Όλες οι δημοσκοπήσεις, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, καταγράφουν αυτό που λίγο πολύ όλοι αντιλαμβανόμαστε να συμβαίνει στην ελληνική κοινωνία. Από τη μια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε μεγάλη φθορά και κρίση, απονομιμοποιημένη στη συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών και με καθαρά ποσοτικούς όρους μόλις λίγο πάνω από το μισό των ποσοστών που συγκέντρωσε στις εθνικές εκλογές του 2023. Από την άλλη, ένας προοδευτικός χώρος κατακερματισμένος και αδύναμος να πείσει -προς το παρόν τουλάχιστον- ότι στις επόμενες εκλογές, ακόμα και με αυτή την κατάσταση για την κυβέρνηση, μπορεί να κερδίσει τη ΝΔ. Με λίγα λόγια, κρίση εκπροσώπησης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, εδώ και πάνω από ένα χρόνο, έχει διαβλέψει σε όλες τις συλλογικές του αποφάσεις τον κίνδυνο αυτού του αδιεξόδου, που δεν είναι απλώς αδιέξοδο για τον προοδευτικό χώρο, αλλά αδιέξοδο και κίνδυνος για τη σταθερότητα του πολιτικού μας συστήματος και της δημοκρατίας μας. Κι έχει μιλήσει έγκαιρα για την πολιτική και κοινωνική αναγκαιότητα μιας μεγάλης προοδευτικής και δημοκρατικής συμπαράταξης, ενός κοινού προοδευτικού και νικηφόρου ψηφοδελτίου απέναντι στη ΝΔ στις επόμενες εκλογές, όποτε κι αν γίνουν αυτές. Δυστυχώς, αυτή η προοπτική έχει καταρρεύσει. Από τη μία, η επικύρωση στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ της στρατηγικής της αυτόνομης πορείας και της «νίκης με μία ψήφο», από την άλλη, οι εξελίξεις στη Νέα Αριστερά έβαλαν φρένο σε αυτό το σενάριο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αναμενόμενη πολιτική πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα δημιουργεί αντικειμενικά νέα δεδομένα για τον προοδευτικό χώρο και για όλο το πολιτικό σύστημα. Μένει να φανεί η συγκεκριμένη μορφή της και η απήχηση που θα έχει. Το σίγουρο είναι ότι έχει δημιουργήσει προσδοκίες σε σημαντικό μέρος αριστερών και προοδευτικών πολιτών, κάτι που κανείς δεν μπορεί να παραβλέπει. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πολύ σύντομα θα κληθεί να λάβει κρίσιμες αποφάσεις. Προσωπικά, έχω επανειλημμένα δηλώσει ότι θα είναι πολύ αρνητική εξέλιξη να υπάρχουν στις επόμενες εκλογές δύο ψηφοδέλτια του χώρου μας και ότι από αυτό θα βγουν όλοι χαμένοι.
Μιλώντας εντελώς ψυχρά, στις επόμενες εκλογές δεν θα υπάρχει ένα ψηφοδέλτιο του προοδευτικού χώρου, όπως υποστήριζε ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ εδώ και πάνω από έναν χρόνο, αλλά δύο ανταγωνιστικοί μεταξύ τους πόλοι. Ο ένας, αυτός της -σε ανασύνθεση- κυβερνώσας Αριστεράς. Ο άλλος, αυτός του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, που μετά το συνέδριό του έχει ανοδικές τάσεις, χωρίς όμως να πείθει κανέναν ότι αποτελεί ένα νικηφόρο εγχείρημα. Παράλληλα, δεν πρέπει να εφησυχάζει κανείς με τη δυναμική της ακροδεξιάς και της αντιπολιτικής και τη διείσδυσή τους σε σημαντικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.
Παρ’ όλα αυτά, το στοίχημα της προοδευτικής αλλαγής παραμένει το ζητούμενο. Οι δυνατότητες και οι κοινωνικοί συσχετισμοί υπάρχουν. Το ενδεχόμενο μιας τρίτης τετραετίας της ΝΔ δεν θα το συγχωρέσει ο προοδευτικός κόσμος, η νέα γενιά που ασφυκτιά και η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, σε κανέναν. Κανείς δεν δικαιούται να εφησυχάζει ότι η μάχη των επόμενων εκλογών θα είναι η μάχη της δεύτερης θέσης και όχι η μάχη της πολιτικής αλλαγής. Μπορεί οι σχέσεις των δύο χώρων να είναι ανταγωνιστικές στον δρόμο προς την κάλπη, δεν πρέπει, όμως, σε καμία περίπτωση να κοπούν εντελώς οι γέφυρες, πολύ περισσότερο ενόψει και δεύτερων εκλογών. Όπως είπαμε, η προοδευτική αλλαγή είναι ζητούμενο για τους πολίτες και από αυτό θα κριθούν όλοι.
του Στέργιου Καλπάκη
Γραμματέα της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ
Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 9.5.2026