, φανατική Ολυμπιακό, συζήτησαν για τις ποδοσφαιρικές εξελίξεις της εποχής.
Ο Αλέκος Σακελλάριος πήρε πρώτος τον λόγο: «Η αγάπη του κόσμου για το ποδόσφαιρο δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Αποτελεί παγκόσμιο γεγονός σε όλες τις ηπείρους, καθώς είναι το δημοφιλέστερο σπορ, πλην των ΗΠΑ και του Καναδά, όπου εκεί το μπέιζμπολ έχει το προβάδισμα στις προτιμήσεις του κοινού. Οι υπόλοιπες χώρες διαθέτουν αξιόλογες ομάδες, όπως η Ουγγαρία του Πούσκας, η Ισπανία, η Ιταλία, η Αγγλία και οι εκπρόσωποι της Λατινικής Αμερικής. Ακόμη, όπως διαβάζουμε στις εφημερίδες, ο φανατισμός είναι στην ίδια κλίμακα με αυτόν που επικρατεί στην Ελλάδα». Στη συνέχεια ο δημοφιλής σκηνοθέτης προσπάθησε να ρίξει τους τόνους της οπαδικής αντιπαράθεσης τονίζοντας: «Εγώ θα ήθελα ένα ποδόσφαιρο που θα θαυμάζουμε τους καλύτερους από όποια ομάδα και αν προέρχονται. Μετά τη νίκη δεν πρέπει να λέμε πως τους σπάσαμε το κεφάλι. Ένας ποδοσφαιριστής έχει το… δικαίωμα να βρεθεί σε κακή ημέρα, όπως το ίδιο συμβαίνει και με τους ηθοποιούς». Η πορεία της κουβέντας αποκάλυψε κάτι άγνωστο μέχρι τότε. Ο Σακελλάριος με τον Κωνσταντάρα υπήρξαν συμμαθητές στο σχολείο και συμπαίκτες στην ίδια ομάδα. Αργότερα, οι δυο τους χώρισαν. Ο Λάμπρος έπαιξε στην ΑΕΚ ενώ ο Αλέκος στελέχωσε δύο μικρές αθηναϊκές ομάδες.

Η Ρένα είναι οφ-σάιντ
Η σπουδαία πορεία του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού το 1970-71 στην Ευρώπη εκτόξευσε τη δημοτικότητα του ποδόσφαιρου στην Ελλάδα. Ήταν και τα δύσκολα χρόνια της Χούντας που οι Έλληνες αναζητούσαν κάτι να τους ψυχαγωγήσει. Οι φίλαθλοι γέμιζαν κάθε Κυριακή ασφυκτικά τα γήπεδα ενώ τα ραδιοφωνάκια έπαιρναν φωτιά. Η χώρα κάθε Κυριακή ζούσε στους ρυθμούς της στρογγυλής θεάς.
Το 1972, λοιπόν, ο Φίνος αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία που να βασίζεται στο ποδόσφαιρο, η οποία όμως παράλληλα θα στηλίτευε και ένα μείζον ζήτημα που απασχολούσε εκείνη την περίοδο το άθλημα: την τάση των ελληνικών ομάδων να αποκτούν ξένους παίκτες παραγκωνίζοντας τους Έλληνες και αλλοιώνοντας τον ελληνικό χαρακτήρα τους. Ο Φίνος λοιπόν ζήτησε από τον Αλέκο Σακελλάριο ένα σενάριο στο πλαίσιο των παραπάνω, κάτι που ο «κυρ Αλέκος» δεν άργησε να υλοποιήσει. Μάλιστα, η ταινία αυτή ήταν η τελευταία που γύρισε ο Σακελλάριος με τη Finos Film και για τον λόγο αυτό έχει την δική της ιστορική αξία. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν η Ρένα Βλαχοπούλου (επίσης στην τελευταία της συνεργασία με τον Φίνο), ο Νίκος Γαλανός -που υποδύεται τον διάσημο Ελληνοαργεντινό ποδοσφαιριστή Χούλιο Μπάλμας-, ο Δημήτρης Νικολαΐδης, ο Βασίλης Τσιβιλίκας και η Ελίζα Βόζεμπεργκ, πρώην βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και γνωστή ποινικολόγος, 16 χρονών τότε.
Αλησμόνητη η σκηνή όπου στις εξέδρες του γηπέδου του Παναθηναϊκού ο Αλέκος Σακελλάριος, που εμφανίζεται ως φίλαθλος, ξηλώνει από την αγωνία του για την έκβαση του ματς όλο του το πουλόβερ! Όπως ανέφερε πολλά χρόνια αργότερα ο ίδιος σε συνέντευξή του, η σκηνή αυτή ήταν η καλύτερη της «καριέρας» του ως ηθοποιού, η οποία είχε αρχίσει το 1948 όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά μπροστά από τον φακό, σε ρόλο κομπάρσου φυσικά, στην ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται». Στην ταινία εμφανίζονται ακόμα πλάνα από το παλιό Στάδιο «Καραϊσκάκη» αλλά και του γηπέδου του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Το καφενείο ομοιάζει με το ποδόσφαιρο: και στα δύο όλα είναι συζητήσιμα. Το καφενείο διαφέρει απ’ το γήπεδο: στο δεύτερο όλα λειτουργούν αν πιστεύεις ενώ στο πρώτο λειτουργούν ακόμη και αν δεν πιστεύεις.

Τα σχόλια είναι κλειστά.