Σε φάση έντονου στρατηγικού ανασχεδιασμού βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ, καθώς η ηγεσία της Χαριλάου Τρικούπη επιχειρεί να ανασυντάξει τις δυνάμεις του κόμματος και να ενισχύσει τη θέση του στο πολιτικό και δημοσκοπικό πεδίο.
του Χρήστου Δ. Δρούζια
Βασικός στόχος είναι η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου κυβερνητικού αφηγήματος, ικανού να απαντήσει στα βασικά προβλήματα που απασχολούν την κοινωνία. Η οικονομία, η ακρίβεια, οι μισθοί, η στεγαστική κρίση, η αγορά εργασίας αποτελούν τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους το κόμμα επιχειρεί να οικοδομήσει μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Κεντρικός άξονας αυτής της προσπάθειας είναι και η επανασύνδεση με κοινωνικά στρώματα και εκλογικά ακροατήρια που στο παρελθόν αποτελούσαν παραδοσιακά σημεία αναφοράς για το ΠΑΣΟΚ, αλλά τα τελευταία χρόνια έχουν απομακρυνθεί είτε λόγω πολιτικών μετατοπίσεων είτε εξαιτίας της γενικότερης αναδιάταξης του κομματικού συστήματος. Η Χαριλάου Τρικούπη επιδιώκει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των εργαζομένων, των μεσαίων στρωμάτων, των «περήφανων γηρατειών», όπως τα αποκαλούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, αλλά και των νεότερων γενεών, που αναζητούν μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, πέρα από τη σημερινή κυβερνητική κατεύθυνση αλλά και τις προτάσεις των υπόλοιπων κομμάτων του προοδευτικού χώρου.
Παράλληλα, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης δίνει έμφαση στην ανάγκη επανασυσπείρωσης της εκλογικής βάσης και ενίσχυσης της αντιπολιτευτικής παρουσίας του κόμματος. Στις δημόσιες παρεμβάσεις του υπογραμμίζει ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί δεν κρίνονται στις δημοσκοπήσεις αλλά στην κάλπη, επιδιώκοντας να διατηρήσει υψηλό επίπεδο κινητοποίησης στο εσωτερικό της παράταξης.
Ωστόσο, οι τελευταίες δημοσκοπικές μετρήσεις έχουν σημάνει συναγερμό στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, καθώς η παρατεταμένη αδυναμία του κόμματος να προσεγγίσει τον στόχο της δεύτερης θέσης προκαλεί έντονο προβληματισμό σε στελέχη και κομματικούς παράγοντες. Η παρατεταμένη αυτή κατάσταση έχει ανοίξει συζητήσεις στο εσωτερικό του κόμματος. Το βασικό ζήτημα που απασχολεί πλέον στελέχη και κομματικούς παράγοντες δεν είναι μόνο τα ποσοστά των μετρήσεων, αλλά η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να πείσει ένα ευρύτερο ακροατήριο ότι αποτελεί την κυρίαρχη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Στελέχη του κόμματος εκτιμούν ότι το διαθέσιμο πολιτικό «παράθυρο ευκαιρίας» δεν παραμένει ανοιχτό επ’ αόριστον και ζητούν πιο γρήγορες κινήσεις για την ενίσχυση της παρουσίας του ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία.
Στο εσωτερικό της παράταξης υπάρχουν φωνές που υποστηρίζουν ότι το κόμμα είχε τον απαιτούμενο χρόνο για να εδραιωθεί ως δεύτερη πολιτική δύναμη, αλλά δεν κατάφερε να αξιοποιήσει πλήρως τις ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν. Παράλληλα, διατυπώνεται η άποψη ότι η προσπάθεια να καταστεί το ΠΑΣΟΚ «ομπρέλα» της προοδευτικής παράταξης ξεκίνησε με καθυστέρηση.
