Η κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας μετά τη ΔΕΘ, όμως η οικονομική καθημερινότητα αποδεικνύεται δυσκολότερος αντίπαλος από την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση.
Μόλις λίγες ημέρες μετά την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη και την ανακοίνωση πακέτου μέτρων συνολικού ύψους 2,2 δισ. ευρώ για το 2027, το Μέγαρο Μαξίμου βρέθηκε ξανά στην ανάγκη να ανοίξει τον φάκελο της ακρίβειας και ειδικότερα της ενέργειας. Το πακέτο της ΔΕΘ περιλαμβάνει σειρά φορολογικών και εισοδηματικών παρεμβάσεων, με χρονοδιάγραμμα εφαρμογής που εκτείνεται έως το τέλος του 2027.
Η νέα παρέμβαση ήρθε προχθές στις 17 Σεπτεμβρίου, όταν ο πρωθυπουργός, σε συνέντευξή του στο ΕΡΤNews, προανήγγειλε κυβερνητικά μέτρα ώστε το πετρέλαιο θέρμανσης να διατεθεί κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, καθώς και οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης.
Η χρονική απόσταση των δύο παρεμβάσεων είναι από μόνη της πολιτικά ενδιαφέρουσα. Πριν ακόμη αρχίσουν να εφαρμόζονται οι εξαγγελίες της ΔΕΘ, η κυβέρνηση καλείται να προσθέσει νέες γραμμές άμυνας απέναντι στο κόστος ζωής. Αυτό δεν ακυρώνει τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί, δείχνει όμως πόσο γρήγορα μεταβάλλεται το πεδίο στο οποίο θα κριθεί η κυβερνητική πολιτική τους επόμενους μήνες.
Το ίδιο μήνυμα εκπέμπουν και οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά τη ΔΕΘ.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί καθαρό προβάδισμα έναντι των πολιτικών της αντιπάλων, αλλά οι μετρήσεις δεν καταγράφουν κάποιο εντυπωσιακό «μέρισμα ΔΕΘ». Στην Pulse εμφανίζεται στο 26,5% στην πρόθεση ψήφου, στην Opinion Poll στο 25,7%, στη Marc στο 27,5% και στη MRB στο 23,8%. Οι διαφορετικές μεθοδολογίες και τα ποσοστά αδιευκρίνιστης ψήφου δεν επιτρέπουν απλή σύγκριση των απόλυτων αριθμών, η συνολική εικόνα όμως είναι σαφής: πρώτη θέση για τη ΝΔ, χωρίς αντίστοιχη πολιτική εκτόξευση μετά τις εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αξιολόγηση της ίδιας της παρουσίας του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Στη μέτρηση της Pulse, θετικά την αξιολογεί το 32% των ερωτηθέντων. Την ίδια στιγμή, η ακρίβεια εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή των προβλημάτων που απασχολούν τους πολίτες.
Εδώ βρίσκεται και το βασικό πολιτικό πρόβλημα του Μαξίμου.
Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται το σταθερό προβάδισμά της και την αδυναμία των αντιπάλων της να ανατρέψουν τους συσχετισμούς. Δεν μπορεί, όμως, να μετατρέψει αυτομάτως αυτή την εικόνα σε απόδειξη ικανοποίησης για την οικονομική πολιτική. Άλλο η ερώτηση «ποιο κόμμα προηγείται» και άλλο η ερώτηση «πώς ζει σήμερα ένα νοικοκυριό». Η απόσταση ανάμεσα στα δύο είναι το πεδίο πάνω στο οποίο θα δοκιμαστεί το επόμενο κυβερνητικό αφήγημα.
Ακόμη και η συζήτηση για την αυτοδυναμία εμφανίζεται περισσότερο σύνθετη από ό,τι στο παρελθόν. Στη δημοσκόπηση της Marc, το 27,8% δηλώνει ότι θα προτιμούσε αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ, ενώ το 27,1% προκρίνει κυβερνητικό συνασπισμό με ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ και μικρότερα κόμματα της Αριστεράς. Τα ευρήματα δεν αποτελούν πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος, δείχνουν όμως ότι το ζήτημα των συνεργασιών έχει εισέλθει πλέον κανονικά στη δημόσια συζήτηση.
Την ίδια στιγμή το πολιτικό σκηνικό γίνεται περισσότερο κατακερματισμένο. Η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα αγκομαχώντας παραμένει στη δεύτερη θέση στις τελευταίες μετρήσεις, το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί, ενώ οι δημοσκοπήσεις εξετάζουν ήδη τη δυνητική απήχηση ενός ενδεχόμενου κόμματος του Αντώνη Σαμαρά. Η Marc καταγράφει στο 12,1% όσους απαντούν ότι είναι «σίγουρα» ή «αρκετά πιθανό» να το ψηφίσουν — ποσοστό δυνητικής ψήφου και όχι πρόθεση ψήφου. Ο Μεσσήνιος πολιτικός αποδεικνύεται ο πιο «έξυπνος» της υπόθεσης: όσο καθυστερεί να ανοίξει τα χαρτιά του και συντηρεί το μυστήριο, τόσο βλέπει τις μετοχές του να ανεβαίνουν, προμηνύοντας μια άνετη είσοδο στη Βουλή που θα προκαλέσει νευρικό κλονισμό στο μέγαρο της Ηρώδου Αττικού.
Η πολυδιαφημισμένη «ΕΛΠΙΔΑ» της Μαρίας Καρυστιανού, που κάποτε παρουσιαζόταν ως ο μεγάλος μπαμπούλας, φαίνεται να έχει εξαϋλωθεί πολιτικά, αφήνοντας χώρο για τους πραγματικούς παίκτες του παρασκηνίου. Όλοι πλέον κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα περιμένοντας την ίδρυση του κόμματος του Αντώνη Σαμαρά.
Για το Μαξίμου, επομένως, το στοίχημα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό.
Μπορεί μια κυβέρνηση να παραμένει καθαρά πρώτη στις δημοσκοπήσεις και ταυτόχρονα να βρίσκεται υπό έντονη πίεση στην οικονομία. Μπορεί να διαθέτει μεγαλύτερη πολιτική αντοχή από τους αντιπάλους της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει λύσει το πρόβλημα που κυριαρχεί στα νοικοκυριά. Οι εξαγγελίες δημιουργούν πολιτικό χρόνο. Η ακρίβεια, όμως, μετριέται κάθε ημέρα στο ταμείο. Και εκεί δεν υπάρχουν δημοσκοπικές αναγωγές.
Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026