Γιώργος Κουβαράς: Το ΠΑΣΟΚ μπροστά στο ψευτοδίλημμα της επιλογής κυβερνητικού εταίρου

Όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές θα περίμενε κανείς να ξεκαθαρίζει το πολιτικό τοπίο, αντί γι αυτό, όμως, τα πράγματα μπερδεύονται όλο και περισσότερο

Όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές θα περίμενε κανείς να ξεκαθαρίζει το πολιτικό τοπίο, αντί γι αυτό, όμως, τα πράγματα μπερδεύονται όλο και περισσότερο. Τα γκάλοπ που έγιναν μετά την ΔΕΘ επιβεβαιώνουν πόσο ασταθές είναι το σημερινό πολιτικό περιβάλλον. Κανένα κόμμα δεν είναι αυτή τη στιγμή σε θέση να διαμορφώσει πολιτική δυναμική και είναι φανερό ότι αν δεν αλλάξει κάτι τους επόμενους μήνες, οδεύουμε σε πολυδιάσπαση των πολιτικών δυνάμεων που είτε θα οδηγήσει σε αναγκαστικές πολιτικές συναινέσεις είτε σε ακυβερνησία.

Η βελόνα παραμένει στάσιμη σχεδόν για όλους και για κάποιους μάλιστα αντί να ανεβαίνει, κατεβαίνει. Η ΝΔ δεν κατάφερε να αλλάξει τα δεδομένα με τις εξαγγελίες της ΔΕΘ και παραμένει στην πρόθεση ψήφου σε ποσοστά πέριξ του 25%, του ποσοστού δηλαδή από το οποίο ξεκινά να δίνεται το εκλογικό μπόνους στο πρώτο κόμμα. Η νεοσύστατη ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για να κάνει τη διαφορά, δείχνει να ξεφουσκώνει πριν καν προλάβει να… φουσκώσει. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει μια τάση ανάκαμψης, βρίσκεται όμως ακόμη μακριά από τα ποσοστά που θα μπορούσαν να του επιτρέψουν να διεκδικήσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Όσο για τα μικρότερα κόμματα, οι όποιες αυξομειώσεις στα ποσοστά τους δεν αλλάζουν ουσιαστικά το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων. Το κόμμα που αναμένεται να μπει στο παιχνίδι και μένει να αποδειχθεί αν θα κάνει κάποια διαφορά είναι αυτό του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά. Προς το παρόν, χωρίς ακόμη να έχει ανακοινωθεί, τα γκάλοπ το εμφανίζουν με ανοδική τάση, χωρίς όμως να μπορεί να μετρηθεί η επίδραση του στο συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων.

Δύο βασικές παρατηρήσεις:

Πρώτον, ο Αλέξης Τσίπρας ξεκίνησε το νέο του εγχείρημα και η πρώτη συνέπεια ήταν να ενισχύσει λίγο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Φάνηκε στα πρώτα γκάλοπ μετά τη δημιουργία της ΕΛΑΣ, που βοήθησε κάπως τη συσπείρωση της ΝΔ. Εξ ου και οι αναλύσεις που εξηγούσαν γιατί ο Μητσοτάκης θα ήθελε ιδανικά και πάλι ένα ισχυρό δίπολο με αντίπαλο τον Τσίπρα. Ωστόσο, αυτό το ισχυρό δίπολο δεν προέκυψε – τουλάχιστον όχι ακόμη.

Αν, όμως, στην πρώτη φάση, λίγο πριν τις θερινές διακοπές, η παρουσία του Τσίπρα βοήθησε στη συσπείρωση της ΝΔ, στη δεύτερη φάση, μετά τις θερινές διακοπές, φαίνεται πως ευνοεί το ΠΑΣΟΚ! Οι δημοσκοπήσεις που έγιναν μετά την παρουσία των πολιτικών αρχηγών στην Θεσσαλονίκη δείχνουν ελαφρά ενισχυμένο τον Ανδρουλάκη έναντι του Τσίπρα. Συμπέρασμα, μέχρι στιγμής: ο Τσίπρας με την παρουσία του αντί να πλήξει ένα ή και τα δύο συστημικά κόμματα, τα αφήνει αλώβητα και ίσως τα βοηθάει και λίγο να ανακάμψουν οριακά.

