Η δημόσια καταγγελία του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ότι το Ιράν ενεργεί με «απίστευτη διπροσωπία» στις επαφές του με την Ουάσιγκτον αποτελεί το πιο πρόσφατο δείγμα της δυσκολίας του να αποκωδικοποιήσει την ηγεσία της Τεχεράνης, σύμφωνα με ανάλυση στους New York Times.
Ο Τραμπ θεωρεί ότι διαθέτει ιδιαίτερη ικανότητα να αξιολογεί και να εκμεταλλεύεται τους αντιπάλους του. Ωστόσο, οι Ιρανοί ηγέτες αποδεικνύονται ένας αντίπαλος που συνεχίζει να τον αιφνιδιάζει, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση.
«Το μόνο που κάνουν είναι να με εξοργίζουν», δήλωσε σε δημοσιογράφους την περασμένη εβδομάδα.
Η ένταση ενδέχεται να συνεχιστεί. Αξιωματούχοι της κυβέρνησής του εκτιμούν ότι μια νέα συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ βρίσκεται κοντά, όμως η Τεχεράνη εξακολουθεί να επιμένει στην επιβολή τελών διέλευσης, κάτι που ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει απαράδεκτο.
Η αδυναμία επίτευξης ευνοϊκής συμφωνίας έχει πολιτικό κόστος για τον Αμερικανό πρόεδρο, ιδιαίτερα μεταξύ των ψηφοφόρων που αντιτίθενται σε νέες πολεμικές εμπλοκές. Παράλληλα, η συνεχιζόμενη αστάθεια γύρω από τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό διατηρεί τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλή μεταβλητότητα, με επιπτώσεις τόσο στους Αμερικανούς καταναλωτές όσο και στην παγκόσμια οικονομία.
Διαχρονικός γρίφος για τους Αμερικανούς προέδρους
Ο Τραμπ δεν είναι ο πρώτος πρόεδρος των ΗΠΑ που δυσκολεύεται να κατανοήσει το ιρανικό πολιτικό σύστημα. Oλοι οι πρόεδροι μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 επιχείρησαν να αποκωδικοποιήσουν τη σύνθετη δομή εξουσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Οι περισσότεροι απέτυχαν, ενώ ορισμένοι υπέστησαν σοβαρό πολιτικό πλήγμα. Εξαίρεση αποτελεί ο Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος, ύστερα από διαπραγματεύσεις 20 μηνών, κατέληξε στη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν το 2015. Παρότι ο ίδιος τη θεώρησε κορυφαίο διπλωματικό επίτευγμα, επικρίθηκε από Ρεπουμπλικανούς αλλά και Δημοκρατικούς, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η Τεχεράνη εκμεταλλεύτηκε τη διάθεση συμβιβασμού της Ουάσιγκτον.
Ο Κένεθ Πόλακ, πρώην αναλυτής της CIA και στέλεχος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, εκτιμά ότι ο Τραμπ είναι ίσως ο πρόεδρος που «κατανόησε λιγότερο από όλους την ηγεσία του Ιράν».
Oπως σημειώνει, ο Τραμπ επιδίωξε ταυτόχρονα μεγάλη συμφωνία με την Τεχεράνη και άσκησε τη μεγαλύτερη στρατιωτική πίεση εναντίον της, χωρίς καμία από τις δύο στρατηγικές να αποδώσει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.
Η στρατιωτική πίεση δεν έφερε την αλλαγή
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα εκφράσει την πεποίθηση ότι η συντριπτική στρατιωτική ισχύς μπορεί να οδηγήσει γρήγορα σε πολιτική λύση.
Μετά την αμερικανική αεροπορική επιδρομή της 28ης Φεβρουαρίου, στην οποία σκοτώθηκε ο επί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες ανώτατος ηγέτης του Ιράν Αλί Χαμενεΐ, κάλεσε δημόσια τον ιρανικό λαό να ανατρέψει το καθεστώς, δηλώνοντας ότι ο ίδιος θα επέλεγε τον επόμενο ηγέτη της χώρας.
Ωστόσο, λαϊκή εξέγερση δεν σημειώθηκε.
