Όταν στην κατάμεστη αίθουσα του «Κινγκ Τζορτζ», στο Σύνταγμα, στις 3 Σεπτεμβρίου 1974, ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοίνωνε την ίδρυση ενός νέου σοσιαλιστικού κινήματος (το ακριβές όνομά του αποτέλεσε αντικείμενο έντονων διαβουλεύσεων), λίγοι μπορούσαν να φανταστούν τη συναρπαστική συνέχεια. Πως όσοι συγκεντρώθηκαν εκείνη την ημέρα και συνυπέγραψαν την ιδρυτική διακήρυξη του Κινήματος θα γίνονταν οι «πιονιέροι» ενός εγχειρήματος που θα «σφράγιζε» καταλυτικά την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, της Ελλάδας της μεταπολίτευσης.
Εκείνο που σίγουρα ξέρουμε είναι πως, χωρίς την εμβληματική προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα είχε γίνει.
Ξέρουμε επίσης ότι ο αλησμόνητος ηγέτης είχε πάρει από νωρίς τις αποφάσεις του, ακόμη και πριν από την επιβολή της δικτατορίας, από την εποχή του «δεύτερου ανένδοτου» που προέκυψε ως αντίδραση στο βασιλικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1965.
Πρόδρομος το ΠΑΚ
Αν θέλουμε, με μεγαλύτερη ακρίβεια, να αναζητήσουμε τις απαρχές της γέννησης του ΠΑΣΟΚ, θα πρέπει να ανατρέξουμε στα χρόνια της δικτατορίας, στον Γενάρη του 1968, μετά την αναχώρηση του Ανδρέα Παπανδρέου από την Ελλάδα.
Τότε που ο μετέπειτα πρωθυπουργός ανακοίνωσε την ίδρυση του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ), αθετώντας την υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα του, τον «Γέρο της Δημοκρατίας», να εκπροσωπήσει την Ένωση Κέντρου στο εξωτερικό.
Στην κομβική απόφαση-διακήρυξη του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΚ, το 1971, αποτυπώνονταν οι οραματισμοί και οι στόχοι του ιδρυτή της οργάνωσης και των συντρόφων του για τη μεταδικτατορική Ελλάδα.
Οι θέσεις εκείνες αποτέλεσαν το πρόπλασμα, αν όχι τη ρεπλίκα, της Ιδρυτικής Διακήρυξης του ΠΑΣΟΚ. Σε εκείνη την απόφαση ξεκαθαριζόταν ότι ο ρόλος του ΠΑΚ εξαντλούνταν στην αντίσταση κατά της δικτατορίας.
Εξάλλου, οι επεξεργασίες του ΠΑΚ και οι τοποθετήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου για τη φύση και τον χαρακτήρα του δικτατορικού καθεστώτος, αλλά και για το είδος της αναμέτρησης (με χαρακτηριστικά εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα) υπερέβαιναν κατά πολύ τις πολύ πιο μετριοπαθείς και συγκρατημένες προσεγγίσεις του κεντρώου χώρου.
Όπως ενδεικτικά περιέγραφε ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου στο βιβλίο του «Η δημοκρατία στο απόσπασμα», που γράφτηκε μεσούσης της δικτατορίας, ακόμη και τα στελέχη της Ένωσης Κέντρου που παρέμειναν πιστά στη λαϊκή εντολή, μετά το βασιλικό πραξικόπημα, στη μεγάλη τους πλειοψηφία εμφορούνταν από το ίδιο, βαθιά συντηρητικό πνεύμα με τους αποστάτες, αποκηρύσσοντας οποιαδήποτε προοπτική ριζοσπαστισμού.
Αυτό ίσχυε ακόμη και για βουλευτές που συγκροτούσαν τη λεγόμενη κεντροαριστερή τάση γύρω από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί εξ αυτών προσχώρησαν μεταπολιτευτικά στη συντηρητική παράταξη, ενώ ένας έγινε και «υπουργός» του Παπαδόπουλου.
Καχυποψία
Ενδεικτικό των πολύ διαφορετικών, προωθημένων ή ακραίων -κατά ορισμένους- προσανατολισμών του Ανδρέα Παπανδρέου και της αντιστασιακής οργάνωσης της οποίας ηγείτο ήταν και η, τουλάχιστον, καχυποψία με την οποία υποδέχτηκε την είδηση της αυτοκατάρρευσης του δικτατορικού καθεστώτος και του σχηματισμού της γνωστής ως «κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας» υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Ο χαρακτηρισμός της εξέλιξης εκείνης ως «αλλαγής νατοϊκής φρουράς» φάνηκε σύντομα πως δεν ανταποκρινόταν στα νέα δεδομένα που διαμορφώνονταν.
Το κατάλαβε και ο ίδιος, μετά την ενδελεχή ενημέρωση που είχε από τους έμπιστους συνεργάτες του στο εσωτερικό της χώρας, όπως ο Γιάννης Αλευράς και ο Αντώνης Λιβάνης, οι οποίοι του εξήγησαν ότι στη χώρα συντελούνταν ουσιαστική πολιτική αλλαγή.
Του επισημάνθηκε δε χαρακτηριστικά ότι η απουσία του από τη χώρα, σε εκείνη τη μεταβατική περίοδο, θα υπονόμευε καίρια την πολιτική του προοπτική.
«Λαϊκό αντίκρισμα»
Αν και ίσως ξενίσει κάποιους, η παρουσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Είναι ενδεικτικά τα όσα ανέφερε στην κρίσιμη σύσκεψη 80 περίπου στελεχών του ΠΑΚ, στην πόλη Βίντερτουρ της Ελβετίας: «Ο Καραμανλής δεν είναι Μαρκεζίνης ή Γαρουφαλλιάς, αλλά ηγέτης με λαϊκό αντίκρισμα».
