Μια μακρά και πολυεπίπεδη έρευνα της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογικών μέσων και παλαιότερου αποδεικτικού υλικού, οδήγησε στην ταυτοποίηση τριών εκ των φερόμενων δραστών της εμπρηστικής επίθεσης στο υποκατάστημα της Marfin, τον Μάιο του 2010, κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι.
Η έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης βασίστηκε σε πραγματογνωμοσύνη 120 σελίδων, στην οποία καταγράφονται αναλυτικά τα ευρήματα της έρευνας και η αξιολόγηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων. Καθοριστική θεωρείται, σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, η αξιοποίηση στοιχείων που είχαν προκύψει από έρευνα της Αντιτρομοκρατικής το 2020 για υπόθεση εκρηκτικών, τα οποία συνδυάστηκαν με νεότερα δεδομένα και συνέβαλαν στην ταυτοποίηση των υπόπτων.
Σημαντική ήταν και η συμβολή φωτογραφικού υλικού που παρέδωσε το 2021 φωτορεπόρτερ, ο οποίος είχε καλύψει τα επεισόδια της 5ης Μαΐου 2010. Αν και οι εικόνες δεν ήταν υψηλής ευκρίνειας, υποβλήθηκαν σε εξειδικευμένη ψηφιακή επεξεργασία και συγκριτική ανάλυση με τη χρήση προηγμένων λογισμικών, επιτρέποντας στους αναλυτές να εξάγουν νέα στοιχεία ταυτοποίησης.
Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, στην επίθεση συμμετείχαν συνολικά 12 άτομα, οργανωμένα σε ομάδες με διακριτούς ρόλους, όπως εκτελεστές, υποστηρικτές και συντονιστές. Από τους πέντε που φέρονται να είχαν άμεση συμμετοχή στον εμπρησμό, έχουν μέχρι στιγμής ταυτοποιηθεί τρεις: δύο 42χρονοι, οι οποίοι συνελήφθησαν, και μία 46χρονη γυναίκα που διαμένει στη Βρετανία.
Κατά την αρχική διερεύνηση της υπόθεσης είχαν συγκεντρωθεί εννέα μαρτυρίες που περιέγραφαν τις κινήσεις κουκουλοφόρων, στους οποίους είχαν αποδοθεί αριθμητικές ενδείξεις, καθώς η ταυτότητά τους παρέμενε άγνωστη. Η επανεξέταση του υλικού με σύγχρονες μεθόδους ανάλυσης εικόνας και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης οδήγησε, σύμφωνα με τις αρχές, στη σύνδεση των τριών κατηγορουμένων με πρόσωπα που είχαν καταγραφεί σε φωτογραφίες ήδη από το 2009.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται σε ένα χαρακτηριστικό σακίδιο με τρία ζωγραφισμένα αστέρια, το οποίο φέρεται να συνέδεσε έναν από τους συλληφθέντες με τον δράστη που έσπασε τη βιτρίνα της τράπεζας πριν από τη ρίψη της μολότοφ. Παράλληλα, οι πραγματογνώμονες προχώρησαν σε συγκριτική ανάλυση σωματομετρικών χαρακτηριστικών, όπως ύψος, σωματική διάπλαση, μορφολογία αυτιών και άκρων, καθώς και σε αντιπαραβολή ρουχισμού, υποδημάτων και τρόπου κίνησης.
Η δικογραφία περιγράφει ότι οι πέντε βασικοί δράστες έσπασαν τη γυάλινη είσοδο του καταστήματος, εκτόξευσαν τουλάχιστον μία βόμβα μολότοφ στο εσωτερικό και χρησιμοποίησαν εύφλεκτο υγρό που επιτάχυνε την εξάπλωση της πυρκαγιάς, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις αρχές, γνώριζαν πως στο κτίριο βρίσκονταν εγκλωβισμένοι εργαζόμενοι που ζητούσαν βοήθεια.
Οι αστυνομικοί αποδίδουν στον δεύτερο 42χρονο συντονιστικό ρόλο κατά την επίθεση, ενώ η 46χρονη φέρεται να παρείχε υποστήριξη στην ομάδα. Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν τη δικογραφία ιδιαίτερα ισχυρή, κυρίως ως προς τους δύο συλληφθέντες, ενώ συνεχίζονται οι έρευνες για την ταυτοποίηση ακόμη δύο ατόμων που εκτιμάται ότι συμμετείχαν στην ομάδα κρούσης.
Για την ανασύνθεση της υπόθεσης, το Τμήμα Ανθρωποκτονιών συγκέντρωσε υλικό από διάφορες υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. που αφορούσε πρόσωπα του αντιεξουσιαστικού χώρου, το οποίο εξετάστηκε εκ νέου με σύγχρονες εγκληματολογικές μεθόδους και ψηφιακά εργαλεία ανάλυσης.
Κομβικό σημείο της έρευνας αποτέλεσε υπόθεση του 2020, όταν σε αποθήκη στο Κουκάκι εντοπίστηκαν εκρηκτικές ύλες, χρονοδιακόπτες, πυροκροτητές και πυρομαχικά. Η αποθήκη είχε ενοικιαστεί από γνωστό αντιεξουσιαστή που είχε συλληφθεί από την Αντιτρομοκρατική. Στην κατοχή του βρέθηκε ψηφιακό υλικό με φωτογραφίες και βίντεο από διακοπές το 2009, στα οποία εμφανίζονταν δύο άνδρες και μία γυναίκα. Η αντιπαραβολή του συγκεκριμένου υλικού με τις εικόνες από τα επεισόδια της Marfin αποτέλεσε, σύμφωνα με τις αρχές, ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια του αποδεικτικού παζλ που οδήγησε στις πρόσφατες εξελίξεις.