Δεύτερη παρατήρηση: παρά την πολιτική ρευστότητα και την έλλειψη πολιτικής δυναμικής που καταγράφεται σε διαπαραταξιακό επίπεδο, κανένα από τα νέα κόμματα δεν φαίνεται προς το παρόν ικανό να αλλάξει το σκηνικό, ακόμη κι αν συνδέεται με πρόσωπα που έχουν κερδίσει μεγάλη αναγνωρισιμότητα. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού, στην οποία είχαν πιστέψει πολλοί στο ξεκίνημα και η πορεία της μέχρι τώρα αντί για ανοδική είναι καθοδική.

Το εύλογο ερώτημα είναι πού οδηγούν όλα αυτά. Όπως έχει δείξει η ιστορία, κάθε εκλογικό αποτέλεσμα δημιουργεί τη δική του πολιτική δυναμική, πολλές φορές κόντρα στη βούληση – ή στις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες – των πολιτικών πρωταγωνιστών. Κάπως έτσι θα συμβεί και αυτή τη φορά. Οι προεκλογικοί… δογματισμοί, είτε αυτοί αφορούν την κατάκτηση της αυτοδυναμίας, είτε τον αποκλεισμό αυτονόητων και πιθανώς αναγκαίων συγκλίσεων, λίγη σημασία θα έχουν το βράδυ των εκλογών. Ας μην ξεχνάμε ότι στο παρελθόν έχουμε δει υπό την πίεση του εκλογικού αποτελέσματος από οικουμενικές κυβερνήσεις μέχρι κυβερνήσεις συνεργασίας Μητσοτάκη – Φλωράκη, Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη και Τσίπρα – Καμμένου. Με άλλα λόγια, «ανάγκα και θεοί πείθονται», πόσο μάλλον πολιτικοί αρχηγοί και συχνά… σου ‘ρχεται από κει που δεν το περιμένεις!

Το να αναλώσουν τα κόμματα την προεκλογική περίοδο απαντώντας στο ερώτημα «με ποιον θα συνεργαστείτε» είναι εντελώς ανούσιο. Όπως ανούσιο και συνήθως εκ του πονηρού είναι να ανοίγουν διαρκώς πολιτικά στελέχη συζητήσεις περί συγκλίσεων και συνεργασιών που ξέρουν ότι μόνο εσωστρέφεια δημιουργούν και καθόλου δεν συμβάλουν σε κάποιο εποικοδομητικό πολιτικό διάλογο (χαρακτηριστική η πρόσφατη αστοχία Πάνα).

Το ΠΑΣΟΚ, ως το κόμμα που βρίσκεται στο ιδεολογικό φάσμα ανάμεσα στη ΝΔ και στην ΕΛΑΣ, θα αντιμετωπίσει και σε αυτές τις εκλογές το χιλιοσυζητημένο «δίλημμα» των πιθανών μετεκλογικών συνεργασιών. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ψευτοδίλημμα, το οποίο εξυπηρετεί τους πολιτικούς του αντιπάλους ένθεν κακείθεν. Πρώτον γιατί με βάση τα σημερινά δημοσκοπικά ποσοστά και τον υπάρχοντα εκλογικό νόμο δεν θα αρκούν μόνο δύο κόμματα για το σχηματισμό κοινοβουλευτικά βιώσιμης κυβέρνησης. Και δεύτερον γιατί η παραδοχή από πλευράς ΝΔ και ΕΛΑΣ ότι το ΠΑΣΟΚ θα ήταν ο ιδανικός ενδεχόμενος κυβερνητικός τους εταίρος δεν συνάδει ούτε με τις προγραμματικές τους θέσεις ούτε με την κυβερνητική τους πρακτική. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται εκτός εξουσίας τα τελευταία ένδεκα χρόνια. Η ιδέα ότι καίγεται να επιστρέψει ως κυβερνητικός εταίρος και όχι ως πολιτικός πρωταγωνιστής εκφράζει αυτούς που έχουν ήδη συμβιβαστεί με το ρόλο του κομπάρσου και ψάχνουν έργο για να μπορέσουν να τον υποδυθούν.

Δημοσιογράφος “Παραπολιτικά” και ΕΡΤ

Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 19.09.2026