Βασιλική Μελέτη: Η δημοκρατία δεν αντέχει τις «μεταγραφές» της λαϊκής εντολής

Η κρίση εμπιστοσύνης που καταγράφεται σήμερα απέναντι στο πολιτικό σύστημα δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας κατά την οποία θεσμικές αδυναμίες, πολιτικές συμπεριφορές και πρακτικές απομάκρυναν σταδιακά τους πολίτες από την ενεργό συμμετοχή στα κοινά. Η αποχή από τις εκλογές, η απαξίωση των κομμάτων και η γενικευμένη δυσπιστία προς τους θεσμούς αποτελούν […]

Η κρίση εμπιστοσύνης που καταγράφεται σήμερα απέναντι στο πολιτικό σύστημα δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας κατά την οποία θεσμικές αδυναμίες, πολιτικές συμπεριφορές και πρακτικές απομάκρυναν σταδιακά τους πολίτες από την ενεργό συμμετοχή στα κοινά. Η αποχή από τις εκλογές, η απαξίωση των κομμάτων και η γενικευμένη δυσπιστία προς τους θεσμούς αποτελούν πλέον σταθερά χαρακτηριστικά της ελλη πολιτικής πραγματικότητας.
Από την περίοδο της οικονομικής κρίσης μέχρι σήμερα, το πολιτικό σκηνικό γνώρισε πρωτόγνωρες ανακατατάξεις. Κόμματα δημιουργήθηκαν και διαλύθηκαν μέσα σε μία μόνο κοινοβουλευτική θητεία. Βουλευτές αποχώρησαν από τις παρατάξεις με τις οποίες εξελέγησαν, διατήρησαν όμως την έδρα τους, ενώ δεν έλειψαν οι συνεχείς ανεξαρτητοποιήσεις, οι διαγραφές και οι μετακινήσεις που διαμόρφωσαν νέους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς χωρίς να έχει προηγηθεί νέα ετυμηγορία του ελληνικού λαού.
Η υπόθεση των Σπαρτιατών ανέδειξε ακόμη πιο έντονα τα θεσμικά κενά του εκλογικού και κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Η απώλεια κοινοβουλευτικών εδρών, χωρίς ανανέωση της λαϊκής εντολής μέσω εκλογών, δημιούργησε εύλογους προβληματισμούς για την πληρότητα της δημοκρατικής εκπροσώπησης. Δεν πρόκειται μόνο για ένα νομικό ζήτημα· πρόκειται πρωτίστως για ένα ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης.
Παράλληλα, οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ επανέφεραν στο προσκήνιο μια παθογένεια που δεν αφορά αποκλειστικά ένα κόμμα, αλλά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Οι συνεχείς αποχωρήσεις, οι εσωκομματικές συγκρούσεις και οι μετακινήσεις βουλευτών ενισχύουν την αίσθηση ότι η κοινοβουλευτική έδρα αντιμετωπίζεται πολλές φορές ως προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο και όχι ως έκφραση της συλλογικής βούλησης των πολιτών.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο πολίτης δεν επιλέγει μόνο ένα πρόσωπο. Ψηφίζει μια πολιτική πρόταση, ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης, ένα σύνολο αξιών και μια συγκεκριμένη παράταξη. Η προσωπικότητα του υποψηφίου ασφαλώς διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, όμως η εκλογή του δεν αποκόπτεται από την πολιτική ταυτότητα του κόμματος που εκπροσωπεί. Όταν η εντολή αυτή μετατρέπεται σε αντικείμενο προσωπικών διαπραγματεύσεων ή πολιτικών μεταγραφών, αλλοιώνεται η ουσία της λαϊκής κυριαρχίας.
Η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στον αριθμό των βουλευτών, στις αποδοχές τους ή σε ζητήματα επικοινωνιακής διαχείρισης. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η αποκατάσταση της αξιοπιστίας των θεσμών. Η Δημοκρατία προϋποθέτει συνέπεια, λογοδοσία και σαφείς κανόνες που εφαρμόζονται χωρίς εξαιρέσεις.
