Η νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι απλώς μια εκλογική ήττα του CDU. Είναι ένας πολιτικός σεισμός που υποχρεώνει τη Γερμανία να κοιτάξει κατάματα έναν εφιάλτη που πίστευε ότι είχε αφήσει οριστικά πίσω της και ολόκληρη την Ευρώπη να προβληματιστεί σοβαρά για το μέλλον της.
Το 44,5% που συγκέντρωσε το κόμμα Alternative für Deutschland (Εναλλακτική για τη Γερμανία) δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία» και δεν αφήνει περιθώρια για εύκολες ερμηνείες. Το κόμμα υπερδιπλασίασε το ποσοστό του σε σχέση με το 2021, ενώ το κεντροδεξιό CDU κατέρρευσε. Το AfD δεν βρίσκεται πλέον απλώς στα όρια του γερμανικού πολιτικού συστήματος. Βρίσκεται στην καρδιά του. Κι αν τα παραδοσιακά κόμματα στη Γερμανία και σε όλη την Ευρώπη συνεχίζουν να διακατέχονται από το σύνδρομο της στρουθοκαμήλου, κρύβοντας το κεφάλι τους στην άμμο για να μην έρθουν αντιμέτωπα με τη σκληρή πραγματικότητα, το σημερινό «καμπανάκι» μπορεί να λάβει διαστάσεις συναγερμού.
Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί απογειώνεται η γερμανική ακροδεξιά. Η απάντηση βρίσκεται κυρίως στην αδυναμία των παραδοσιακών κομμάτων να πείσουν ότι μπορούν να λύσουν τα προβλήματα των πολιτών. Η μετανάστευση και η ασφάλεια υπήρξαν ο βασικός μοχλός, αλλά πίσω από αυτά βρίσκονται η οικονομική ανασφάλεια, η ακρίβεια, η γραφειοκρατία, η αίσθηση εγκατάλειψης και η δυσπιστία απέναντι στο Βερολίνο. Το AfD πέτυχε κάτι που τα παραδοσιακά κόμματα δυσκολεύτηκαν να κάνουν: έδωσε στην κοινωνική δυσαρέσκεια πολιτική κατεύθυνση και έναν εύκολο ένοχο. Μετανάστες, πρόσφυγες, Ευρωπαϊκή Ένωση, «το σύστημα», οι πολιτικές για το κλίμα, ακόμη και η στήριξη της Ουκρανίας έγιναν κομμάτια ενός ενιαίου αφηγήματος: «Η Γερμανία χάνει τον έλεγχο της χώρας της». Ακούγεται παράξενο σε εμάς, που θεωρούμε ότι η Γερμανία έχει τον έλεγχο ολόκληρης της Ευρώπης. Κι όμως, είναι η «αλήθεια» πολλών Γερμανών πολιτών.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ, αυτό το αφήγημα βρίσκει ακόμη πιο πρόσφορο έδαφος. Η Ανατολική Γερμανία κουβαλά διαφορετική ιστορική εμπειρία, μεγαλύτερη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, οικονομικές ανισότητες και έντονα δημογραφικά προβλήματα. Δεν σημαίνει ότι όλοι οι ψηφοφόροι του AfD είναι γνήσιοι ακροδεξιοί – φυσικά, υπάρχουν και πολλοί τέτοιοι. Σημαίνει ότι ένα μεγάλο τμήμα τους χρησιμοποιεί το AfD ως όχημα διαμαρτυρίας και τιμωρίας του πολιτικού κατεστημένου.
Κι εδώ βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Ο κεντροδεξιός καγκελάριος Μερτς βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή: Αν αντιγράψει το AfD, μπορεί να ενισχύσει το πολιτικό του αφήγημα. Αν το αγνοήσει, κινδυνεύει να χάσει ακόμη περισσότερους ψηφοφόρους. Ο ίδιος απορρίπτει το ενδεχόμενο συνεργασίας ή απαγόρευσης του AfD και επιμένει ότι η απάντηση πρέπει να είναι πολιτική. Χωρίς, όμως, να είναι προς το παρόν σε θέση να διευκρινίσει πώς ακριβώς εννοεί μια «πολιτική» απάντηση.
Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το AfD δεν περιορίζεται πλέον στην εσωτερική πολιτική. Η αντίθεσή του στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η επιθυμία για στενότερες σχέσεις με τη Μόσχα και η εχθρική στάση απέναντι στη συνέχιση της βοήθειας προς την Ουκρανία αγγίζουν τον ίδιο τον στρατηγικό προσανατολισμό της μεταπολεμικής Γερμανίας. Και μαζί της και της ενωμένης Ευρώπης.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η ακροδεξιά μπορεί να γίνει ισχυρότερη. Έχει ήδη γίνει. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να γίνει κανονικότητα. Η απάντηση θα επηρεάσει εκ των πραγμάτων ολόκληρη την Ευρώπη. Οι προεδρικές εκλογές του 2027 στη Γαλλία μπορεί να αποτελέσουν το επόμενο μεγάλο τεστ. Η δυναμική του ακροδεξιού Rassemblement National (Εθνική Συσπείρωση) είναι ισχυρή, ενώ η αδυναμία της παραδοσιακής πολιτικής τάξης να δημιουργήσει πειστική εναλλακτική αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας ιστορικής ανατροπής. Ως γνωστόν, η Μαρίν Λεπέν έχει ανακοινώσει ότι θα είναι κανονικά υποψήφια, παρά την καταδικαστική απόφαση του Εφετείου για την υπόθεση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, που επέτρεψε ωστόσο να λήξει η στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι πριν από τις εκλογές.
Υπάρχει, ένας ακόμη παράγοντας: οι Ηνωμένες Πολιτείες. Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο ή ως επιταχυντής της διεθνούς πολιτικής πόλωσης. Μια ισχυρή αντίδραση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να δώσει νέο οξυγόνο στις ευρωπαϊκές δημοκρατικές δυνάμεις. Αντίθετα, μια επιβεβαίωση της πολιτικής δυναμικής του Τραμπ θα ενθάρρυνε πιθανότατα εκείνους που βλέπουν την εθνικιστική στροφή ως το νέο πολιτικό ρεύμα της Δύσης.
Υπάρχει όμως και μια διαφορετική ανάγνωση, κάπως πιο ελπιδοφόρα. Η νίκη του AfD μπορεί να γίνει η αφύπνιση που χρειάζεται η δημοκρατική Ευρώπη. Να υποχρεώσει τα δημοκρατικά κόμματα να ξαναμιλήσουν για οικονομία, ασφάλεια, μετανάστευση, κοινωνική συνοχή και Ευρώπη χωρίς να κουνάνε το δάχτυλο και χωρίς να χαρίζουν αυτά τα θέματα στην ακροδεξιά. Το βέβαιο είναι ότι, όταν ένα ακροδεξιό κόμμα φτάνει στο 44%, η προειδοποίηση είναι πλέον εκκωφαντική: Αν οι δημοκρατικές δυνάμεις δεν αντιμετωπίσουν την πραγματική αιτία της οργής, κάποια στιγμή η διαμαρτυρία μπορεί να μετατραπεί σε εξουσία με συνέπειες που ίσως αγνοούν ή παραγνωρίζουν πολλοί από αυτούς που εύκολα παραδίδονται στον ακροδεξιό λαϊκισμό.
Δημοσιογράφος “Παραπολιτικά” και ΕΡΤ
Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 12.09.2026