Το ΠΑΣΟΚ κλιμακώνει την πολιτική του δραστηριότητα ενόψει των εθνικών εκλογών, με τη Χαριλάου Τρικούπη να εντείνει τα πολιτικά μηνύματα προς κάθε κατεύθυνση. Η αξιωματική αντιπολίτευση στοχεύει τόσο την κυβέρνηση της ΝΔ όσο και τον Αλέξη Τσίπρα, σε μια προσπάθεια να καθορίσει το πολιτικό τοπίο προ της κάλπης.
Του Χρήστου Δ. Δρούζια
Κατά τη συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου την περασμένη Τετάρτη, τα ανώτατα στελέχη του ΠΑΣΟΚ συζήτησαν διεξοδικά την πολιτική ατζέντα που θα ακολουθήσει το κόμμα στον δρόμο προς τις εθνικές εκλογές. Η στρατηγική που καθορίστηκε περιλαμβάνει συγκεκριμένους άξονες δράσης και ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους.
Το ανώτατο όργανο του κόμματος επικεντρώθηκε σε κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν τα θεσμικά θέματα, τα οποία η αξιωματική αντιπολίτευση αναδεικνύει συστηματικά, η συνταγματική αναθεώρηση, η οργανωτική ανασύνταξη, καθώς και η κοινωνική ατζέντα που επιδιώκει να προωθήσει το κόμμα.
Παράλληλα, επαναβεβαιώθηκε η βασική γραμμή του κόμματος: Το ΠΑΣΟΚ είναι ο μόνος πραγματικός, αξιόπιστος και «αξιόμαχος αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας, στοχεύοντας στην εκπροσώπηση της Κεντροαριστεράς και στην άσκηση ουσιαστικής αντιπολίτευσης. Το μήνυμα, επίσης, ήταν σαφές: Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να βρίσκεται μερικά βήματα μπροστά, όχι μόνο δημοσκοπικά, για τις επερχόμενες πολιτικές αναμετρήσεις. Αυτό περιλαμβάνει τον «μονομέτωπο αγώνα με τη ΝΔ» αλλά και τις αντιπαραθέσεις με τις όμορες πολιτικές δυνάμεις, όπως το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Κομματικές πηγές περιγράφουν τη στρατηγική τους ως επαναφορά του παραδοσιακού δικομματικού συστήματος που χαρακτήριζε την ελληνική πολιτική σκηνή πριν από την οικονομική κρίση του 2010. Εκείνη την περίοδο, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ αντιπροσώπευαν τους δύο κεντρικούς άξονες του πολιτικού γίγνεσθαι, με τη μία παράταξη να εκφράζει τη συντηρητική προσέγγιση και την άλλη το προοδευτικό όραμα. Το «σκληρό ροκ» που επιλέγει σήμερα η Χαριλάου Τρικούπη αποσκοπεί ακριβώς σε αυτή την αναβίωση του διπολισμού.
Στελέχη του ΠΑΣΟΚ εκτιμούν πως το κόμμα θα πρέπει να αναπτύξει και άλλο τον βηματισμό του, δίνοντας έμφαση σε πέντε επίπεδα, προκειμένου, όπως λένε χαρακτηριστικά, να διατηρήσει τη δεύτερη θέση στις δημοσκοπήσεις σε μια περίοδο που ετοιμάζονται να κάνουν την εμφάνισή τους τα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού.
Το πρώτο επίπεδο αφορά στα ζητήματα και στα προβλήματα της καθημερινότητας των πολιτών, παρουσιάζοντας συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις για την επίλυσή τους. Το δεύτερο έχει να κάνει με την έντονη και συνεχή κοινοβουλευτική παρουσία, επικεντρωμένη στον έλεγχο της κυβέρνησης και την κατάθεση προτάσεων για θεσμικά και κοινωνικά ζητήματα. Το τρίτο στην επικοινωνία του προγράμματος και των θέσεων του κόμματος, που εστιάζει στην προβολή μιας ολοκληρωμένης κυβερνητικής πρότασης με επίκεντρο την κοινωνική δικαιοσύνη και την ανασυγκρότηση του κράτους. Το τέταρτο στη στρατηγική διεύρυνσης, καθώς και τη διαμόρφωση ενός εκλογικού σχήματος που θα συνδυάζει εμπειρία και φρέσκα πρόσωπα ενόψει της επόμενης κάλπης.
