Ειδησεογραφικό site

38 χρόνια από τη μεγάλη Αλλαγή του Ανδρέα και του ΠΑΣΟΚ

73


Η 18η Οκτωβρίου 1981 είναι μια ημερομηνία που έχει μείνει χαραγμένη στο συλλογικό υποσυνείδητο ως ένας ανεπανάληπτος σταθμός στη νεότερη πολιτική μας ιστορία.
Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και η ανάδειξη του Ανδρέα Παπανδρέου ως πρωθυπουργού, δεν αποτέλεσε μια απλή εναλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά μια τομή που έθεσε τέρμα σε μια μακρά περίοδο κυριαρχίας της δεξιάς, που είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του `50, την επαύριο του εμφυλίου, με πολύ μικρά κεντρώα διαλείμματα, συνεχίστηκε δε μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, όμως, αποτέλεσε μια πολύ βαθύτερη τομή, που υπερέβαινε κατά πολύ το δημοκρατικό διάλειμμα της Ένωσης Κέντρου το 1964 ή των υπό τον στρατηγό Πλαστήρα κυβερνήσεων (1950-52), που προσδιορίστηκαν από τον εγγενή συντηρητισμό του πολιτικού τους προσωπικού, αλλά και το ασφυκτικό μετεμφυλιακό πλαίσιο.
Η δημιουργία και εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ, αποτέλεσε μια ριζική, όσο και τολμηρή υπέρβαση, όχι μόνο λόγω των πολύ προωθημένων διακηρύξεών του, που έθεταν υπό αμφισβήτηση ακόμη και θεμελιώδεις πτυχές του γεωπολιτικού προσανατολισμού της χώρας (άσχετα αν εγκαταλείφθηκαν στην πορεία), αλλά και γιατί, για πρώτη φορά, ένας κομματικός σχηματισμός, που έθετε το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, ως ιδρυτική του αρχή, απέκτησε μαζικά και, εν τέλει, πλειοψηφικά χαρακτηριστικά.

Αιφνιδίασε

Παρότι η πορεία ανόδου του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, είχε αρχίσει να διαγράφεται μετά βεβαιότητας, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1977, που το ανέδειξαν στο ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, εντούτοις το εύρος της επικράτησής της, που παρέπεμπε στον ανεπανάληπτο θρίαμβο της Ένωσης Κέντρου, του Φεβρουαρίου 1964, αιφνιδίασε την ηγετική ελίτ της δεξιάς παράταξης.
Είναι ενδεικτικά τα όσα παραθέτει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που είχε προλάβει να μεταπηδήσει στην Προεδρία της Δημοκρατίας, με μακροσκελή προσωπική του εγγραφή, στο αυτοβιογραφικό του έργο, όπου υποστηρίζει πως, στη χειρότερη για το κόμμα που ίδρυσε εκδοχή, θα περίμενε μια οριακή επικράτηση του ΠΑΣΟΚ!
Προχώρησε μάλιστα σε μια συγκλονιστική αποκάλυψη, για ένα ενδεικτικό της, ακόμη, εύθραυστης κατάστασης, επτά μόλις χρόνια, μετά την πτώση της χούντας. Ότι, δηλαδή, ο τότε αρχηγός ΓΕΕΘΑ στρατηγός Γκράτζιος του διεμήνυσε την πρόθεση του ίδιου, αλλά και των αρχηγών των τριών Όπλων, να παραιτηθούν ομαδικά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το εκλογικό αποτέλεσμα!! Επαίρεται μάλιστα ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ότι χάρη στο κύρος και την επιβολή του, απέτρεψε μια τέτοια αδιανόητη κίνηση. Και να φανταστείτε ότι, ειδικά ο τότε αρχηγός ΓΓΕΘΑ, είχε αντισταθεί στους δικτάτορες.

