Ειδησεογραφικό site

Όταν η γλώσσα χάνει την μπάλα…

33

Με την ευκαιρία των αγώνων του Παγκοσμίου Kυπέλλου επανήλθαν στην επιφάνεια τα παράξενα της ποδοσφαιρικής ορολογίας. Και βέβαια δεν εννοούμε την… Ουραγουάη, όπως την έλεγε συνεχώς ένας καλεσμένος «αναλυτής», ούτε τον εκφωνητή που απέδωσε τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας του τελικού του 1974 στην… αντιπαλότητα Γερμανών και Ολλανδών. Δεν ήξερε ότι το 1972 στο Μόναχο, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, οι Παλαιστίνιοι Φενταγίν είχαν απαγάγει Ισραηλινούς αθλητές και η επέμβαση της Αστυνομίας κατέληξε σε λουτρό αίματος;

Δεν αναφερόμαστε σ’ αυτά, που αποτελούν την εξαίρεση στις περιγραφές, αλλά σε όρους που επαναλαμβάνονται εδώ και χρόνια και δεν ενοχλούν κανέναν.

Πρώτα απ’ όλα, η λέξη Μουντιάλ. Η Ελλάδα πρέπει να είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που αποκαλεί το Παγκόσμιο Κύπελλο με το επίθετο «Μουντιάλ», το οποίο στα ισπανικά σημαίνει «παγκόσμιος». Ως εκ τούτου, ταιριάζει και στον (Παγκόσμιο) Πόλεμο και στην (Παγκόσμια) Τράπεζα και στο (Παγκόσμιο) Κύπελλο. Εμείς το περιορίσαμε στην ποδοσφαιρική διοργάνωση, επομένως το «κύπελλο» παραλείπεται ως ευκόλως εννοούμενο. Ούτε οι ισπανόφωνοι λένε σκέτο «μουντιάλ». Το συνοδεύουν με τη λέξη που σημαίνει κύπελλο ή πρωτάθλημα.

Η πρωτοτυπία είναι… κληρονομιά που άφησε ο αξεπέραστος Γιάννης Διακογιάννης περιγράφοντας τους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου που έγιναν στο Μεξικό το μακρινό 1970. Ήταν η πρώτη μεγάλη διοργάνωση που μεταδόθηκε απευθείας από την τηλεόραση και, παρότι οι μεταδόσεις γίνονταν σε μεταμεσονύχτιες ώρες, το φίλαθλο ενδιαφέρον ήταν τεράστιο. Ο Διακογιάννης, για να κάνει πιο γλαφυρό το λόγο του, χρησιμοποιούσε συχνά, αλλά πάντα με μέτρο, ξενόγλωσσους τεχνικούς όρους (στοπ καρέ, σλόου μόσιον κ.ά.). Στις μεταδόσεις από το Μεξικό είπε μερικές φορές ότι οι Μεξικάνοι αγαπούν το «μουντιάλ» τους κι αμέσως η λέξη, λόγω συντομίας που βόλευε στους τίτλους, υιοθετήθηκε από τις εφημερίδες κι εν συνεχεία επικράτησε μεταξύ των σχολιαστών και των φιλάθλων.

Ας δούμε τώρα μερικούς όρους για την επικράτηση των οποίων δεν είναι γνωστό ποιος… ευθύνεται.

Αμυντικογενής, επιθετικογενής: Όπως λέμε ομογενής, ηφαιστειογενής, σεισμογενής;

Αυτοσυγκέντρωση και καθαρό μυαλό: Αυτοσυγκέντρωση επιτυγχάνεται με γιόγκα και καθαρό μυαλό σημαίνει όχι βρόμικες σκέψεις. Ποιος παίκτης όμως μπορεί να σκέφτεται ανήθικα πράγματα την ώρα που αγωνίζεται;

Η μπάλα σταματάει στο δοκάρι: Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα είναι θαύμα ανώτερο του τυφλού που ανέβλεψε. Η μπάλα χτυπά στο δοκάρι, αναπηδά στο δοκάρι, προσκρούει στο δοκάρι, αποκρούεται από το δοκάρι. Δεν έχει αναφερθεί ποτέ και πουθενά μπάλα που να σταμάτησε στο δοκάρι.

Ο «Χ» σουτάρει για να αποκρούσει ο τερματοφύλακας: Αυτό μπορεί να γίνει μόνο στην προπόνηση και με τερματοφύλακα που προθερμαίνεται από συμπαίκτη του. Όποιος εκ προθέσεως σουτάρει για να αποκρούσει ο αντίπαλος τερματοφύλακας στη διάρκεια αγώνα, ή θα έχει δωροδοκηθεί ή θα έχει παίξει στο στοίχημα under.

Άξονας: Επειδή αποκλείεται να σημαίνει τη συμμαχία της Γερμανίας του Χίτλερ, της Ιταλίας του Μουσολίνι και της Ιαπωνίας του Μικάδο, μάλλον πρόκειται για νεολογισμό που σημαίνει ένα στενό ορθογώνιο τμήμα κατά μήκος του γηπέδου μεταξύ των δύο τερμάτων. Γιατί διαφορετικά υπάρχουν άπειροι άξονες, οριζόντιοι, κατακόρυφοι, διαγώνιοι, σε δύο ή σε τρεις διαστάσεις κ.ο.κ.

