Η απόδοση του κειμένου από την Αναστασία Παπαστάθη, σύγχρονη χωρίς μεγαλοστομίες και ακαδημαϊσμούς, αποδεικνύει γιατί ο Χένρικ Ίψεν συγκαταλέγεται στους Μεγάλους. Οι λέξεις υφαίνουν το πλέγμα των σχέσεων και των συναισθημάτων από την αρχή μέχρι το τέλος. Η σκηνοθεσία της, υποβλητική, καίρια, αναδεικνύει το δράμα των ηρώων του συγγραφέα. Όλων των ηρώων. Θα σταθώ λίγο στην ατμόσφαιρα της παράστασης. Διακατέχεται από μια υποβόσκουσα ένταση, διατηρώντας το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο και πάλι χωρίς ‘φωνές’. Είναι το εξαιρετικό κείμενο, οι κινήσεις των ηθοποιών, το ύφος των λόγων τους, οι εκφράσεις των προσώπων; Μάλλον όλα αυτά μαζί.
Η υπόθεση του έργου, γνωστή. Η σεβάσμια κυρία Άλβινγκ, ετοιμάζει τα εγκαίνια ενός φιλανθρωπικού ιδρύματος, στη μνήμη του νεκρού συζύγου της. Βοηθοί της, ο πάστορας Μάντερς και η Ρεγγίνα, ‘ψυχοκόρη’ που μένει μαζί της. Σκοτεινή μορφή ο πατέρας της κοπέλας, Ένγκστραντ, άνθρωπος που ακροβατεί στο περιθώριο, εργάτης στην κατασκευή του ιδρύματος. Ταυτόχρονα, ο γιος της Όσβαλντ Άλβινγκ επιστρέφει μετά από χρόνια στην οικογενειακή εστία και την αγκαλιά της μητέρας του. Κι όλα πάνε ‘στραβά’.
Ο Λοχαγός Άλβινγκ δεν ήταν ο ‘άγιος’ που θεωρούσαν όλοι, αλλά ένας ακόλαστος που βυθίστηκε στα πάθη του, με αποκορύφωμα τον βιασμό μιας υπηρέτριας που γέννησε το εξώγαμο του, τη Ρεγγίνα και τη φριχτή ασθένεια που κληρονόμησε στο γιο του. Η Έλενα Άλβινγκ έζησε τη ζωή της προσπαθώντας να καλύψει το ηθικό ολίσθημα του συζύγου της, αφού προσπάθησε – ανεπιτυχώς, λόγω της παραίνεσης του πάστορα Μάντερς – να ξεφύγει από αυτόν. Ανέλαβε η ίδια τις υποθέσεις του και με επιτυχία μάλιστα, καταφέρνοντας να δημιουργήσει νέα, προσωπική της περιουσία. Για να προστατέψει τον γιο της από τον ίδιο του τον πατέρα, τον στερήθηκε κι εκείνη, στέλνοντας τον μακριά. Πλέον δεν αντέχει το βάρος τόσων μυστικών, τόσης δυστυχίας και ανοίγει την καρδιά της στον πάστορα Μάντερς, τον οποίον αγαπά. Εκείνος, ασφυκτικά κλεισμένος στα όρια της θρησκείας και των κοινωνικών επιταγών, διαπιστώνει με τρόμο πως τα πράγματα δεν είναι πάντα αυτό που φαίνονται. Η Ρεγγίνα ονειρεύεται μια καλύτερη ζωή στο πλευρό του Όσβαλντ, όνειρο που γκρεμίζεται με τις αποκαλύψεις της κας Άλβινγκ. Ο Όσβαλντ παλεύει με δαίμονες που δεν είναι δικοί του, χάνοντας τελικά τη μάχη. Κι ο Έγκστραντ μένει ο μόνος ‘αλώβητος’ επειδή ξέρει να χρησιμοποιεί τα πάντα προς όφελος του.
Το έργο εκτυλίσσεται στο εξοχικό σπίτι της οικογένειας, θα μπορούσαν όμως όλα αυτά να συμβαίνουν σε οποιοδήποτε σπίτι, οποιασδήποτε εποχής. Είναι απίστευτο πόσο επίκαιρο είναι.
