Ταμείο Ανάκαμψης: το μεγάλο φαγοπότι της ΝΔ

Χαμένη ευκαιρία ή συνειδητή επιλογή του επιτελικού κράτους

Η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσε να αποτελέσει ιστορική ευκαιρία για τη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα βιώσιμο και παραγωγικό μοντέλο. Αντί όμως να τεθούν οι βάσεις για διαρθρωτικές αλλαγές και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, κυριάρχησαν πρακτικές που αναπαράγουν παθογένειες του παρελθόντος. Το αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων, η αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης και η ενίσχυση ενός εύθραυστου οικονομικού πλαισίου με αβέβαιες προοπτικές.

του Ανδρέα Μαζαράκη

Η κυβέρνηση της ΝΔ, λειτουργώντας με τον κλασικό πελατειακό τρόπο και με μέσο τη διαφθορά, διοχέτευσε το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων αυτών στην παρασιτική οικονομική ολιγαρχία, που συνεχώς αυξάνει προκλητικά τον πλούτο της, ενώ την ίδια στιγμή οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες μεγεθύνονται δραματικά. Οι πόροι του Ταμείου Ανάπτυξης έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ποσοτική αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, πλην όμως τόσο αυτοί όσο και οι άμεσες ξένες επενδύσεις κατευθύνθηκαν κυρίως στο real estate, στις αγορές τουριστικών επιχειρήσεων και στην αγορά κατοικιών, επαναλαμβάνοντας το παλιό και προβληματικό παραγωγικό υπόδειγμα, το οποίο απειλεί την Ελλάδα με νέα χρεοκοπία.

Την ίδια περίοδο, η περιώνυμη μεσαία τάξη υφίσταται την πλήρη απαξίωση λόγω της δραματικής αύξησης του πληθωρισμού και του ενεργειακού κόστους, που σταδιακά εισάγουν τη χώρα σε ένα μόνιμο στασιμοπληθωρισμό, ιδιαίτερα υπονομευτικό για την ευάλωτη ελληνική οικονομία με το τεράστιο δημόσιο χρέος και τα μεγάλα ελλείμματα. Στα δε ασθενέστερα οικονομικά στρώματα η κατάσταση έχει ξεφύγει πλήρως, καθόσον οδηγούνται ολοένα και περισσότερο στο περιθώριο. Αν σε όλα αυτά υπολογίσει κανείς και το εκρηκτικό πρόβλημα των κόκκινων δανείων και της στέγης, που απειλείται από τα οικονομικά funds, τα οποία καραδοκούν ώστε να επιπέσουν επ’ αυτής, γίνεται αντιληπτό ότι η κατάσταση οξύνεται όλο και περισσότερο και μετατρέπεται σε γάγγραινα.

Έτσι, τα κυβερνητικά επικοινωνιακά φληναφήματα από ένα ελεγχόμενο σύστημα ενημέρωσης, περί ισχυρής ελληνικής οικονομίας, όπου ο ρυθμός ανάπτυξης ξεπερνά αυτόν των χωρών της ευρωζώνης, είναι στην ουσία στάχτη στα μάτια των ιθαγενών. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό ΑΕΠ παραμένει κατά 20% μικρότερο απ’ ό,τι το 2007, πριν από την είσοδο της χώρας στον μνημονιακό οδοστρωτήρα, ενώ στο διάστημα αυτό οι οικονομίες των χωρών της ΕΕ αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 17%.

Γι’ αυτό το γεγονός της αριθμητικής αύξησης των ρυθμών ανάπτυξης απέχει από το να υπάρχει πραγματική ανάπτυξη και ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού, αφού η χώρα μας έχει τους χαμηλότερους πραγματικούς μισθούς ανάμεσα σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Σε συνδυασμό, δε, με τον έντονο πληθωρισμό, είναι χαμηλότεροι κατά πολύ απ’ ό,τι πριν από την οικονομική κρίση του 2010. Το συνολικό βιοτικό επίπεδο παραμένει χαμηλό και η πλειοψηφία των εργαζομένων, αλλά και της μεσαίας τάξης που συνεχίζει να πλήττεται, δεν επωφελήθηκε στο ελάχιστο από την εισδοχή των πόρων του Ταμείου Ανάπτυξης στην ελληνική οικονομία.

Βόμβα στα θεμέλια της οικονομίας

Το μείζον ζήτημα, συνεπώς, που αποτελεί και την ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της χώρας, είναι ότι συνεχίζεται αενάως να αναπαράγεται ως οικονομικό μοντέλο αυτό που αποτέλεσε την αιτία της κατάρρευσης και της χρεοκοπίας, δηλαδή ανάπτυξη μέσα από την οικοδομή, τον τουρισμό και την απόλυτη εξάρτηση από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία όπως προαναφέρθηκε δεν χρησιμοποιούνται για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου με στόχο την ενδογενή ανάπτυξη, αλλά διοχετεύονται στην παρασιτική ολιγαρχία και στους εφαπτόμενους σε αυτήν κύκλους.

Ως προς το ζήτημα των εξαγωγών, που σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα φέρονται να αυξήθηκαν εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια, αυτό αποτελεί τη μισή αλήθεια, αφού ναι μεν παρατηρείται ονομαστική αύξηση, αλλά συνολικά παραμένουν σε πολύ χαμηλό επίπεδο σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας.

Την ίδια ώρα μάλιστα συνεχίζεται η αύξηση των εισαγωγών με συνέπεια να διευρύνεται το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από 2,1% το 2019 σε 7,5% κατά μέσο όρο ετησίως την περίοδο 2020-2025. Αυτό μαζί με τη σταθερά μειούμενη χαμηλή εγχώρια αποταμίευση ως ποσοστό του ΑΕΠ, που είναι το μικρότερο απ’ ό,τι σε όλες τις χώρες της ΕΕ, αποτελούν έναν εκρηκτικό αρνητικό συνδυασμό. Κι αυτό γιατί, όσο μειώνεται η εθνική αποταμίευση, τόσο μεγαλώνει αντίστοιχα η στενότητα πόρων, που αναγκαστικά οδηγεί σε μεγαλύτερο δανεισμό από το ξένο κεφάλαιο.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αρνητική μόνο λόγω της μεγαλύτερης εξάρτησης της χώρας από το ξένο δανειστικό κεφάλαιο, που καθορίζει εν πολλοίς και την πορεία της, αλλά και από το γεγονός ότι, όπως έδειξε η χρεοκοπία το 2010, μπορεί να πάψει ο ομαλός δανεισμός της, με συνέπεια να επανέλθει στο προσκήνιο το φάσμα μιας νέας χρεοκοπίας.

Ανεξαρτήτως όμως αυτής της πρόβλεψης, ο συνεχής δανεισμός και η δραματική αύξηση του δημόσιου χρέους αποτελούν, αναμφισβήτητα, θηλιά στον λαιμό της μακροπρόθεσμα. Όπως προαναφέρθηκε, οι ρυθμίσεις εξυπηρέτησης του τεράστιου δημόσιου χρέους λήγουν το 2032 και, αν κανείς συνδυάσει την παγκόσμια γεωπολιτική ρευστότητα και το κλίμα αποκλίσεων εντός ΕΕ, είναι πολύ πιθανό να βρεθεί ξανά η Ελλάδα, κοντά σε αυτήν τη χρονική περίοδο, στο φάσμα μιας νέας, ακόμα πιο καταστρεπτικής χρεοκοπίας.