Για αρκετό διάστημα, οι Ευρωπαίοι και άλλοι δυτικοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών επέλεγαν μια προσεκτική στάση απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Η λογική ήταν απλή: απέναντι στις προκλήσεις, τις πιέσεις και τις απειλές του Αμερικανού προέδρου, η καλύτερη επιλογή ήταν να αποφεύγεται η ευθεία σύγκρουση. Στο Νταβός, μάλιστα, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ είχε συμβουλεύσει τους συμμάχους να «πάρουν μια βαθιά ανάσα» και να μην απαντούν στις προκλήσεις.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του Politico, η τακτική αυτή φαίνεται να έχει αλλάξει. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ έχουν επιλέξει έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης του Τραμπ, χρησιμοποιώντας πλέον όχι μόνο τη διπλωματική γλώσσα αλλά και το χιούμορ, την ειρωνεία και τη δημόσια αντιπαράθεση. Η αλλαγή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορά δύο ηγέτες χωρών που παραδοσιακά θεωρούνται στενοί σύμμαχοι της Ουάσινγκτον.
Ο Κάρνεϊ έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ύφος. Σε δημόσιες παρεμβάσεις του έχει σατιρίσει δηλώσεις και συμπεριφορές του Τραμπ, ακόμη και μιμούμενος χαρακτηριστικές κινήσεις του Αμερικανού προέδρου. Παράλληλα, έχει χρησιμοποιήσει το χιούμορ για να σχολιάσει ακόμη και προσωπικές κινήσεις του Τραμπ, όπως το συμβολικό «κλειδί» του Λευκού Οίκου που του είχε χαρίσει ο Αμερικανός πρόεδρος.
Ο Μακρόν, από την πλευρά του, κινείται περισσότερο στη σφαίρα της διπλωματικής αντιπαράθεσης. Η γαλλική προεδρία έχει επανειλημμένα επιχειρήσει να διατηρήσει ανοιχτό τον διάλογο με την Ουάσινγκτον, χωρίς όμως να αποφεύγει πλέον να εκφράζει δημόσια τις διαφωνίες της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η στάση του Γάλλου προέδρου απέναντι στις αμερικανικές τοποθετήσεις για τη Γροιλανδία. Σε μήνυμά του προς τον Τραμπ, ο Μακρόν εξέφρασε την απορία του για την αμερικανική πολιτική, ενώ παράλληλα πρότεινε τη διοργάνωση συνάντησης των χωρών της G7 στο Παρίσι.
Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της σχέσης. Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να έχουν κοινά συμφέροντα σε κρίσιμα ζητήματα, όμως οι διαφωνίες για το εμπόριο, την Ουκρανία, τη Γροιλανδία και τη γενικότερη πορεία της διατλαντικής σχέσης έχουν γίνει πιο έντονες.
Έτσι, η περίπτωση Μακρόν και Κάρνεϊ δείχνει μια ευρύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι δυτικοί ηγέτες αντιμετωπίζουν τον Τραμπ. Η προηγούμενη στρατηγική των φιλοφρονήσεων και της αποφυγής της σύγκρουσης συνυπάρχει πλέον με μια πιο άμεση και δημόσια απάντηση. Το αν αυτή η τακτική θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη πίεση προς την Ουάσινγκτον ή σε περαιτέρω ένταση στις διατλαντικές σχέσεις παραμένει ανοιχτό ερώτημα.