Το «όχι» των πλατειών και το «ναι» των υπογραφών

Πέρασαν 11 χρόνια από τη μεγαλύτερη πολιτική «κωλοτούμπα» της Μεταπολίτευσης

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 έμεινε στην ιστορία όχι για τη «γιορτή της δημοκρατίας», αλλά για τη μεγαλύτερη πολιτική κωλοτούμπα των τελευταίων δεκαετιών. Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ζήτησε από τους πολίτες να πουν ένα περήφανο «όχι» στους δανειστές. Ο ελληνικός λαός το είπε, και μάλιστα με εκκωφαντικό τρόπο. Μόνο που το αποτέλεσμα δεν κράτησε ούτε… μία εβδομάδα.

Οι πανηγυρισμοί στο Σύνταγμα έσβησαν γρήγορα. Αυτό που έμεινε ήταν οι κλειστές τράπεζες, τα capital controls, οι ουρές στα ΑΤΜ και μια χώρα που ζούσε με την αγωνία για το τι θα ξημερώσει.

Και μετά ήρθε η μεγάλη ανατροπή. Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε από τη μαραθώνια διαπραγμάτευση στις Βρυξέλλες έχοντας υπογράψει το τρίτο μνημόνιο, αποδεχόμενος μέτρα που μέχρι τότε κατήγγελλε. Το «σκίζουμε τα μνημόνια» έγινε «υπογράφουμε νέο μνημόνιο», ενώ το ηχηρό «όχι» μεταφράστηκε σε ένα ακόμη πιο ηχηρό «ναι».

Ακόμη και ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός παραδέχτηκε αργότερα ότι η πρώτη περίοδος της διακυβέρνησής του βασίστηκε σε «αυταπάτες». Για πολλούς, όμως, η λέξη που περιγράφει καλύτερα εκείνες τις ημέρες είναι μία: «κωλοτούμπα».

Έντεκα χρόνια μετά, το δημοψήφισμα του 2015 εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Όχι γιατί οι πολίτες δεν μίλησαν, αλλά γιατί η ετυμηγορία τους ακολούθησε τελικά μια εντελώς διαφορετική πορεία.

Οι συνέπειες αυτής της «κωλοτούμπας» του Αλ. Τσίπρα ήταν πολλαπλές. Κατ’ αρχάς συνεχίστηκαν οι μνημονιακές πολιτικές καταλήστευσης του λαϊκού εισοδήματος με το τρίτο μνημόνιο -και «αχρείαστο», όπως είπαν πολλοί- και διευκολύνθηκε η επιστροφή της ΝΔ για συνέχιση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Το ερώτημα

Είναι αμφίβολο αν ακόμη και σήμερα μπορούν οι τότε εμπνευστές του να ερμηνεύσουν το νόημα του ερωτήματος επί του οποίου κλήθηκαν να τοποθετηθούν οι πολίτες στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015.

Καλούνταν να πουν «ναι» ή «όχι» στο περιεχόμενο μιας συμφωνίας που δεν είχε γίνει δημόσια γνωστή, αλλά και η οποία στην ουσία δεν υπήρχε σε ολοκληρωμένη μορφή, αφού η διαπραγμάτευση δεν είχε ολοκληρωθεί.

Εύλογα, από την πλευρά τους, οι εταίροι μας εξέλαβαν την προκήρυξη του δημοψηφίσματος ως πρόταση εξόδου από την ευρωζώνη, ειδικά, μάλιστα, από τη στιγμή που η κυβέρνηση και ο τότε πρωθυπουργός τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ του «όχι», διεξάγοντας έντονη εκστρατεία με σκληρές επιθέσεις εναντίον του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Το γιατί τώρα οι πολίτες, με δεδομένη τη συνθηκολόγηση της κυβέρνησης, με κλειστές τις τράπεζες και τις εξευτελιστικές ουρές στα ΑΤΜ, ψήφισαν με το εμφατικό 61,31% «όχι», έναντι 38,69% «ναι», είναι κάτι για το οποίο έχουν διατυπωθεί διάφορες ερμηνείες.

Επικρατούσα εκτίμηση ήταν πως οι πολίτες εκτόνωσαν τη συσσωρευμένη οργή τους για τις δραματικές επιπτώσεις στη ζωή τους από την εφαρμογή των μνημονίων, τα οποία «χρέωναν» στα κόμματα που κυβέρνησαν, θεωρώντας τα υπαίτια για τη χρεοκοπία της χώρας. Γι’ αυτό και αγνόησαν τις τοποθετήσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά και τις εκκλήσεις υπέρ του «ναι» απ’ όλους τους τότε εν ζωή πρώην πρωθυπουργούς.

Μέχρι και ο Κώστας Καραμανλής είχε «σπάσει τη σιωπή» του, υπογραμμίζοντας ότι εκ των πραγμάτων το «όχι» θα εκλαμβανόταν από τους Ευρωπαίους εταίρους μας ως σήμα ρήξης και εξόδου.

