Ειδησεογραφικό site

Αποκάλυψη για τις γερμανικές αποζημιώσεις – 500 δισ. ευρώ μας χρωστάνε οι Γερμανοί από το κατοχικό δάνειο

355

Ενώ ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας συναντάται τη Δευτέρα στο Βερολίνο με την Άνγκελα Μέρκελ για να ανοίξει η ευρω-κάνουλα χρηματοδότησης της υπό ασφυξία Ελλάδας, οι τόκοι του αναγκαστικού κατοχικού δανείου της Γερμανίας τρέχουν για τη νέα ελληνική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα το ποσό να έχει ανέβει σήμερα στα 500 δισ. ευρώ, σύμφωνα με… μετριοπαθείς υπολογισμούς του ιστορικού ερευνητή Δημοσθένη Κούκουνα. Πρόκειται για το δημοσιογράφο ο οποίος εδώ και μισό σχεδόν αιώνα ασχολείται με θέματα κατοχής, αντίστασης και δωσιλογισμού. Καρπός των ερευνών του είναι το βιβλίο του «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια» (εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ), που τεκμηριώνει τη χρεοκοπία εξαιτίας των ατελεύτητων απαιτήσεων του Γερμανού και Ιταλού κατακτητή. Παραθέτουμε το κεφάλαιο για τον τρόπο προσέγγισης των χρεωστούμενων δανείων, που σήμερα ισοδυναμούν με πέντε αζήτητα –μέχρι χθες– μνημόνια!

ΤΑ ΠΟΣΑ ΠΟΥ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΑΦΟΥΝ

 Ο κ. Κούκουνας στο κεφάλαιο «Το ακριβές ύψος των κατοχικών δανείων» αναφέρει χαρακτηριστικά:

Επειδή κατά περιόδους έχουν λεχθεί πολλά για τα κατοχικά δάνεια και ιδιαίτερα για το ύψος που αντιπροσωπεύουν, θα ήταν πολύ χρήσιμο να γίνει ένας αντικειμενικός –επιστημονικός, θα έλεγα– υπολογισμός, ώστε να γνωρίζουμε το πραγματικό ποσόν, φυσικά υπό την προϋπόθεση ότι το ζήτημα αυτό είναι υπαρκτό και η ελληνική αξίωση για την αποπληρωμή τους ρεαλιστική.

Το καθήκον αυτό επαφίεται σε πιο ειδικούς οικονομολόγους και είναι όλως ατυχές που μέχρι σήμερα δεν βρέθηκε ένας αρμόδιος οποιασδήποτε βαθμίδας να το πράξει ή ένας υπεύθυνος πολιτικός να αναθέσει σε μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων μια εμπεριστατωμένη μελέτη.

Μετά την Απελευθέρωση ο αρμόδιος θεσμικός φορέας, η Τράπεζα της Ελλάδος, βάσει των σχετικών λογαριασμών που τηρούσε, προσδιόρισε το σύνολο των καταβολών που δόθηκαν από την αρχή στους κατακτητές σε όλο το διάστημα της Κατοχής. Το συνολικό ποσόν που αφορά τη Γερμανία ανέρχεται σε 1.617.781.093.648.819 δρχ. και στην Ιταλία σε 220.479.188.480 δρχ. Μετά την αφαίρεση των κατά τα διεθνή νόμιμα εξόδων κατοχής, όπως αυτά συμφωνήθηκαν με τους κατακτητές, η μεν Γερμανία έλαβε πέραν αυτών ως προκαταβολές 1.530.033.302.528.819 δρχ. και η Ιταλία αντίστοιχα 157.053.637.000 δρχ.