Πρόσθεσε, δε, εξηγώντας την εισήγηση-απόφαση για αποδοχή της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας και επιστροφή στα πάτρια: «Αν το κίνημα χάσει τη λαϊκή του βάση, είναι δύσκολο να την ανακτήσει». Είχε λάβει το μήνυμα…
Πιο αναλυτική και διεισδυτική ήταν η ερμηνεία που έδωσε ο αξέχαστος ηγέτης, ως πρόεδρος πια του ΠΑΣΟΚ, στην πρώτη μεταδικτατορική Βουλή, σε συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου 1975, στον απόηχο του εκλογικού θριάμβου του Καραμανλή.
Με την πιο ψύχραιμη ματιά της χρονικής απόστασης, ο ιστορικός ηγέτης της προοδευτικής παράταξης έδωσε τη δική του ρεαλιστική ερμηνεία για το εκλογικό αποτέλεσμα. Όπως έλεγε, η μεγάλη πλειοψηφία που συγκέντρωσε ο Καραμανλής, χωρίς αμφιβολία, οφειλόταν στην πεποίθηση του λαού ότι ήταν σε θέση να προστατεύσει τη χώρα από νέο στρατιωτικό πραξικόπημα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου επέστρεψε στην Ελλάδα στις 16 Αυγούστου 1974, την επομένη της έναρξης του «Αττίλα 2» στην Κύπρο. Αυτό σήμαινε πως είχε πειστεί ότι συντελούνταν αυθεντικές πολιτικές εξελίξεις, που προδιέγραφαν και αυθεντική έκφραση του λαϊκού φρονήματος.
Αναπόφευκτη συνέπεια αυτού ήταν ο τερματισμός του ρόλου του ΠΑΚ, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα διακήρυξη του Εθνικού Συμβουλίου του Σεπτεμβρίου 1971.
Από την επομένη του επαναπατρισμού του, ξεκινούσαν οι πυρετώδεις διαβουλεύσεις, που κατέληξαν στην ανακοίνωση της 3ης Σεπτέμβρη και τη δημιουργία του ΠΑΣΟΚ. Ο κύβος ερρίφθη.
Δυσαρέσκεια
Η απόφαση του ιστορικού ηγέτη για ένα νέο πολιτικό μόρφωμα που θα διερρήγνυε τους δεσμούς με την κεντρώα παράδοση, δεν έγινε δεκτή με ανακούφιση από όλους τους συντρόφους του και εκπροσώπους του προδικτατορικού κεντρώου χώρου.
Οι οποίοι τον υποδέχτηκαν θερμά, διατηρώντας την ψευδαίσθηση ότι έβλεπαν στο πρόσωπο του γιου τον φυσικό διάδοχο του Γεωργίου Παπανδρέου και της Ένωσης Κέντρου.
Η πιο ηχηρή διαφοροποίηση προήλθε από ένα στέλεχος πολύ κοντά στον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Γιάννη Αλευρά. Ήταν χαρακτηριστικός ο διάλογός τους με τον Ανδρέα Παπανδρέου: «Ανδρέα, δεν είναι καιρός για κινήματα. Το θέμα είναι να κοιτάξουμε την παράταξη και να ανατρέψουμε τον Καραμανλή».
Για να εισπράξουν την απάντηση: «Για να ανατραπεί ο Καραμανλής, χρειάζεται οργάνωση και στρατηγική». Ήταν φανερό ότι το ποτάμι δεν γύριζε πίσω.
Ο Γιάννης Αλευράς εκδήλωσε μεν τη δυσαρέσκειά του με την απουσία του από την εκδήλωση της 3ης Σεπτέμβρη, αλλά σύντομα αποδέχτηκε τα νέα δεδομένα, αναλαμβάνοντας σημαντικά κομματικά και κοινοβουλευτικά αξιώματα, και διετέλεσε πρόεδρος της Βουλής στη δεκαετία του ’80. Κάποιοι άλλοι το «κράτησαν μανιάτικο».
Η ιδρυτική διακήρυξη
Εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση και δημοκρατική διαδικασία ήταν το τετράπτυχο που συμπύκνωσε τους οραματικούς στόχους του νέου φορέα.
Η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα κρίθηκε ως η εγγύηση για να «εξασφαλιστούν τόσο η εθνική μας ανεξαρτησία όσο και η λαϊκή κυριαρχία». Ακολούθησε η πρόσκληση του Ανδρέα Παπανδρέου για αυτοοργάνωση…
Σημειώνεται ότι η πρώτη δήλωση του λογότυπου στον Άρειο Πάγο αναφερόταν σε κόμμα, για να μετεξελιχθεί σε Κίνημα, με προσωπική παρέμβαση του Ανδρέα Παπανδρέου.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως τα πρώτα γραφεία του Κινήματος ήταν σε ένα δυάρι, στην οδό Ακαδημίας 28, που ανήκαν στον κεντρώο πολιτικό Γιώργο Μυλωνά, ο οποίος δεν εντάχθηκε ποτέ στο ΠΑΣΟΚ.
Πολλά στελέχη, ωστόσο, διατήρησαν τα δικά τους στέκια, όπως οι Κώστας Λαλιώτης και Θανάσης Τσούρας, που εργάζονταν σε ένα καφενείο στα Εξάρχεια.
Αργότερα μετεγκαταστάθηκαν όλοι στα πιο ευρύχωρα γραφεία της οδού Πανεπιστημίου 57, για να ακολουθήσει η Χαριλάου Τρικούπη, που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα από το ΠΑΣΟΚ…