Αντίθετα, η σκληροπυρηνική ηγεσία ενίσχυσε τη θέση της και τον Μάρτιο επέλεξε ως νέο ανώτατο ηγέτη τον γιο του εκλιπόντος, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, τον οποίο οι Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν ακόμη πιο αδιάλλακτο και περισσότερο προσηλωμένο στην απόκτηση πυρηνικού όπλου.
Η Τεχεράνη αγνόησε πλήρως τη δημόσια προειδοποίηση του Τραμπ ότι μια τέτοια επιλογή «δεν θα ήταν αποδεκτή», ενώ ο νέος ανώτατος ηγέτης δεν ανταποκρίθηκε ούτε στην πρόταση για προσωπική συνάντηση.
Ενα σύστημα θεμελιωμένο στην αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ
Παρά τις επαφές για επιμέρους ζητήματα, όπως τα Στενά του Ορμούζ και το πυρηνικό πρόγραμμα, οι Ιρανοί αξιωματούχοι εξακολουθούν να απορρίπτουν πολλές από τις βασικές απαιτήσεις της Ουάσιγκτον.
Σύμφωνα με αναλυτές, η Ισλαμική Δημοκρατία παραμένει ένα πολιτικό σύστημα του οποίου η ιδεολογική ταυτότητα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη μια συνολική προσέγγιση.
Η Σουζάν Μαλόνι, αντιπρόεδρος του Brookings Institution, επισημαίνει ότι οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υποτίμησαν επί δεκαετίες τόσο την ιδεολογική προσήλωση όσο και τη βαθιά θεσμοθετημένη δομή εξουσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Ενα ακόμη εμπόδιο, σημειώνει, είναι η περιορισμένη άμεση επαφή Αμερικανών αξιωματούχων με τους κορυφαίους ηγέτες του Ιράν. Κανένας Αμερικανός αξιωματούχος δεν συναντήθηκε ποτέ με τον Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, τον Αλί Χαμενεΐ ή τον διάδοχό του.
Τα διδάγματα από Κάρτερ, Ρίγκαν, Κλίντον και Ομπάμα
Η Ιστορία των αμερικανοϊρανικών σχέσεων είναι γεμάτη αποτυχημένες προσπάθειες προσέγγισης.
Ο Τζίμι Κάρτερ επιχείρησε μυστικές διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωση των Αμερικανών ομήρων το 1980, όμως το σχέδιο κατέρρευσε όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί το απέρριψε.
Ο Ρόναλντ Ρίγκαν ενέκρινε μυστικές πωλήσεις όπλων στο Ιράν με την ελπίδα ότι θα ενίσχυε μετριοπαθείς κύκλους, όμως η υπόθεση εξελίχθηκε στο σκάνδαλο Iran-Contra.
Ο Μπιλ Κλίντον επιχείρησε να αξιοποιήσει την εκλογή του μεταρρυθμιστή προέδρου Μοχάμαντ Χαταμί το 1997, αλλά οι σκληροπυρηνικοί υπό τον Αλί Χαμενεΐ μπλόκαραν κάθε προοπτική εξομάλυνσης.
Μόνο ο Μπαράκ Ομπάμα πέτυχε σημαντική συμφωνία, με το πυρηνικό σύμφωνο του 2015, το οποίο περιόριζε έως και 15 χρόνια το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έναντι άρσης κυρώσεων. Ωστόσο, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία το 2018, επί προεδρίας Τραμπ, επιβεβαίωσε τις υποψίες της Τεχεράνης ότι η Ουάσιγκτον δεν αποτελεί αξιόπιστο συνομιλητή.
Εκτοτε, το Ιράν επιτάχυνε το πυρηνικό του πρόγραμμα, οδηγώντας τελικά στη στρατιωτική σύγκρουση που ξέσπασε τον Φεβρουάριο.
Ο βετεράνος διπλωμάτης Ντένις Ρος συνοψίζει το πρόβλημα ως εξής: «Οι Ιρανοί φαίνεται να μας καταλαβαίνουν καλύτερα απ’ ό,τι εμείς τους καταλαβαίνουμε».
Κατά την εκτίμησή του, η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται τη βιασύνη της Ουάσιγκτον να επιτύχει συμφωνίες ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, θεωρώντας ότι ο χρόνος λειτουργεί περισσότερο υπέρ του Ιράν παρά των Ηνωμένων Πολιτειών.