 

ΠΛΗΡΩΣΑΝ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ

Αυτά τα τελευταία ποσά είναι ακριβώς τα λεγόμενα κατοχικά δάνεια, που θα έπρεπε –κατά τις συμφωνίες Μαρτίου 1942 και Δεκεμβρίου 1942– να επιστραφούν με τη λήξη του πολέμου. Αυτό είναι το κεφάλαιο του κατοχικού δανείου σε ονομαστική αξία και αυτή ήταν η βάση για να υπολογισθεί η οφειλή όταν θα γινόταν η εξόφληση, διότι το ακριβές ποσόν πρέπει να εξαχθεί με το μέτρο της τιμαριθμικής δραχμής. Εδώ τώρα τίθεται το ζήτημα ποιος είναι ο κανόνας του προσδιορισμού της.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να έχει την εποχή εκείνη μια αρχική εκτίμηση, χρησιμοποίησε τη μέθοδο της αντιστοίχισης στην τιμή της χρυσής λίρας. Προσδιορίστηκε έτσι ότι η συνολική οφειλή της Γερμανίας ως προς τα κατοχικά δάνεια ανερχόταν σε 3.670.610 χρυσές λίρες, της δε Ιταλίας σε 835.616 χρυσές λίρες.

(Μεταπολεμικά η Ιταλία, η οποία αναγνώρισε την εν προκειμένω οφειλή της και δεν αρνήθηκε να την εξοφλήσει, φέρθηκε πολύ εντιμότερα από τη Γερμανία και τελικά, ύστερα από διαπραγματεύσεις με τις ελληνικές κυβερνήσεις ως προς το ακριβές ύψος της οφειλής της, το αποπλήρωσε. Η Γερμανία, παρά το γεγονός ότι δεν αρνείται την ύπαρξη της υποχρέωσης με τη λήξη του πολέμου, πεισματικά και συστηματικά δεν δέχεται να την τακτοποιήσει.)

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

Εκ πρώτης όψεως η μέθοδος αυτή φαίνεται λογική, πλην όμως δεν είναι αντιπροσωπευτική, διότι η επίσημη τιμή της χρυσής λίρας ήταν διαφορετική από την ανεπίσημη – και φυσικά ήταν χαμηλότερη. Πέραν αυτού, η συμφωνία που επέβαλαν οι κατακτητές δεν όριζε συγκεκριμένη μέθοδο αποτιμαριθμοποίησης, πολύ δε περισσότερο όταν η μελετώμενη κατοχική περίοδος ήταν εξαιρετικά περίπλοκη. Συνεπώς, η αναζήτηση της δίκαιης αποτίμησης του χρέους θα πρέπει να ακολουθήσει ασφαλέστερο υπολογισμό.

Την άποψη ότι ο υπολογισμός του κατοχικού δανείου δεν είναι ορθός, αν γίνει με τη βάση της χρυσής λίρας, πρώτος υποστήριξε ο καθηγητής Άγγελος Αγγελόπουλος, επιμένοντας ότι πιο ορθολογική και αντιπροσωπευτική είναι εκείνη του δολαρίου. Στην περίπτωση αυτή, πρόσθετε, κατά την εκτίμησή του το κεφάλαιο οριζόταν για τη Γερμανία σε 151 εκατ. δολάρια και μέχρι το 1964 θα έπρεπε να προστεθούν 177 εκατ. δολάρια για τόκους από 1ης Ιανουαρίου 1942, δηλαδή συνολικά 328 εκατ. δολάρια.

Ωστόσο, αν στηριζόμαστε στη συμφωνία του Μαρτίου 1942, που συνήφθη μεταξύ Γερμανών και Ιταλών στη Ρώμη, δεν πρέπει να αρχίσει η χρέωση από την ημερομηνία εκείνη, διότι σαφώς αναφερόταν ότι επρόκειτο περί ατόκου επιστροφής των καταβολών. Και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη συμφωνία εκείνη, διότι επ’ αυτής εδράζεται η ελληνική αξίωση. Διαφορετικά, αν αγνοηθούν επιλεκτικά ορισμένοι όροι της, υπάρχει ο κίνδυνος να αδυνατίσει η θέση μας και να δοθούν επιχειρήματα για τη μη τήρησή της.

