Ο Τραμπ επισκέπτεται το Πεκίνο με το βλέμμα στο Ιράν

Οι πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ, προετοιμάζονται για την πολυαναμενόμενη συνάντηση κορυφής

Οι πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ, προετοιμάζονται για την πολυαναμενόμενη συνάντηση κορυφής, με τις δύο πλευρές να δηλώνουν ότι οι διμερείς σχέσεις έχουν παραμείνει γενικά σταθερές τους τελευταίους μήνες – και ότι επιθυμούν να διατηρηθεί αυτή η σταθερότητα. Ωστόσο, πολλά κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά ανάμεσα στις δύο πλευρές, χωρίς να διαφαίνεται εύκολη λύση.

Λίγοι αναμένουν σημαντικές εξελίξεις στις μακροχρόνιες τριβές ανάμεσα στην Κίνα και τις ΗΠΑ, οι οποίες εκτείνονται από τον ανταγωνισμό στην τεχνολογία μέχρι το ακανθώδες ζήτημα της Ταϊβάν, της οποίας ο βασικός ανεπίσημος σύμμαχος είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στην ατζέντα αναμένεται να προστεθεί και ο τερματισμός του πολέμου με το Ιράν, με το Πεκίνο να θεωρείται ένας από τους ανεπίσημους διαμεσολαβητές στη σύγκρουση.

«Και στις δύο πλευρές υπάρχει συναίνεση ότι η σταθερότητα στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας είναι σημαντική», δήλωσε η Χενριέτα Λέβιν, ανώτερη ερευνήτρια του Freeman Chair in China Studies στο Center for Strategic and International Studies στην Ουάσιγκτον.

«Μόλις περάσει κανείς το ζήτημα της σταθερότητας, το “τι ακολουθεί” στις σχέσεις γίνεται πιο περίπλοκο και για αυτόν τον λόγο, το πιθανότερο είναι ότι από τη συνάντηση θα προκύψουν ελάχιστα πράγματα», πρόσθεσε.

Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, κατά την αναχώρηση του τα ξημερώματα της Τετάρτης δήλωσε ότι θα ζητήσει από τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ να «ανοίξει» περισσότερο την κινεζική οικονομία και αγορά, κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής τους.

«Θα ζητήσω από τον πρόεδρο Σι, έναν ηγέτη εξαιρετικής εμβέλειας, να “ανοίξει” την Κίνα ώστε αυτοί οι λαμπροί άνθρωποι να μπορέσουν να κάνουν τα θαύματά τους», ανέφερε σε ανάρτησή του στο Truth Social.

Στην αμερικανική αποστολή συμμετέχουν επικεφαλής μεγάλων αμερικανικών εταιρειών, γεγονός που δείχνει τη σημασία που αποδίδει η Ουάσινγκτον στην ενίσχυση της πρόσβασης των αμερικανικών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά.

Πιθανή εμπορική συμφωνία, όχι όμως οριστική λύση

Ο εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα ξεκίνησε κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, αλλά κλιμακώθηκε δραματικά τον Απρίλιο του περασμένου έτους, κατά τη λεγόμενη «Ημέρα Απελευθέρωσης» του Τραμπ, όταν ανακοινώθηκαν δασμοί 34% σε όλα τα κινεζικά προϊόντα.

Η Κίνα αντέδρασε με αντίμετρα και περιορισμούς, μεταξύ άλλων στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Οι δασμοί έφτασαν ακόμη και το 145% στη διάρκεια της κλιμάκωσης.

Συνειδητοποιώντας ότι οι υπερβολικά υψηλοί δασμοί δεν ήταν βιώσιμοι, οι δύο πλευρές προχώρησαν σε εμπορική εκεχειρία, αναστέλλοντας πολλά από τα τιμωρητικά οικονομικά μέτρα. Οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν στη Νότια Κορέα τον Οκτώβριο και επέκτειναν την εκεχειρία για ακόμη έναν χρόνο. Η Κίνα δεσμεύτηκε να αγοράσει σόγια από Αμερικανούς αγρότες, ενώ οι ΗΠΑ μείωσαν τους δασμούς περισσότερο από το μισό.

Ο καθηγητής διεθνών σχέσεων του Πανεπιστημίου Fudan, Ζάο Μινγκχάο, δήλωσε ότι «η στρατηγική της Κίνας ήταν να προωθήσει τη σταθερότητα απαντώντας δυναμικά». «Οι δύο πλευρές θα μπορούσαν κάλλιστα να ανακοινώσουν αυτή τη φορά μια συνολική εμπορική συμφωνία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος τελείωσε, ενώ η συμφωνία θα συνοδεύεται από όρους», ανέφερε.

Η εμπορική εκεχειρία του περασμένου έτους δεν έλυσε τα βασικά προβλήματα και δεν σήμαινε επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Η Κίνα διαθέτει πλέον νέο σύστημα αδειοδότησης για τις εξαγωγές σπάνιων γαιών, το οποίο μπορεί να αυστηροποιήσει οποιαδήποτε στιγμή.

Παράλληλα, σύμφωνα με τη Γουέντι Κάτλερ, αντιπρόεδρο της Asia Society και πρώην διαπραγματεύτρια εμπορίου των ΗΠΑ, αυτή τη φορά «έχει υπάρξει έλλειψη της εντατικής εμπλοκής που χαρακτήριζε προηγούμενες συνόδους κορυφής».

Τον Απρίλιο, η Κίνα εξέδωσε νέους κανονισμούς που δημιουργούν πλαίσιο εντοπισμού και αντιμετώπισης ξένων μέτρων που στοχεύουν κινεζικές εταιρείες. Με βάση τους νέους κανόνες, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου κάλεσε επηρεαζόμενες επιχειρήσεις – όπως ένα διυλιστήριο πετρελαίου που αγόραζε ιρανικό αργό – να αγνοήσουν τις αμερικανικές κυρώσεις.

Αν και ορισμένοι εκτιμούν ότι οι δύο πλευρές θα ανακοινώσουν παράταση της εμπορικής εκεχειρίας, σημειώνουν ότι συνεχίζουν παράλληλα να λαμβάνουν στοχευμένα μέτρα.

«Είναι μια εύθραυστη εκεχειρία», σχολίασε η Κάτλερ.

Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε επίσης την Κυριακή ότι σχεδιάζεται η δημιουργία ενός νέου «Συμβουλίου Εμπορίου», προκειμένου οι δύο χώρες να διατηρούν ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας για οικονομικά ζητήματα.