Φάνηκε, άλλωστε, και από τη σχετική συζήτηση στη Βουλή, όπου με βάση το Σύνταγμα εγκρίθηκε η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος μόνο από τους δύο κυβερνητικούς εταίρους, με τη συνεπικουρία βουλευτών της Χρυσής Αυγής.

Η Νέα Δημοκρατία, το τότε ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι ήταν κατά, ενώ το ΚΚΕ περιχαρακώθηκε στη δική του συνολική άρνηση για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.

Η «κωλοτούμπα»

Στο Μέγαρο Μαξίμου εκείνο το βράδυ επικρατούσε κατήφεια μετά την αποσαφήνιση του αποτελέσματος. Αντί πανηγυρισμών, υπήρχε απογοήτευση. Ο Αλέξης Τσίπρας, προσωπικά, δεν ανέμενε μια τόσο ευρεία επικράτηση του «όχι», θα προτιμούσε δε ένα οριακό αποτέλεσμα, που θα τον διευκόλυνε στην οπισθοχώρησή του.

Ήταν το πρώτο σήμα «άτακτης υποχώρησης», που θα ολοκληρωνόταν την επομένη με την επί της ουσίας αποπομπή του υπουργού Οικονομικών, που είχε εξελιχθεί σε «κόκκινο πανί» για τους δανειστές.

Από το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών εκπέμφθηκε το μήνυμα που περίμεναν οι εταίροι. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε τη συνέχιση του προγράμματος παροχής έκτακτης ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες.

Ο κύκλος ολοκληρώθηκε με το αποτέλεσμα της 17ωρης διαπραγμάτευσης τα χαράματα της 13ης Ιουλίου, με το «ναι» σε όλα από τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος είχε βγάλει έρπη από την αγωνία του.

Διάσπαση

Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, για τον Αλέξη Τσίπρα η συνθηκολόγηση είχε το τίμημά της, καθώς τη συμφωνία καταψήφισε ένας μεγάλος αριθμός (πάνω από 40) βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, κατά κύριο λόγο προερχόμενων από την Αριστερή Πλατφόρμα του Παναγιώτη Λαφαζάνη.

Την κατάσταση έσωσε η ψήφος των τριών κομμάτων του «ευρωπαϊκού τόξου» (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι) που με αίσθημα εθνικής ευθύνης υπερψήφισαν τη συμφωνία κι έτσι πέρασε από τη Βουλή.

Η κυβέρνηση όμως είχε χάσει τη δεδηλωμένη, αφού δεν διέθετε ούτε καν το ελάχιστο όριο των 120 βουλευτών.

Η ρήξη με τους μέχρι τότε συντρόφους ήταν αναπόφευκτη, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας προχώρησε σε πρόωρες εκλογές, αθετώντας, όπως λέγεται, περί του αντιθέτου υπόσχεση.

Ο μεγάλος διχασμός

Η Ελλάδα είχε κοπεί στα δύο. Οικογένειες, φίλοι, συνάδελφοι και γειτονιές τσακώνονταν για το δημοψήφισμα, ενώ στα social media επικρατούσε πραγματικός εμφύλιος. Η χώρα ζούσε στον απόλυτο διχασμό, με το κλίμα να θυμίζει προεκλογική αναμέτρηση ζωής ή θανάτου.

Η κορύφωση ήρθε λίγες ημέρες πριν από την κάλπη. Από τη μία, το Σύνταγμα πλημμύρισε από τους υποστηρικτές του «όχι», με τον Αλέξη Τσίπρα να ανεβαίνει στο βήμα και να καλεί τον κόσμο να στείλει μήνυμα αντίστασης στους δανειστές. Συνθήματα, σημαίες και υποσχέσεις ότι το αποτέλεσμα θα αλλάξει την Ευρώπη.

Την ίδια ώρα, λίγα μέτρα πιο πέρα, στο Καλλιμάρμαρο, χιλιάδες πολίτες συγκεντρώνονταν με το σύνθημα «Μένουμε Ευρώπη», εκφράζοντας την αγωνία τους για το ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από το ευρώ. Δύο διαφορετικές Ελλάδες, δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο πλατείες που μετρούσαν δυνάμεις.

Η πόλωση είχε χτυπήσει κόκκινο. Όποιος δεν ήταν μαζί σου ήταν απέναντί σου. Το δημοψήφισμα είχε μετατραπεί σε μια μάχη χαρακωμάτων, με συνθήματα, καταγγελίες και αλληλοκατηγορίες.

Και τελικά, όλη αυτή η σύγκρουση, όλος αυτός ο διχασμός και οι «μάχες» στις πλατείες κατέληξαν σε μια πολιτική ειρωνεία που δύσκολα ξεχνιέται: το περήφανο «όχι» που πανηγυρίστηκε ως ιστορική νίκη, λίγες ημέρες αργότερα, μετατράπηκε στο «ναι» ενός τρίτου μνημονίου.