 ΤΙ ΑΓΝΟΕΙ Ο ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Από την άλλη μεριά δεν είναι ορθολογική η εκτίμηση του καθηγητή Αγγελόπουλου, διότι χρησιμοποιεί μεθοδολογία που στην πραγματικότητα μειώνει το σύνολο της οφειλής με το να λαμβάνει εσφαλμένη εκκίνηση της οφειλής στα 151 εκατ. δολάρια, που τον Απρίλιο 1964 αντιστοιχούσαν σε 15.100.000 χρυσές λίρες ή κατ’ επέκταση το 2012 σε 4.530.000.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Αγγελόπουλο, τον Απρίλιο του 1964 το κεφάλαιο έφθανε έντοκα, ως προς τη Γερμανία πάντα, στις 32.800.000 χρυσές λίρες, οπότε με τις ίδιες αναλογίες (δηλαδή με επιτόκιο 4% και ετήσιο ανατοκισμό) το 2012 η συνολική οφειλή θα ήταν 215.513.819 χρυσές λίρες ή σε ευρώ 64.654.145.587 ευρώ. Αυτή είναι η εκτίμηση Αγγελόπουλου για τα κατοχικά δάνεια της Γερμανίας που οφείλονται στην Ελλάδα.

Ωστόσο ο υπολογισμός αυτός έχει δύο βασικά μειονεκτήματα. Όπως προελέχθη: α) αγνοεί τον όρο της άτοκης επιστροφής κατά τη λήξη του πολέμου και β) υπολογίζει επιτόκιο 4%. Ενδεχομένως το 1964, όταν έκανε τους υπολογισμούς του, το επιτόκιο να ήταν φυσιολογικό, πλην όμως προκειμένου για κρατικά δάνεια το ορθό θα ήταν 2,5% και όχι περισσότερο.

Επιλέγοντας αυτό το χαμηλό επιτόκιο του 2,5% και εκκινώντας τον ανατοκισμό από το 1946, χρονολογία που ανυπερθέτως, δηλαδή με τη λήξη του πολέμου που νοείται κατά τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, θα έπρεπε το γερμανικό κράτος να επιστρέψει τις καταβολές που είχε λάβει καθ’ υπέρβαση των εξόδων κατοχής υπό σαφώς δανειακή μορφή και με την ανεπιφύλακτη δέσμευση επιστροφής των χρημάτων, καταλήγουμε σε άλλο ποσόν.

Η ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥΣ

Πλην όμως η εκτίμηση του καθηγητή Αγγελόπουλου το 1964 όσο και εκείνη του κατοχικού υπουργού Γκοτζαμάνη το 1952 (περί 240 εκατ. δολαρίων) είναι εσφαλμένες. Αγνοούν την ορθή αποτίμηση της αναγκαίας τιμαριθμικής βάσης, η οποία όντως είναι αρκετά περίπλοκη. Αρκεί μόνο να υπομνησθεί πόσο ακραίες και αιφνίδιες ανατιμήσεις βασικών ειδών γίνονταν τότε, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι οι πραγματικές τιμές αγαθών απείχαν εξαιρετικά από τις επίσημες και πόσο δύσκολο είναι να αναπαρασταθούν ώστε να ληφθούν για να χρησιμοποιηθούν ως βάση υπολογισμών. Γι’ αυτόν τον λόγο αναζητήσαμε μια άλλη μεθοδολογία.

Η έρευνά μας προσανατολίστηκε διαφορετικά λοιπόν και με έναν συνδυασμό επίσημων και πραγματικών τιμών στα τρόφιμα και στα είδη καθημερινής χρήσης, της πραγματικής τιμής της χρυσής λίρας στην ελεύθερη αγορά, λαμβάνοντας υπόψη και τις αξίες των πωλουμένων ακινήτων, καθώς και άλλων δεικτών, περιλαμβανομένης και της γερμανικής οφειλής από τις ελληνικές εξαγωγές προς τη Γερμανία διαρκούσης της Κατοχής, καταλήξαμε σε διαφορετικό ποσόν. Έτσι, η πραγματική αποτίμηση του κατοχικού χρέους έφθασε την ημέρα που αποχώρησαν τα γερμανικά στρατεύματα στο συνολικό ύψος των 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, χωρίς να περιλαμβάνονται πολεμικές επανορθώσεις και αποζημιώσεις.