Αναπόφευκτα, στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται και ο τρόπος εκλογής των βουλευτών. Ο σταυρός προτίμησης, όπως λειτουργεί σήμερα, έχει αναδείξει σημαντικές αδυναμίες. Ενισχύει τον έντονο προσωπικό ανταγωνισμό μεταξύ υποψηφίων του ίδιου κόμματος, αυξάνει την εξάρτηση από την προσωπική προβολή και περιορίζει τον χώρο της πολιτικής συζήτησης γύρω από τα προγράμματα και τις ιδέες. Η πολιτική μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε αναμέτρηση προσώπων, ενώ η συλλογική ευθύνη υποχωρεί.
Ίσως έχει έρθει η ώρα να ανοίξει, χωρίς ιδεοληψίες και μικροκομματικές σκοπιμότητες, μια σοβαρή συζήτηση για θεσμικές αλλαγές που θα ενισχύσουν τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος και θα προστατεύσουν αποτελεσματικότερα τη λαϊκή εντολή. Ζητήματα όπως η αντιμετώπιση των μετακινήσεων βουλευτών, η λειτουργία των κοινοβουλευτικών ομάδων και ο εκλογικός νόμος δεν μπορούν να παραμένουν διαρκώς στο περιθώριο.
Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων ετών αποτυπώνουν με σαφήνεια ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τα κόμματα και το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Αυτό δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα εικόνας. Είναι πρόβλημα ποιότητας της Δημοκρατίας. Και όταν η εμπιστοσύνη καταρρέει, ενισχύονται ο λαϊκισμός, η αποχή, η απαξίωση των θεσμών και η πεποίθηση ότι «όλοι είναι ίδιοι».
Η χώρα, όμως, έχει ανάγκη από μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα. Χρειάζεται κόμματα που θα λειτουργούν με εσωτερική δημοκρατία, συνέπεια και θεσμικό σεβασμό. Χρειάζεται πολιτικούς που θα αντιλαμβάνονται την κοινοβουλευτική έδρα ως ευθύνη απέναντι στους πολίτες και όχι ως προσωπικό προνόμιο.
Ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών, η δημόσια συζήτηση οφείλει να επιστρέψει στην ουσία: στην ποιότητα της Δημοκρατίας, στη θεσμική αξιοπιστία και στην αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και την πολιτική. Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα εποχή σοβαρότητας, διαφάνειας και προγραμματικού λόγου, μακριά από ευκαιριακές μεταγραφές, προσωπικές στρατηγικές και πολιτικούς τακτικισμούς.
Σε αυτήν την προσπάθεια, το ΠΑΣΟΚ έχει ιστορική ευθύνη αλλά και τη δυνατότητα να πρωταγωνιστήσει. Ως η παράταξη που συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση της Μεταπολίτευσης, στην κοινωνική συνοχή και στη θεσμική εξέλιξη της χώρας, καλείται σήμερα να εκφράσει ξανά την ανάγκη για μια πολιτική με αξιοπιστία, προγραμματικό λόγο και σεβασμό στους δημοκρατικούς κανόνες. Με ξεκάθαρες προτάσεις για τη θεσμική αναβάθμιση του πολιτικού συστήματος, την ενίσχυση της διαφάνειας και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών, μπορεί να αποτελέσει τον σταθερό προοδευτικό πόλο που έχει ανάγκη η χώρα.
Γιατί η λαϊκή εντολή δεν αποτελεί προσωπική ιδιοκτησία κανενός πολιτικού. Ανήκει αποκλειστικά στους πολίτες που την παραχωρούν με την ψήφο τους. Και η προστασία της δεν είναι μόνο συνταγματική υποχρέωση· είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση για μια Δημοκρατία ισχυρή, αξιόπιστη και ανθεκτική απέναντι στις προκλήσεις της εποχής.
Βασιλική Π. Μελέτη

Πρωτοδικείο Αθήνας

Διδάκτωρ Κοινωνικής Πολιτικής – Συγγραφέας

Τομέας Ισότητας ΠΑΣΟΚ

Τ.Ο. ΠΑΣΟΚ Νέας Ιωνίας

Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 1 Αυγούστου 2026