Ενωτικές κινήσεις


Τη ρευστότητα της κατάστασης, ιδιαίτερα στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων, είχε υπόψη του ο νέος πρωθυπουργός, γι’ αυτό και προχώρησε σε άμεσες, συμβολικές και ουσιαστικές, κινήσεις, με «κατευναστικό» και ενωτικό περιεχόμενο.
Όπως ήταν η ανάληψη του υπουργείου Εθνικής Άμυνας από τον ίδιο (το διατήρησε μάλιστα σε όλη τη διάρκεια της πρώτης τετραετίας), η διατήρηση της υπάρχουσας ηγεσίας και η αποφυγή βιαστικών κινήσεων, αλλά και η αποσαφήνιση ότι η νέα κυβέρνηση θα σεβόταν τις διεθνείς συμμαχίες της χώρας (ΕΟΚ και ΝΑΤΟ).
Τις προθέσεις του είχε άλλωστε φροντίσει να καταστήσει σαφείς, από το βράδυ των εκλογών, στο νικητήριο μήνυμα του. Παρ’ ότι το εκλογικό αποτέλεσμα, με το 48% των εδρών και τις 172 έδρες που του έδινε, του παρείχε πλήρη ελευθερία κινήσεων, ο Ανδρέας Παπανδρέου, επέλεξε έναν ενωτικό τόνο, ώστε να διασκεδάσει τους φόβους ή και να αποτρέψει κινήσεις ρεβανσισμού, από τυχόν θερμόαιμους. Ήταν χαρακτηριστική η ακόλουθη αποστροφή του:
«Απόψε γιορτάζουμε τη νίκη. Πρώτα απ’ όλα των δημοκρατικών θεσμών. Γιορτάζουμε τη νίκη της Αλλαγής. Και θα ήθελα να σας παρακαλέσω, μέσα στη γιορτή σας και τη χαρά σας, να μην ξεχάσετε πως το ΠΑΣΟΚ είναι κυβέρνηση όλων των Ελλήνων, πως το ΠΑΣΟΚ ζητά τώρα από το λαό μας συμφιλίωση. Λήθη στο παρελθόν, όλοι μαζί εμπρός για το μεγάλο, αξιόλογο έργο της οικοδόμησης της νέας Ελλάδας».
Το συμφιλιωτικό μήνυμα του νέου πρωθυπουργού, απευθύνθηκε και προς την άλλη πλευρά και ειδικότερα προς τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που αποτελούσε και τον ιστορικό ηγέτη της συντηρητικής παράταξης. «Θα ήθελα να τονίσω ότι θα υπάρξει συνεργασία όλων των πολιτειακών παραγόντων» ήταν το μήνυμα που έστειλε ο πρωθυπουργός, κάτι που έγινε πράξη, όπως αναγνώρισε και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ανεξάρτητα από το τι συνέβη στο τέλος της Προεδρικής θητείας.