Σε ό,τι αφορά στο πρώτο επίπεδο, η Χαριλάου Τρικούπη τοποθετεί στο κέντρο της ατζέντας τα προβλήματα που ταλανίζουν την καθημερινότητα των Ελλήνων πολιτών. Το κόμμα επενδύει σε μια νέα προσέγγιση που αγγίζει τα πραγματικά προβλήματα της καθημερινότητας, από την οικονομία και την υγεία μέχρι την παιδεία και την εργασία, όπου το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να πρωτοστατήσει στον κοινωνικό διάλογο με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Η πρόταση για την πιλοτική εφαρμογή της 4ήμερης εργασίας πρώτα και κύρια στις μεγάλες επιχειρήσεις (άνω των 20 εργαζομένων) και για θέσεις έντασης διανοίας, όχι έντασης εργασίας, αποτελεί μέρος της ευρύτερης στρατηγικής του κόμματος να ανοίξει νέους δρόμους στις εργασιακές σχέσεις. Παράλληλα, η αντιμετώπιση της ακρίβειας παραμένει στο επίκεντρο, με το κόμμα να παρουσιάζει συγκεκριμένες προτάσεις για τις τράπεζες και τον τρόπο που αυτές επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών.
Σύμφωνα με τα κεντροαριστερά στελέχη, η εκτίμηση είναι ότι η κυβέρνηση επιτρέπει στους λίγους να συσσωρεύουν υπερκέρδη εις βάρος της πλειονότητας των πολιτών. Αντί, όπως υποστηρίζουν, να προωθήσει μόνιμες λύσεις για την αντιμετώπιση των αυξημένων τιμών, η κυβέρνηση Μητσοτάκη προτιμά τις έκτακτες ενισχύσεις όπως τα διάφορα «pass». Παράλληλα, οι μισθολογικές προσαρμογές παραμένουν ανεπαρκείς και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική αύξηση του κόστους ζωής, δημιουργώντας ένα χάσμα μεταξύ εισοδημάτων και δαπανών που συνεχώς διευρύνεται.
Παρότι καμία τροπολογία δεν έχει γίνει δεκτή χωρίς την έγκριση της πλειοψηφίας, το ΠΑΣΟΚ θα συνεχίζει την τακτική των κοινοβουλευτικών πρωτοβουλιών, εστιάζοντας σε θεσμικές παρεμβάσεις και τεκμηριωμένες κοινωνικοοικονομικές προτάσεις.
Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ διατηρεί το ζήτημα των υποκλοπών στην κορυφή της πολιτικής του ατζέντας, προχωρώντας στην κατάθεση επίσημης πρότασης για τη σύσταση νέας Εξεταστικής Επιτροπής στη Βουλή.
Το κεντρικό αίτημα της πρότασης επικεντρώνεται στην ολοκληρωμένη διερεύνηση της χρήσης του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator και στον εντοπισμό των ευθυνών της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Ειδικότερα, ζητείται να διερευνηθεί πλήρως «εάν και υπό ποιες συνθήκες χρησιμοποιήθηκε το Predator από την ΕΥΠ, μέσω του ΚΕΤΥΑΚ (Κέντρου Τεχνολογικής Υποστήριξης, Ανάπτυξης και Καινοτοµίας) ή μη, από παρακλάδια της ίδιας ή άλλων κρατικών υπηρεσιών και ποια πρόσωπα παρήγγειλαν, επέβλεψαν, γνώριζαν, συμμετείχαν ή και ενέκριναν αυτή τη χρήση».