Αυτό είναι το ακριβές ποσόν και είναι βέβαιο ότι, αν κάποτε η ελληνική κυβέρνηση αποφασίσει να ασχοληθεί με το ζήτημα και αναθέσει σε μια επιτροπή ειδικών να το ερευνήσει σε βάθος, τότε θα επαληθευθεί πλήρως η δική μας εκτίμηση.

 

ΞΕΧΑΣΑΝ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΟΥΣ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ

Επιπλέον, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο όρος περί άτοκης σύντομης επιστροφής των κατοχικών δανείων ξεπεράστηκε όταν η οιονεί δανειακή σύμβαση κατέστη ληξιπρόθεσμη. Αυτό συνέβη με τη Διάσκεψη Ειρήνης του 1946 και από τότε τα δάνεια είναι έντοκα, ώστε το αρχικό κεφάλαιο των 100 δισεκατομμυρίων να ανέρχεται σήμερα, με χαμηλό επιτόκιο 2,5%, στα 510.033.165.000 ευρώ.

Επομένως αυτό το ποσόν όφειλε να έχει καταβάλει το μεταπολεμικό γερμανικό κράτος και αδιαφόρησε να το πράξει. Με την επίκληση του διαμελισμού χρησιμοποίησε μια σειρά επιχειρημάτων για να αποφύγει την αποπληρωμή των κατοχικών δανείων με την ανοχή ή συνενοχή των συμμαχικών κυβερνήσεων. Αρκετά χρόνια μετά τη Διάσκεψη Ειρήνης εφευρέθηκε το επιχείρημα ότι η Γερμανία δεν ήταν σε θέση να υπογράψει την τελική συνθήκη ειρήνης ενόσω ήταν διαμελισμένη. Αν ήταν καλόπιστος οφειλέτης η Δυτική Γερμανία, στο διάστημα των 44 χρόνων που μεσολάβησαν μέχρι να ενοποιηθεί θα μπορούσε να είχε καταβάλει το μερίδιο που της αναλογούσε, έστω και σταδιακά. Απέφυγε όμως να το πράξει, όπως απέφυγε και τα επόμενα χρόνια, αφού πλέον ήταν ενοποιημένη και δεν μπορούσε να επικαλεσθεί παρόμοιες αιτιάσεις.

 

ΤΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΚΟΥΚΟΥΝΑ

Ο Δημοσθένης Κούκουνας είναι δημοσιογράφος και ιστορικός συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1950 στην Πάτρα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει οικονομικά στην Αγγλία, αλλά από νεαρή ηλικία δραστηριοποιήθηκε στη συγγραφή βιβλίων, τη δημοσιογραφία και γενικά στον εκδοτικό χώρο.

Στη δημοσιογραφία εργάστηκε αρχικά στο οικονομικό και αργότερα στο πολιτικό ρεπορτάζ σε ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε αρχισυντάκτης διαφόρων εφημερίδων και διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας «Ελεύθερος», που ίδρυσε ο ίδιος το 1986 με εκδότη τον Ιω. Μάστορα. Υπήρξε επίσης εκδότης-διευθυντής του «Νεολόγου Πατρών» και τα τελευταία χρόνια διευθύνει τα περιοδικά «Λαβύρινθος», «Τότε» και άλλα ιστορικά περιοδικά, καθώς και την εκδοτική εταιρεία «Μέτρον».

Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, κυρίως ιστορικών και βιογραφικών, μεταξύ των οποίων: «Η γερμανική εισβολή και η συνθηκολόγηση», «Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα», «Η Μάχη της Κρήτης», «Έλληνες πολιτικοί», «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός», «Ίων Δραγούμης», «Άρης Βελουχιώτης, ο αμφιλεγόμενος πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ», «Νίκος Ζαχαριάδης» κ.ά. Έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ιστορία της Κατοχής και πρόσφατα (2009) κυκλοφόρησαν τα βιβλία του «Οι Γερμανοί στην Ελλάδα», «Η Κατοχή στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη», «Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου», «Η Κρήτη υπό κατοχή», «Η γερμανική και ιταλική κατασκοπεία» και «Οι Ιταλοί στην Ελλάδα». Το 2012 κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια».

Από το 1992 μέχρι το 2005 είναι διευθυντής των ελληνικών βιογραφικών εκδόσεων «Who’s who» και της τρίτομης «Βιογραφικής Εγκυκλοπαίδειας του Νεωτέρου Ελληνισμού 1830-2010 – Αρχεία Ελληνικής Βιογραφίας», που κυκλοφόρησε το 2011.

 

Ιδού η δανειακή σύμβαση

 ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΟΙ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΤΟΧΙΚΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΚΩΝ. ΛΟΓΟΘΕΤΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΙΤΑΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ

Η ελληνική επιβεβαίωση της «δανειακής σύμβασης»… Μετά τη συμφωνία του Μαρτίου 1942 υπάρχει και δεύτερη συμπληρωματική, ουσιαστικά ισχυρότερη, η οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις εκτιμήσεις του πραγματικού μεγέθους των κατοχικών δανείων. Και λέμε ότι είναι ισχυρότερη διότι, πέραν άλλων ρυθμίσεων που προνοεί, εντάσσει σ’ αυτήν το θέμα του εξαγωγικού εμπορίου με τη δράση των δύο εταιρειών που συστάθηκαν από τον Σεπτέμβριο του 1942.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια «συνομιλία» του εν δυνάμει τότε κατοχικού πρωθυπουργού Κων. Λογοθετόπουλου, ο οποίος μέχρι τότε ασκούσε τα καθήκοντα ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης (θα ορκισθεί την επόμενη ημέρα, μόλις λίγες ώρες έπειτα από το τέλος της συνάντησης), με τους δύο πολιτικούς και τους δύο οικονομικούς πληρεξουσίους της Γερμανίας και της Ιταλίας στην κατεχόμενη Ελλάδα, τους Γκύντερ Άλτενμπουργκ, Πελεγκρίνο Γκίτζι, Χέρμαν Νοϊμπάχερ και Αλμπέρτο Ντ’ Αγκοστίνο.

ΤΟ ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΝΤ’ ΑΓΚΟΣΤΙΝΟ

 Η συνομιλία εκείνη έχει αποτυπωθεί σ’ ένα πρακτικό, που επίσημα στάλθηκε στον Λογοθετόπουλο από τον Ντ’ Αγκοστίνο, συνοδευόμενο από το ακόλουθο διαβιβαστικό:

«Ο ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΝΤΕΤΑΛΜΕΝΟΣ

ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΔΙΑ ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Εν Αθήναις τη 5 Δεκεμβρίου 1942

Αριθ. Πρωτ. 93/Ποσ. α32)2

Κύριε Πρόεδρε της Κυβερνήσεως,

Αναφορικώς προς την συνομιλίαν ήτις έλαβε χώραν την νύκτα της 1 προς την 2 Δεκεμβρίου μεταξύ της Υμετέρας Εξοχότητος και του κυρίου Έλληνος Υπουργού των Οικονομικών αφ’ ενός και των τεσσάρων Αντιπροσώπων των Δυνάμεων του Άξονος αφ’ ετέρου, σχετικώς προς την κάλυψιν των εξόδων κατοχής, έχω την τιμήν να αποστείλω υμίν συνημμένως, εξ ονόματος και του Γερμανού συναδέλφου μου, πρακτικόν της συνομιλίας ταύτης, όπερ καθορίζει την συμφωνηθείσαν ρύθμισιν.

