Το σκηνικό των εκλογών στήνεται πάνω στον βούρκο των σκανδάλων και των υποκλοπών.
Νέα Δημοκρατία και Μαξίμου έχουν αποφασίσει να συρθούν σε μια λασπομαχία μέχρι τελικής πτώσεως αποπροσανατολίζοντας τον λαό από τα πραγματικά προβλήματα και στοχοποιώντας τον Νίκο Ανδρουλάκη και το ΠΑΣΟΚ.
Προφανώς θεωρούν τους ψηφοφόρους κομματικούς χαχόλους που θα συσπειρωθούν κρατώντας τη μύτη τους από την μπόχα των σκανδάλων.
Δεν αντιλαμβάνονται την οργή που επικρατεί στην κοινωνία η οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξεσπάσει ισοπεδώνοντας ένα σύστημα που παραπαίει και γίνεται επικίνδυνο για τη χώρα.
Είναι αυτονόητο ότι το ΠΑΣΟΚ δεν πρέπει να συρθεί σε αυτή την αντιπαράθεση.
Αντίθετα έχει υποχρέωση να καταγγείλει τα αίσχη του επιτελικού κράτους, τα οποία επιδιώκουν να πολώσουν το κλίμα.
Δυστυχώς η ΝΔ αποδεικνύεται επικίνδυνη για τον λαό και τη χώρα και γι΄ αυτό την επομένη των εκλογών δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να έχει κυρίαρχο ρόλο στη νέα κυβέρνηση που θα συγκροτηθεί.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών θα σέρνεται μέχρι τις εκλογές καθώς η κυβέρνηση αδυνατεί να αναλάβει πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της διερεύνησης κάθε πτυχής από τη δραστηριότητα που ανέπτυξαν οι κοριοί και μπροστά στον κίνδυνο νέων αποκαλύψεων.
Γιατί επιλέγουν το ΠΑΣΟΚ
Το Μέγαρο Μαξίμου δεν αντιμετωπίζει όλους τους αντιπάλους του με τον ίδιο τρόπο, ούτε με την ίδια ένταση. Άλλος είναι ο «γνωστός αντίπαλος» και άλλος ο πραγματικός πονοκέφαλος για το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Από τη μία πλευρά υπάρχει ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος έχει ήδη δώσει τις μεγάλες εκλογικές μάχες με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και έχει ηττηθεί σε διαδοχικές αναμετρήσεις. Αυτό, στη λογική της πολιτικής στρατηγικής, δημιουργεί μια εικόνα «γνωστού αντιπάλου»: ενός προσώπου με ισχυρό πολιτικό αποτύπωμα, αλλά με καταγεγραμμένο εκλογικό ταβάνι απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση. Έτσι, για πολλούς μέσα στο κυβερνητικό επιτελείο, ο Τσίπρας παραμένει μεν σημείο αναφοράς, αλλά όχι απειλή άμεσης ανατροπής.
Από την άλλη πλευρά όμως, υπάρχει το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης, που σε αυτή την πολιτική ανάγνωση εμφανίζονται ως η πιο «ύπουλη» και σταθερή πρόκληση για τη Νέα Δημοκρατία. Όχι γιατί βρίσκονται απαραίτητα σε θέση άμεσης εξουσίας, αλλά γιατί διεκδικούν χώρο στο κέντρο — εκεί δηλαδή όπου κρίνονται εκλογές.
Σε μια πιο λαϊκή πολιτική γλώσσα, πολλοί λένε ότι «ο Τσίπρας είναι το παρελθόν της μεγάλης σύγκρουσης, αλλά το ΠΑΣΟΚ είναι το μέλλον της πραγματικής απειλής». Η λογική πίσω από αυτό το επιχείρημα είναι απλή: η Αριστερά έχει περάσει φάση φθοράς, εσωτερικών αναταράξεων και επαναπροσδιορισμού, ενώ το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να ξαναχτίσει σταθερά γέφυρες προς το κέντρο, με πιο θεσμικό και μετριοπαθές προφίλ.
Το Μαξίμου βγάζει μπροστά το «πιτ μπουλ» Άδωνη
Στο πολιτικό παρασκήνιο καταγράφεται μια πιο επιθετική επικοινωνιακή γραμμή από την πλευρά της κυβέρνησης απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη, με το Μαξίμου να αξιοποιεί στελέχη που μπορούν να ανεβάζουν τους τόνους και να «σηκώνουν» την πολιτική αντιπαράθεση με σκοπό την πολιτική εξόντωση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Άδωνις Γεωργιάδης εμφανίζεται συχνά ως ο πιο αιχμηρός εκφραστής της κυβερνητικής γραμμής, με σκληρή ρητορική και άμεσες επιθέσεις προς την αντιπολίτευση. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον χαρακτηρίζουν πολιτικά ως το «πιτ μπουλ» της Νέας Δημοκρατίας, λόγω της επιθετικότητας και της ταχύτητας με την οποία απαντά στις κινήσεις των αντιπάλων.
Η στρατηγική αυτή, σύμφωνα με πολιτικές εκτιμήσεις, στοχεύει στο να πιεστεί το ΠΑΣΟΚ σε διλήμματα και να αναγκαστεί να απαντά συνεχώς σε κυβερνητικές αιχμές, αντί να χτίζει απρόσκοπτα το δικό του αφήγημα ως δύναμης κεντροαριστερής αντιπολίτευσης. Παράλληλα, επιχειρείται η διατήρηση της πολιτικής πρωτοβουλίας από την κυβέρνηση σε ένα πεδίο όπου η δημόσια ατζέντα καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ένταση της σύγκρουσης.
Από την πλευρά του, το ΠΑΣΟΚ καταγγέλλει την υπερβολική πόλωση και τις προσωπικές επιθέσεις, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική αντιπαράθεση πρέπει να γίνεται σε επίπεδο προτάσεων και όχι χαρακτηρισμών. Ωστόσο, η σύγκρουση φαίνεται να κλιμακώνεται, με την πολιτική ένταση να μεταφέρεται όλο και πιο έντονα στο δημόσιο λόγο.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