Την ίδια ώρα, έντονη είναι η συζήτηση για το μοντέλο λειτουργίας του κόμματος. Βουλευτές και στελέχη ζητούν ενίσχυση των συλλογικών διαδικασιών και μεγαλύτερη συμμετοχή των θεσμικών οργάνων στη λήψη αποφάσεων. Η κριτική που ασκείται αφορά κυρίως την αντίληψη ότι σημαντικές επιλογές διαμορφώνονται από έναν στενό κύκλο συνεργατών γύρω από τον πρόεδρο, με περιορισμένη εσωκομματική διαβούλευση.
Αντί για μονοπρόσωπη εξουσία, στελέχη και βουλευτές ζητούν ένα πιο δημοκρατικό, ανοιχτό μοντέλο. Ένα μοντέλο, όπως επισημαίνουν, με περισσότερη διαφάνεια, διαβούλευση και συμμετοχή των θεσμικών οργάνων, που θα αξιοποιεί όλο το δυναμικό του κόμματος στη λήψη των αποφάσεων, χωρίς αποκλεισμούς.
Στον αντίποδα, υποστηρικτές της σημερινής ηγετικής δομής επισημαίνουν ότι η αποτελεσματικότητα απαιτεί ταχύτητα αποφάσεων, ιδιαίτερα σε ένα ρευστό πολιτικό περιβάλλον.
Παρά την πίεση που προκαλούν οι δημοσκοπήσεις, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται αποφασισμένη να συνεχίσει την προσπάθεια για εκλογική επικράτηση, με σταθερό στόχο τη νίκη απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Παράλληλα, βασική επιδίωξη της Χαριλάου Τρικούπη είναι η αποτροπή πιθανών διαρροών ψηφοφόρων προς τον Αλέξη Τσίπρα, μέσα από την ενίσχυση της εικόνας του ΠΑΣΟΚ ως αυτόνομου πολιτικού φορέα με σαφές πρόγραμμα και οργανωμένη δομή.
Στο πλαίσιο αυτό, το κόμμα προχωρά στην πολιτική και οργανωτική του διεύρυνση, επιδιώκοντας να προσεγγίσει πρόσωπα και κοινωνικές ομάδες πέρα από τον παραδοσιακό κομματικό πυρήνα.
Η διαδικασία αυτή, ωστόσο, δεν εξελίσσεται χωρίς εσωτερικές αντιδράσεις. Η συζήτηση γύρω από πιθανές επιστροφές πρώην στελεχών, όπως η Θεοδώρα Τζάκρη και η Νίνα Κασιμάτη, έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό σε βουλευτές, στελέχη και σε τμήμα της κομματικής βάσης.
Στην περίπτωση της Θεοδώρας Τζάκρη, οι ενστάσεις που διατυπώνονται αφορούν κυρίως το ζήτημα της εφαρμογής του καταστατικού του κόμματος και ειδικότερα τα χρονικά όρια κοινοβουλευτικής παρουσίας των στελεχών.
Το καταστατικό του ΠΑΣΟΚ προβλέπει ανώτατο όριο 20 ετών κοινοβουλευτικής θητείας. Η Θεοδώρα Τζάκρη εκλέγεται συνεχώς από το 2004, αρχικά με το ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια με τον ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός που έχει προκαλέσει συζήτηση για το κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη πρόβλεψη στην περίπτωσή της.
Κορυφαία στελέχη του κόμματος έχουν ήδη εκφράσει την άποψη ότι οι καταστατικές προβλέψεις πρέπει να ισχύουν οριζόντια, χωρίς εξαιρέσεις. Ενδεικτική ήταν η δημόσια παρέμβαση του Παύλου Γερουλάνου, ο οποίος υπογράμμισε την ανάγκη τήρησης των κανόνων του κόμματος και εξέφρασε επιφυλάξεις για το ενδεχόμενο ειδικής ρύθμισης προκειμένου να διευκολυνθεί συγκεκριμένη υποψηφιότητα.
Από την άλλη πλευρά, στελέχη που τάσσονται υπέρ της διεύρυνσης υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές συνθήκες απαιτούν ευρύτερες προσεγγίσεις και ότι κάθε περίπτωση πρέπει να αξιολογείται με βάση τα σημερινά δεδομένα. Για την περίπτωση της Θεοδώρας Τζάκρη επισημαίνουν ότι η κοινοβουλευτική της παρουσία τα τελευταία χρόνια δεν προήλθε από ψηφοδέλτια του ΠΑΣΟΚ, στοιχείο που, κατά την άποψή τους, διαφοροποιεί τα δεδομένα της συζήτησης.