Στελέχη της Χαριλάου Τρικούπη δηλώνουν ότι ο αγώνας θα συνεχιστεί «μέχρι τέλους» σε νομικό και πολιτικό επίπεδο, χαρακτηρίζοντας την υπόθεση ως προσπάθεια αποδόμησης ενός «νοσηρού παρακράτους.
Το επόμενο διάστημα, το κόμμα επιδιώκει να επικοινωνήσει καλύτερα το ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο, επιδιώκοντας να το καταστήσει πιο αναγνωρίσιμο και «χειροπιαστό» στην κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό, η Χαριλάου Τρικούπη έχει θέσει ως κεντρικό στόχο τη διάχυση του κυβερνητικού του προγράμματος «σε κάθε γειτονιά, πόλη και χωριό» της Ελλάδας, εστιάζοντας στην απευθείας επαφή με τους πολίτες.
Την ίδια ώρα, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε μια φάση έντονης κινητικότητας για την αμφίπλευρη διεύρυνση του κόμματος, επιχειρώντας να προσελκύσει στελέχη κυρίως από τον χώρο της Κεντροαριστεράς, προκειμένου να προλάβει τις κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα και την ίδρυση νέου κόμματος, διαμορφώνοντας έγκαιρα ένα ευρύτερο μέτωπο στελεχών και ανεξάρτητων βουλευτών που ζητούν αλλαγή πολιτικού σκηνικού.
Η περίπτωση του Νικόλα Φαραντούρη αποτελεί την πιο πρόσφατη «μεταγραφή». Πληροφορίες αναφέρουν ότι στον δρόμο προς τη Χαριλάου Τρικούπη ενδέχεται να βρεθούν και άλλοι βουλευτές ή στελέχη, με ονόματα όπως η Νίνα Κασιμάτη, ο Ευάγγελος Αποστολάκης και η Θεοδώρα Τζάκρη να βρίσκονται στο επίκεντρο της φημολογίας.
Η στρατηγική διεύρυνσης που υλοποιεί ο Νίκος Ανδρουλάκης διχάζει τα στελέχη και τους υποστηρικτές του κόμματος, που εκφράζουν ανάμεικτα συναισθήματα απέναντι στις προεδρικές πρωτοβουλίες. Ορισμένοι βλέπουν την κίνηση αυτή ως ευκαιρία για ανανέωση και ενδυνάμωση της παράταξης, ενώ άλλοι φοβούνται ότι μπορεί να αλλοιώσει την ταυτότητα του κόμματος.
Οι επικριτές της διεύρυνσης υποστηρίζουν ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει ανάγκη από γυρολόγους και εκείνους που πλήγωσαν την παράταξη, οι οποίοι με την πρώτη ευκαιρία θα αμφισβητήσουν τις ιδεολογικές θέσεις του κόμματος. Η αναφορά στους γυρολόγους αποτυπώνει την αγανάκτηση τμήματος βουλευτών και στελεχών, που θεωρούν προβληματική την προοπτική να υποδεχτούν πρόσωπα που κάποτε «λοιδόρησαν» και «χλεύασαν» το ΠΑΣΟΚ για προσωπικά οφέλη.
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές των πρωτοβουλιών Ανδρουλάκη τονίζουν την ανάγκη για ευρύτερες συμμαχίες που θα ενισχύσουν την εκλογική δύναμη του ΠΑΣΟΚ. Θεωρούν ότι μόνο μέσα από τη συνεργασία με άλλες προοδευτικές δυνάμεις μπορεί να επιτευχθεί η πολιτική αλλαγή που επιδιώκει το κόμμα.
Η επιχείρηση διεύρυνσης του ΠΑΣΟΚ απασχόλησε τη συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου. Παρά τη θετική τοποθέτηση του προέδρου Νίκου Ανδρουλάκη υπέρ της συνέχισης της διαδικασίας, φαίνεται πως σημαντικά στελέχη έχουν διαφορετική άποψη.