Ο Θοδωρής Σκούρτας αποδίδει απόλυτα τον άτεγκτο σε θέματα ηθικής πάστορα, που θεωρεί το καθήκον ιερό, δεν ανέχεται παρεκκλίσεις οποιουδήποτε είδους, από κανέναν και παραλύει όταν διαπιστώνει πόσο τυφλός υπήρξε στο ανθρώπινο δράμα. Παρακολουθώντας τον ένιωθα τη σκληρότητα της Εκκλησίας, την απολυταρχία αλλά και την κατάρρευση της όταν οι συνθήκες, οι ιδέες και οι άνθρωποι αφήνουν πίσω το στεγνό δόγμα.
Η Ρεγγίνα της Σοφίας Αγγελικοπούλου χρησιμοποιεί όλα τα μέσα για να ξεφύγει. Ευάλωτη στην αρχή, υποτακτική και γλυκιά, γίνεται απίστευτα σκληρή και ωμή όταν καταποντίζονται οι ελπίδες της, σε μια προσπάθεια να μην δείξει τις πληγές και την αγωνία της. Υποτάσσεται στη μοίρα της με πείσμα, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια φυγής, κάθε πιθανή παρηγοριά. Ίσως η πιο τραγική φιγούρα του έργου.
Ο Μιχάλης Καλιότσος είναι ο τέλειος Ένγκστραντ, ο απατεώνας που ενδύεται το ρούχο του σκληρά εργαζόμενου πατέρα, για να καταφέρει να αποσπάσει βοήθεια από τους δυνατούς αυτού του κόσμου τους οποίους μισεί, γιατί ακριβώς δεν ανήκει σε αυτούς. Ξέρει πως η ζωή του είναι προδιαγεγραμμένη, την έχει αποδεχτεί – του αρέσει κιόλας – και προσπαθεί να κερδίσει όσα μπορεί περισσότερα. Με κάθε αθέμιτο τρόπο που μπορεί να σκεφτεί.
Ο Όσβαλντ του Νεκτάριου Φαρμάκη είναι ο ορισμός του θύματος. Οι χαρές της ζωής του υπήρξαν ελάχιστες. Ως καλλιτεχνική φύση αλλά και άνθρωπος με ευαισθησίες λαχταρά ‘τον ήλιο’ που δεν φαίνεται ποτέ. Εκτιμά την ελευθερία και την ουσία των πραγμάτων, αναγνωρίζει πως η αλήθεια δεν βρίσκεται μόνον εκεί που νομίζουμε, θέλει να παλέψει για έναν καλύτερο κόσμο. Βασανίζεται από ‘βρικόλακες’ που δεν δημιούργησε ο ίδιος, δεν τους θέλησε κι όμως αυτοί τον ορίζουν.
Άφησα τελευταία την Αναστασία Παπαστάθη, καθώς δυσκολεύομαι να βρω τις λέξεις που θα αποτυπώσουν το ταλέντο και την εξαιρετική της ερμηνεία ως κυρία Άλβινγκ. Στο πρόσωπο της ζωντανεύουν όλες οι γυναίκες που υποτάχθηκαν, έμειναν στη σκιά ενός ανεπαρκούς (το λιγότερο) συζύγου, ανέχτηκαν προσβολές, ντροπή, δυστυχία. Σε εκείνες που κλήθηκαν να ‘διαφυλάξουν’ ονόματα, κληρονομιές, περιουσίες με το αβάσταχτο κόστος της δικής τους, προσωπικής ευτυχίας. Έρχεται όμως πάντα η στιγμή που το ανήσυχο πνεύμα πρέπει να εκφραστεί, η αδικία να φανερωθεί, οι θυσίες να αναγνωριστούν. Η κυρία Άλβινγκ είναι απίστευτα δυνατή, τόσο που μπορεί να φτάσει στα άκρα. Έτσι δεν γίνεται συνήθως; Όλα αυτά, χωρίς – το ξαναλέω – φωνές, φασαρία, δράματα. Αντιθέτως, με τρόπο απλό, σχεδόν ήρεμο, σχεδόν σιωπηλό και για αυτό, πιο ουσιαστικό.
Οι ‘Βρικόλακες’ θα παίζονται για λίγο ακόμη στο θέατρο Radar. Μην το χάσετε για κανέναν λόγο
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.