Αντίστοιχες αντιδράσεις καταγράφονται και γύρω από το ενδεχόμενο επιστροφής της Νίνας Κασιμάτη. Οι επιφυλάξεις που εκφράζονται συνδέονται κυρίως με παλαιότερες δημόσιες τοποθετήσεις της, οι οποίες είχαν προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα λόγω υβριστικών αναφορών που αφορούσαν τον πρώην πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου.
Για αρκετά στελέχη, ζητούμενο δεν είναι μόνο η εκλογική ενίσχυση μέσω της διεύρυνσης, αλλά και η διατήρηση της εσωτερικής συνοχής και της πολιτικής ταυτότητας του κόμματος.
Παρά τις αντιδράσεις, η ηγεσία της Χαριλάου Τρικούπη εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει στην πολιτική διεύρυνση του ΠΑΣΟΚ, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή Διεύρυνσης και Συμπαράταξης, υπό τον Κώστα Σκανδαλίδη, ανακοίνωσε από τη Θεσσαλονίκη την ένταξη 46 νέων στελεχών στο κόμμα. Στις νέες προσθήκες περιλαμβάνονται πρόσωπα με πολιτική εμπειρία, μεταξύ των οποίων πρώην ευρωβουλευτές, πρώην βουλευτές, καθώς και στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως πρώην νομάρχες και δήμαρχοι.
Παράλληλα, συνεχίζεται η διαδικασία επιλογής των υποψηφίων που θα στελεχώσουν τα ψηφοδέλτια του κόμματος. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στις εκλογικές περιφέρειες του λεκανοπεδίου, όπου οι επιλογές θεωρούνται ιδιαίτερα κρίσιμες, χωρίς να λείπουν οι εκκρεμότητες και σε άλλες περιοχές της χώρας.
Σύμφωνα με κομματικές πηγές, οι εισηγήσεις έχουν ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό και οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν σε επίπεδο ηγεσίας, πριν από τις επίσημες ανακοινώσεις και παρουσιάσεις ονομάτων που αναμένονται έως τα τέλη Ιουλίου. Η επιλογή της έγκαιρης ανακοίνωσης των ψηφοδελτίων δεν αποτελεί τυχαία απόφαση. Στη Χαριλάου Τρικούπη εκτιμούν ότι η πρόωρη ενεργοποίηση των υποψηφίων θα προσφέρει περισσότερο χρόνο για πολιτική παρουσία στις εκλογικές περιφέρειες και θα περιορίσει τις εσωκομματικές εκκρεμότητες της τελευταίας στιγμής.
Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, είναι αν η διαδικασία αξιολόγησης θα καταφέρει να αποτρέψει πιθανές αστοχίες. Στο παρελθόν, αρκετά κόμματα είχαν βρεθεί αντιμέτωπα με προβλήματα από δημόσιες δηλώσεις ή παλαιότερες τοποθετήσεις υποψηφίων που ήρθαν στην επικαιρότητα μετά την ανακοίνωση των ψηφοδελτίων.
Για τον λόγο αυτόν, το επιτελείο του Νίκου Ανδρουλάκη φέρεται να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα όχι μόνο στα πολιτικά χαρακτηριστικά και την εκλογική δυναμική των υποψηφίων, αλλά και στη συνολική δημόσια εικόνα τους.
Αν η στρατηγική αυτή αποδώσει, ο Νίκος Ανδρουλάκης θα έχει αποφύγει έναν από τους πιο συνηθισμένους «πονοκεφάλους» των κομμάτων πριν από τις εκλογές. Αν όχι, τότε ενδεχόμενες αμφιλεγόμενες υποψηφιότητες θα μπορούσαν να επισκιάσουν το πολιτικό μήνυμα που επιδιώκει να εκπέμψει το ΠΑΣΟΚ με την ανακοίνωση των ψηφοδελτίων του.
Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 11 Ιουλίου 2026