Η Έφη Χαλάτση, μέλος της ομάδας Γερουλάνου, έθεσε με σαφήνεια το ζήτημα της ισότιμης μεταχείρισης όλων των στελεχών. Απευθυνόμενη στον Νίκο Ανδρουλάκη, τόνισε ότι η απόφαση του Συνεδρίου πρέπει να ισχύει για όλους, τόσο για αυτούς που αποχωρούν (σ.σ. Χάρης Καστανίδης) όσο και γι’ αυτούς που ενσωματώνονται στο κόμμα, φωτογραφίζοντας την ανεξάρτητη βουλευτή Πέλλας Θεοδώρα Τζάκρη, με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να φέρεται να της απαντά ότι όλοι συμφωνούν σε αυτό και ότι οι θητείες που μπήκαν δεν είχαν σκοπιμότητα. Υπενθυμίζεται πως η Θεοδώρα Τζάκρη μετράει 22 χρόνια στα βουλευτικά έδρανα. Όπερ σημαίνει πως, εάν επιθυμεί να επιστρέψει στο ΠΑΣΟΚ, δεν θα είναι υποψήφια στις εκλογές.
Την ίδια ώρα, ο εκπρόσωπος Τύπου Κώστας Τσουκαλάς και ο Μιχάλης Κατρίνης τοποθετήθηκαν υπέρ μιας πολιτικής ανοιχτών προσκλήσεων, χωρίς επιλεκτικούς αποκλεισμούς, προκειμένου να προχωρήσει απρόσκοπτα η επιχείρηση διεύρυνσης, που συντονίζει ο Κώστας Σκανδαλίδης. Από την πλευρά του, ο Μανώλης Χριστοδουλάκης υπογράμμισε την ανάγκη τα πρόσωπα που επιστρέφουν στο ΠΑΣΟΚ να ασκήσουν κάποιου είδους αυτοκριτική για προγενέστερες δηλώσεις ή επιλογές τους. Πρότεινε, μάλιστα, τη σύνταξη ενός «κειμένου κανόνων» για τη διεύρυνση, το οποίο θα απαιτεί από τα εισερχόμενα στελέχη την αναγνώριση λαθών του παρελθόντος.
Εκτός από τη Θεοδώρα Τζάκρη, έντονες εσωκομματικές αντιδράσεις και τριγμούς προκαλεί και το ενδεχόμενο επιστροφής της Νίνας Κασιμάτη, το παρελθόν της οποίας περιλαμβάνει υβριστικές δηλώσεις κατά του Γιώργου Παπανδρέου, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά εμπόδια στην ενδεχόμενη επανένταξή της. Ο Φίλιππος Σαχινίδης, προβεβλημένο στέλεχος της παράταξης, είχε δηλώσει ότι η κ. Κασιμάτη οφείλει να ζητήσει συγγνώμη ή άφεση αμαρτιών για τις προηγούμενες τοποθετήσεις της, πριν ενταχθεί στο Κίνημα.
Παρά τις εσωτερικές αντιδράσεις, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να κάνει πίσω και εμφανίζεται αποφασισμένη να προωθήσει την αμφίπλευρη διεύρυνση. Η κεντρική επιχειρηματολογία εστιάζει στην προσθήκη στελεχών με εκλογική απήχηση που μπορούν να ενισχύσουν τα ποσοστά του κόμματος. Η ηγεσία αξιολογεί ότι οι προσωρινές εντάσεις που δημιουργούνται αποτελούν αναγκαίο κόστος για τη μακροπρόθεσμη ενδυνάμωση της παράταξης. Η στρατηγική αυτή αντανακλά την πεποίθηση ότι το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται να διευρύνει τη βάση του για να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά τα άλλα κόμματα στο πολιτικό σκηνικό.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