Ευχαρίστως δράττομαι της ευκαιρίας, κύριε Πρόεδρε της Κυβερνήσεως, να ανανεώσω υμίν την έκφρασιν της πλέον υψηλής μου τιμής.

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Συνημμένο ήταν το ακόλουθο κείμενο:

«ΠΡΑΚΤΙΚΟΝ

Της Συσκέψεως ήτις εγένετο την νύκτα της 1 προς την 2 Δεκεμβρίου 1942 εν Αθήναις μεταξύ του Έλληνος Πρωθυπουργού και Υπουργού των Οικονομικών αφ’ ενός και των Πληρεξουσίων και ειδικών εντεταλμένων του Άξονος αφ’ ετέρου.

α) Το ποσόν όπερ, συμφώνως προς το άρθρον 1 της παραγράφου 1α) του Πρωτοκόλλου της 14 Μαρτίου 1942, η Ελληνική Κυβέρνησις δέον να θέτη μηνιαίως εις διάθεσιν των Δυνάμεων Κατοχής, ως καταβολήν έναντι των εις βάρος της εξόδων κατοχής, ποσόν το οποίον την ημερομηνίαν εκείνην είχεν ορισθή εις 1.500 εκατομ. δραχμών, προσαρμόζεται νυν –από της 1 παρελθόντος Νοεμβρίου– προς την μειωθείσαν αγοραστικήν αξίαν της δραχμής, επί τη βάσει κινητής κλίμακος εις ην ο μέσος δείκτης των τιμών της 14 Μαρτίου 1942 παραβάλλεται προς 100 και ο εκάστου μηνός, από του Νοεμβρίου ε.έ. θα προκύψη από τον μέσον όρον των τιμών αίτινες  επραγματοποιήθησαν εις Αθήνας τα Σάββατα του αυτού μηνός. Τα είδη άτινα θα χρησιμεύσωσι διά τον καθορισμόν των προειρημένων μέσων όρων των τιμών είναι τα ακόλουθα: Άρτος, ζυμαρικά, όσπρια, έλαιον, κρέας, ιχθύες, οπώραι, ξηροί καρποί, σταφίς, πατάται, γάλα, λαχανικά, οίνος.

Εννοείται όμως ότι οσάκις το εν λόγω ποσόν, υπολογιζόμενον ως άνω, υπερβαίνει τα 8 δισεκατομμύρια δραχμών, το ανώτατον όριον των 8 δισεκ. δραχμών παραμένει και ώρισται διά την καταβολήν κατά τον περί ου πρόκειται μήνα.

Εκ του ποσού της άνωθι καταβολής, το ήμισυ θα καταβάλληται εις το Ιταλικόν Σώμα Κατοχής και το ήμισυ εις το Γερμανικόν Σώμα Κατοχής.

 

ΠΩΣ ΘΑ ΒΓΟΥΝ ΤΑ ΠΟΣΑ

β) Τα εις δραχμάς αναγκαιούντα ποσά διά την αντιμετώπισιν των εξόδων κατοχής, τα υπερβαίνοντα την προειρημένην άνωθι καταβολήν θα εξευρίσκωνται κατά κανόνα διά του συστήματος της επί πλέον διαφοράς τιμών επί των εισαγομένων εμπορευμάτων, αντιστοίχως υπό της DEGRIGES και SACIG ενεργούσης εκάστης επί των εκ της χώρας της προερχομένων εμπορευμάτων.

