Ένα από τα προβλήματα που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια στον δημόσιο πολιτικό διάλογο είναι η ακατάσχετη «γκαλοπολογία». Τουλάχιστον μία φορά τον μήνα κανάλια, ραδιόφωνα, εφημερίδες και ιστοσελίδες δημοσιεύουν κι από μια καινούρια δημοσκόπηση που δίνει τροφή για αναλύσεις, συμπεράσματα, αντιπαραθέσεις, εσχάτως δε και απειλές χωρίς αντίκρισμα.
Η συνήθης πρακτική είναι να επικαλούνται τις δημοσκοπήσεις όλοι όσοι θεωρούν ότι τους βολεύουν, εμφανίζοντάς τες ως δείγμα δικαίωσης της πολιτικής τους και να τις αρνούνται ή να τις καταγγέλλουν όσοι θεωρούν ότι δεν τους βολεύουν, εμφανίζοντάς τες ως μέρος κάποιου σκοτεινού σχεδίου εξόντωσής τους. Όλο αυτό το θέατρο που παίζεται γύρω από τα γκάλοπ έχει στοιχεία φάρσας. Όχι γιατί οι ίδιες οι δημοσκοπήσεις είναι αναξιόπιστες – αυτό το λένε πολλοί, το πιστεύουν λιγότεροι και δεν είναι σε θέση να το αποδείξει κανείς. Οι farceurs δεν είναι δημοσκόποι – ασχέτως του αν συνήθως αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τη φάρσα που στήνεται πάνω στις έρευνές τους. Οι πραγματικοί farceurs είναι οι πολιτικοί και μαζί τους διάφοροι αναλυτές που ανεβάζουν κάθε μήνα το ίδιο έργο, που περιλαμβάνει πηχυαίους τίτλους, αυθαίρετα συμπεράσματα, βαρύγδουπες δηλώσεις και διαστρέβλωση της πραγματικότητας με βάση την προσδοκία ή τη φαντασία τους.
Μια σύντομη αναδρομή στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις επιβεβαιώνει ότι δεν είναι οι δημοσκόποι αυτοί που διαψεύστηκαν, αλλά οι πολιτικοί που αρνούνταν να τους πιστέψουν. Τρανό παράδειγμα -δύο φορές- ο Αλέξης Τσίπρας, που και το 2019 και το 2023 θεωρούσε ότι τα γκάλοπ τού την είχαν στημένη. Τελικά αποδείχτηκε ότι του την είχαν στημένη οι ψηφοφόροι. Με μοναδική εξαίρεση το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, που ο μικρός χρόνος (μόλις μία εβδομάδα) δεν επέτρεψε αξιόπιστες έρευνες, σε όλες τις άλλες αναμετρήσεις στη χώρα μας οι δημοσκοπήσεις έδειξαν με ελάχιστη απόκλιση το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα. Και μιλάμε, βέβαια, γι’ αυτές που δημοσιεύονταν δύο μέρες πριν από τις εκλογές. Μόνο αυτές μπορούν να έχουν το στοιχείο της πρόβλεψης κι όχι εκείνες που γίνονται μήνες ή χρόνια πριν από τις εκλογές. Αν πάρουμε το παράδειγμα των τελευταίων ευρωεκλογών, θα δούμε ότι η πρόθεση ψήφου που δημοσιεύτηκε από τις περισσότερες εταιρείες την τελευταία Παρασκευή σχεδόν ταυτίζεται με το εκλογικό αποτέλεσμα. Η εκτίμηση, αντιθέτως, ευνοούσε το πρώτο κόμμα και γι’ αυτό δεν επιβεβαιώθηκε.
Αν διαβάσει κανείς σήμερα προσεκτικά τα στοιχεία για την πρόθεση ψήφου των περισσότερων εταιρειών δημοσκοπήσεων, θα συνειδητοποιήσει ότι η εικόνα της κοινής γνώμης που αποτυπώνουν ελάχιστη σχέση έχει με το αφήγημα των πολιτικών κομμάτων. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Alco, που δίνει μόνο πρόθεση ψήφου, γιατί εκεί φαίνεται πιο καθαρά η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην πολιτική πραγματικότητα και στο αφήγημα των κομμάτων, τουλάχιστον αυτών που διεκδικούν την εξουσία. Η ΝΔ βρίσκεται στο 23,3%, δηλαδή περίπου 15 μονάδες πίσω από την αυτοδυναμία, την οποία προβάλλει ως εφικτό στόχο. Η ΕΛΑΣ είναι στο 14,2%, δηλαδή 4 μονάδες κάτω από το ποσοστό που πήρε ο Τσίπρας ως αποτυχών αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης την προηγούμενη τετραετία και περίπου 24 μονάδες πίσω από τον εκπεφρασμένο στόχο του να ξαναγίνει πρωθυπουργός. Το ΠΑΣΟΚ είναι στο 10,3%, άρα τουλάχιστον 13 μονάδες πίσω από τον στόχο του να κερδίσει τις εκλογές «έστω και με μία ψήφο διαφορά» (αφού η ΝΔ έχει 23,3%) και να επιχειρήσει το σχηματισμό συμμαχικής κυβέρνησης με βάση το δικό του πρόγραμμα.
Με άλλα λόγια, αυτό που δείχνουν τα γκάλοπ ουδεμία σχέση έχει με αυτό που πιστεύουν τα κόμματα. Ίσως θα έπρεπε οι δημοσκόποι να βρουν το κουράγιο να το εξηγήσουν έτσι απλά στους πολίτες. Θα βοηθούσε και τα κόμματα και τα ΜΜΕ και κυρίως τους ίδιους που συχνά γίνονται στόχοι άδικων επιθέσεων.
Δημοσιογράφος “Παραπολιτικά” και ΕΡΤ
Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 20.6.2026