Η κυβέρνηση ανακοίνωσε το πρωτογενές πλεόνασμα για το
πρώτο επτάμηνο (Ιανουάριος – Ιούλιος) του 2026. Αυτό ανήλθε
στα 5,77 δισ. ευρώ, ενώ το έλλειμμα στο ισοζύγιο του κρατικού
προϋπολογισμού ανήλθε σε 344 εκατ. ευρώ, έναντι στόχου 1,32
δισ. Τα δημοσιονομικά αυτά στοιχεία είναι σαφώς ενθαρρυντικά
για την οικονομία της χώρας μας, όμως είναι σημαντικό να
αναζητήσουμε το πώς οδηγηθήκαμε σε αυτά τα θετικά νούμερα.
Τα έσοδα από φόρους ανήλθαν σε 42,794 δισ. ευρώ (!), ενώ μόνο
από τον ΦΠΑ το Ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε 17,740 δισ. ευρώ.
Από τα δεδομένα αυτά προκύπτει με σαφήνεια το γιατί η
κυβέρνηση της ΝΔ δεν μειώνει περαιτέρω τους φόρους, όπως ο
ΦΠΑ, ο ΕΝΦΙΑ και ο φόρος εισοδήματος για τα μεσαία και
χαμηλά οικονομικά στρώματα.
Έτσι, αναπόφευκτα ερχόμαστε στη συζήτηση για την αγοραστική
δύναμη των Ελλήνων. Πού είναι; Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι στο
68% του μέσου όρου της ΕΕ και η Ελλάδα βρίσκεται στην
τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία. Οι αιτίες; Προφανώς, ο
πληθωρισμός, που είναι υψηλός, και οι τιμές στα βασικά αγαθά
και τις υπηρεσίες που διαρκώς ανεβαίνουν.
Εξού και το ΠΑΣΟΚ προτείνει μείωση του ΦΠΑ στα βασικά
αγαθά, καθώς και άλλες πολιτικές που θα μειώσουν το οικονομικό
βάρος για τον απλό Έλληνα πολίτη. Για το ιδιωτικό χρέος, το
ΠΑΣΟΚ προτείνει επαναφορά της ρύθμισης στις 120 δόσεις για
οφειλές στην εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία· για την ακρίβεια,
πέραν του ΦΠΑ, πρέπει επιτέλους να γίνονται έλεγχοι στην
αγορά, καταπολέμηση των καρτέλ και, τέλος, αυξήσεις σε μισθούς
και συντάξεις ανάλογα με την επίδοση της οικονομίας.
Στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής, λοιπόν, εκεί όπου κρίνονται
οι εκλογές, το ΠΑΣΟΚ δείχνει ότι έχει κοινωνικό πρόσωπο, δίπλα
στους πολίτες και σταθερά απέναντι στη νεοφιλελεύθερη ΝΔ, που
εξυπηρετεί τα μεγάλα συμφέροντα σε βάρος των λαϊκών
στρωμάτων.
Φοιτητής Νομικής Αθηνών, μέλους ΠΑΣΠ