Τα αναγκαιούντα εις τα δύο Σώματα Κατοχής ποσά, εν αναμονή της αφίξεως των εμπορευμάτων και της πραγματοποιήσεως των αντιστοίχων πλεονασμάτων εκ της διαφοράς τιμών ή λόγω ακαταστασίας εις τας αφίξεις, ανωμαλίας μεταφορών και τα τοιαύτα, θα ζητώνται από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν υπό των ειδικών εν Αθήναις Εντεταλμένων Ιταλού και Γερμανού και θα τίθενται εις διάθεσιν διά της Τραπέζης της Ελλάδος.

Τα ποσά ταύτα θα άγωνται εις χρέωσιν, υπό της Τραπέζης Ελλάδος, των Κυβερνήσεων Ιταλίας και Γερμανίας, εις εκάστην διά το παραληφθέν υπό του αντιστοίχου Σώματος Κατοχής μέρος, εις “ιδιαίτερον λογαριασμόν” εις δραχμάς ατόκως, όστις  θ’ ανοιχθή. Οι λογαριασμοί ούτοι θα πληρώνονται από του Απριλίου 1943 εκ των κεφαλαίων της επί πλέον διαφοράς τιμών των ως ανωτέρω εισαγομένων εμπορευμάτων εις μηνιαίας δόσεις, αντιστοιχούσας προς το 10 τοις εκατόν του συνόλου του εν λόγω λογαριασμού την 31 Μαρτίου 1943.

 

ΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΠΛΕΥΡΩΝ

γ) Εις τα πληρωθησόμενα ποσά κατά τα άρθρα α’ και β’ δεν συμπεριλαμβάνονται αι πληρωμαί αίτινες θα γίνωνται απ’ ευθείας υπό των Ελληνικών Κρατικών Υπηρεσιών διά τους εν τω συνημμένω καταλόγω οριζομένους σκοπούς.

Η Ιταλική και η Γερμανική Κυβέρνησις είναι σύμφωνοι να περιορίσωσι  την μερίδα των πληρωμών τούτων ήτις παραμένει εις βάρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως εις 4 δισεκατομμύρια δρχ. μηνιαίως, ημίση διά τα έξοδα άτινα αφορούν το Ιταλικόν Σώμα Κατοχής και ημίση διά τα αφορώντα το Γερμανικόν Σώμα Κατοχής.

Τα ποσά των εξόδων τούτων τα υπερβαίνοντα δι’ έκαστον Σώμα Κατοχής τα δύο δισεκατομμύρια δρχ. μηνιαίως θα άγωνται υπό της Τραπέζης Ελλάδος εις χρέωσιν των Κυβερνήσεων Ιταλίας και Γερμανίας εις τον αντίστοιχον “ιδιαίτερον λογαριασμόν” περί ου εν τω άρθρω β’.

δ) Η Ελληνική Κυβέρνησις θα εξακολούθηση να έχη εις βάρος της, εκτός των πληρωμών περί ων εν τοις άρθροις α’ και γ’ τας δαπανάς οδικών κατασκευών και των του σιδηροδρόμου Αγρινίου.

ε) Η Ελληνική Κυβέρνησις θα θέση εις  διάθεσιν των Ενόπλων Ιταλικών και Γερμανικών Δυνάμεων, έναντι πληρωμής εις τιμάς επιτάξεως. τα δομήσιμα υλικά και δι’ αναγκαίας επισκευάς εφ’ όσον τα υλικά ταύτα υπάρχουσιν εν Ελλάδι. Εν περιπτώσει ανάγκης αι Ιταλικαί  και  Γερμανικαί  Ένοπλοι Δυνάμεις θα δύνανται να ενεργήσωσιν απ’ ευθείας τας επιτάξεις.

στ) Αι συμφωνίαι αύται παραμένουσιν εν ισχύι μέχρι της 31 Μαρτίου 1943. Τον Μάρτιον του 1943 θα παραταθώσιν ή θα αναθεωρηθώσιν κοινή συμφωνία διά συμφωνηθησομένην περαιτέρω χρονικήν περίοδον.

Εν Αθήναις τη 2 Δεκεμβρίου 1942-ΧΧΙ

Τα σχόλια είναι κλειστά.