Διάδρομοι: Επειδή δεν πρόκειται για οικοδομή που στεγάζει γραφεία, είναι αυτό που παλιά λέγαμε «κενά στην άμυνα».

Βλέπουμε κάθε παιχνίδι χωριστά: Πώς μπορεί κάποιος να δει όλα τα παιχνίδια σε σετ;

Στο τέλος θα κάνουμε λογαριασμό: Ο λογαριασμός εκ των προτέρων λέγεται προϋπολογισμός.

Όλα είναι έτοιμα για ν’ αρχίσει το ματς: Περιττολογία που δείχνει αμηχανία. Εννοείται ότι, αν δεν ήταν όλα έτοιμα κι αν δεν βρίσκονταν όλοι στις θέσεις τους, κανένας διαιτητής δεν θα σφύριζε για ν’ αρχίσει ένα παιχνίδι.

Και το ματς ξεκινάει: Το ματς δεν είναι λεωφορείο που κάνει δρομολόγιο. Απλώς αρχίζει και τελειώνει ή λήγει. Αν είχε ξεκινήσει, στο τέλος δεν θα μιλούσαμε για λήξη, αλλά για… άφιξη.

Ο «Χ» προστατεύει την μπάλα με το κορμί του: Άγνωστο γιατί έχει εξοστρακιστεί η λέξη «σώμα». Περιέργως, όμως, διατηρείται η έκφραση «σώμα με σώμα», ενώ κανείς δεν έχει αποκαλέσει «κορμάρα» το σωματώδη παίκτη.

Επαφή: Εννοείται η ανατροπή, διότι η σωματική επαφή απαγορεύεται μόνο στο μπάσκετ και η σεξουαλική δεν εκτελείται δημόσια.

Ο «Ψ» σπρώχνει τον αντίπαλο με το αριστερό του χέρι: Ανάλογα με το χέρι καταλογίζεται η παράβαση;

Επιθετικό φάουλ: Επιρροή από την ορολογία του μπάσκετ. Κι όμως μερικά αμυντικά φάουλ είναι τόσο… επιθετικά, που επισύρουν ακόμη και κόκκινη κάρτα.

Το παιχνίδι δεν έχει ρυθμό: Επειδή ακόμη και το πένθιμο εμβατήριο δεν στερείται ρυθμού, οι εκφωνητές εννοούν μάλλον ότι το παιχνίδι έχει αργό ρυθμό.

Η προϊστορία των δύο ομάδων: Προϊστορία είναι η μακρινή περίοδος για την οποία δεν υπάρχουν γραπτές πηγές, όπως για παράδειγμα η εποχή του ανθρώπου των σπηλαίων. Μάλλον αποκλείεται να υπήρχαν ποδοσφαιρικές ομάδες εκείνα τα χρόνια.

Η αναμέτρηση ανάμεσα στην τάδε και στη δείνα: Η λέξη «μεταξύ» θεωρείται καθαρευουσιάνικη κι αποκλείστηκε. Έτσι, από τη μία βρίσκεται η τάδε ομάδα, από την άλλη η δείνα ομάδα κι ανάμεσά τους η αναμέτρηση. Να και μια περίπτωση που διαψεύδει την παροιμία «στους δύο τρίτος δεν χωρεί».

Ο αγώνας έληξε χωρίς σκορ: Δηλαδή το 0-0 δεν είναι αποτέλεσμα. Και τότε τι είναι; Δύο αυγά μάτια;

H κατοχή (σ.σ. της μπάλας, όχι της τρόικας) είναι 63-37, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία: Αφού είναι άνευ σημασίας, γιατί το αναφέρουν;

Είναι στην κρίση του διαιτητή: Πρόκειται για υπεκφυγή πολύ βολική για κάποιον που δεν θέλει να εκφέρει γνώμη για αμφισβητούμενη φάση. Δεδομένου ότι όλα (από το σφύριγμα της σέντρας μέχρι το σφύριγμα της λήξης) είναι στην κρίση του διαιτητή, δεν υπάρχει τίποτε σε ένα ματς που να επαφίεται στην κρίση του… Συμβουλίου της Επικρατείας ή του… Αρείου Πάγου.

Το κάθετο δοκάρι: Ανακρίβεια. Το πιο σωστό θα ήταν «κατακόρυφο», όπως λέγεται καθετί κάθετο στο οριζόντιο. Ένας σπορτκάστερ δοκίμασε να επιβάλει την επίσης σωστή εκδοχή «στύλος», αλλά δεν ήταν Διακογιάννης ώστε να πείσει τους συναδέλφους του.

Συμπαίκτης: Η λέξη υπονοεί τον παίκτη της ίδιας ομάδας. Στην πραγματικότητα, όμως, συμπαίκτες είναι όλοι όσοι παίζουν μαζί, δηλαδή και οι αντίπαλοι. Το σωστό θα ήταν να γίνεται διάκριση, π.χ. «φίλιος συμπαίκτης», αλλά αυτό παραείναι σχολαστικισμός.

Τα σχόλια είναι κλειστά.