Ο φόβος του διαλείμματος
Η τραυματική προϊστορία των κεντρώων διαλειμμάτων, έριχνε ωστόσο μια βαριά σκιά, στη γιορτινή ατμόσφαιρα.
Το φόβο, δηλαδή, ότι και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, παρά την πολύ ισχυρή λαϊκή εντολή, δε θα ξέφευγε από τον κανόνα. Από τα αντίστοιχα ρεπορτάζ της εποχής, προκύπτει πως και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, διακατέχονταν απ’ αυτό το φόβο. Πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν πως αυτός ο φόβος, λειτούργησε κάπως ευεργετικά, αφενός με την ταχύτατη προώθηση των ρηξικέλευθων τομών, που περιέχονταν στο κυβερνητικό πρόγραμμα, αφετέρου με την αποφυγή φαινομένων αλαζονείας ή ενσωμάτωσης στους μηχανισμούς εξουσίας, κάτι που δεν αποφεύχθηκε στη δεύτερη κυβερνητική θητεία, όταν πια, ο φόβος του διαλείμματος είχε εξαλειφθεί.
Απ’ την πλευρά του, ο πρώην διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, που βρέθηκε στο πλευρό του Ανδρέα Παπανδρέου από τα πρώτα του βήματα στην πολιτική, Γιώργος Μίρκος αποκαλύπτει, στο δικό του αυτοβιογραφικό έργο, την αγωνία του Ανδρέα Παπανδρέου, για την πλαισίωση καίριων τομέων της κυβέρνησης, αλλά και της κρατικής μηχανής, από ικανούς τεχνοκράτες, πέραν της πολιτικής και ιδεολογικής ταύτισης με τις θέσεις και τους στόχους του Κινήματος.
Η «επιστράτευση» προσώπων με αυτά τα χαρακτηριστικά είχε ξεκινήσει από την εποχή που το ΠΑΣΟΚ ήταν στην αντιπολίτευση. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Απόστολου Λάζαρη, που τοποθετήθηκε επικεφαλής της Επιτροπής, για τη σύνταξη του κυβερνητικού προγράμματος, ενώ μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, ανέλαβε το πρώτο τη τάξει, την εποχή εκείνη, Υπουργείο Συντονισμού.
Όπως και εκείνη του Γεράσιμου Αρσένη, που ανέλαβε διοικητής της Τράπεζας Ελλάδας, στη συνέχεια δε, στον πρώτο ανασχηματισμό (ή αναδόμηση) ανέλαβε υπουργός Εθνικής Οικονομίας, διατηρώντας ταυτόχρονα και τη διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας.
Έτσι προέκυψε και το προσωνύμιο «Τσάρος της οικονομίας». Ενδεικτική είναι επίσης η περίπτωση του Γρηγόρη Βάρφη, που μετείχε στην ομάδα διαπραγμάτευσης, για την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, που ορίστηκε υφυπουργός Εξωτερικών. Τον τόνο πάντως, στην πρώτη «κυβέρνηση της Αλλαγής» έδωσαν πρόσωπα προερχόμενα από την κομματική επετηρίδα (Γεννηματάς, Τσοχατζόπουλος, Αυγερινός) αλλά και προβεβλημένα μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, με ιδιαίτερο το στοιχείο της δυναμικής αντιστασιακής δράσης, κατά της δικτατορίας (Πεπονής, Γιώτας, Βερυβάκης, Χαραλαμπόπουλος κ.ά.)

Έγινε ορατή

Το σίγουρο είναι πως, ανεξάρτητα από αστοχίες και παλινδρομήσεις, η πρώτη κυβέρνηση της Αλλαγής, έδειξε άμεσα «το πρόσωπό της», όπως υποσχέθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου, στο προαναφερθέν μετεκλογικό του μήνυμα.
Απόδειξη, ότι στους πρώτους κιόλας μήνες προωθήθηκαν ρηξικέλευθες και τολμηρές αλλαγές, που άλλαζαν τα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα, αλλά και την καθημερινότητα των πολιτών.
Όπως η θεσμοθέτηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η κατοχύρωση των εργασιακών και συνδικαλιστικών ελευθεριών, η ριζική αλλαγή θεσμικού πλαισίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά και η κατοχύρωση της δυνατότητας σύναψης πολιτικού γάμου, η αποποινικοποίηση της μοιχείας και των αμβλώσεων ή η λύση του γάμου κοινή συναινέσει.
Επίσης με την εισοδηματική πολιτική του πρώτου χρόνου, αλλά και γενικότερες παρεμβάσεις, ενισχύθηκε το εισόδημα των εργαζόμενων, αμβλύνθηκαν οι εισοδηματικές ανισότητες και θεμελιώθηκε, εξ υπαρχής σχεδόν, κοινωνικό κράτος.
Επίκαιρη καθίσταται και η νέα εξωτερική πολιτική, που ακολουθήθηκε, με την υιοθέτηση σκληρής στάσης έναντι της Τουρκίας, αλλά και την ενεργητική συμπαράσταση στην Κύπρο.

Τα σχόλια είναι κλειστά.