Σ’αυτή την έρημη πόλη
μετρώ ανύπαρκτες φωνές.
Μάταια ερωτήματα
παλιρροούν εντός μου.
Μαρία Σκουρολιάκου, «Το αίνιγμα»
Στην Ελλάδα άπαντες χρησιμοποιούν τη λέξη, τον όρο «δημοκρατία», στον οποίο ο καθένας έχει προσδώσει -στο μυαλό του, στην πένα ή και στην πράξη- άλλο νόημα κι άλλο περιεχόμενο. Έχουμε απολέσει όχι μόνο την εμπιστοσύνη μας στη δημοκρατία, αλλά και τη βασική μας θέση ως προς τη χρησιμότητά της. Ζούμε σε συνθήκες απώλειας νοήματος και ταυτόχρονης διαγραφής (και παραγραφής;) των ορίων της ελευθερίας (αναρχία, ανομία, ατιμωρησία).
Όσο κι αν ορισμένοι (δήθεν αριστεροί) νέας κοπής και διαπλοκής ομνύουν στο όνομα της δημοκρατίας, καταπατώντας εν ταυτώ κι όλες τις αρχές της (κράτος δικαίου, δικαιώματα, λογοδοσία), ενώ άλλοι (σκληροί νεοφιλελεύθεροι) υπερασπίζονται μια αγοραία δημοκρατία (όχι της αγοράς του δήμου, αλλά των αγορών της παγκοσμιοποίησης), η ανάγκη στήριξης/υπεράσπισης της σημερινής συνταγματικής δημοκρατίας είναι αδήριτη. Εκείνοι που υπερμεγεθύνουν τις όποιες παθογένειες της δημοκρατίας (ακραίος ανταγωνισμός, αδυναμία εξισορρόπησης συμφερόντων, νεποτισμός, αναξιοκρατία) συνήθως κινούνται στο πλαίσιο ενός επικίνδυνου λαϊκισμού και μιας επιτήδειας δημαγωγίας. Δεν θέλουν να βελτιώσουν το πολίτευμα. Θέλουν να το ανατρέψουν, υποσχόμενοι έναν άγνωστο (κι εν πολλοίς χαμένο) παράδεισο.
Πώς είναι δυνατόν κάποιοι «πρώην», που καταπάτησαν κάθε έννοια δημοκρατικής ευαισθησίας, τώρα να την επαγγέλονται;
Ακόμα και «η αναιδής κι αυθαδιάζουσα» δημοκρατία, με πρωταγωνιστές κακούς πολιτικούς, είναι ασφαλέστερο πολίτευμα από τους ολοκληρωτισμούς και τους φονταμενταλισμούς των μονοκομματικών καθεστώτων πολιτικής ανελευθερίας. Οι επαναστατικές προοπτικές των αρχαίων χρησμών και οι κραυγές της πλατείας των αγανακτισμένων, τα εθνικιστικά παραληρήματα και οι βίαιες συνάξεις των ακραίων δεν συνιστούν ούτε λύση ούτε απάντηση. Οι κραδασμοί αξιών και διαδικασιών, ιδίως σε περιόδους κρίσης, δεν αντιμετωπίζονται, όπως δεν αποκαθίσταται και η ευνομία με συνθήκες όχλου. Οι φανατισμοί και οι ιδεοληψίες δεν συνιστώνται ως θεραπευτικές μέθοδοι. Ούτε όμως μία συνεχώς αμυνόμενη και με τους πάντες (κυρίως τους δηλωμένους εχθρούς της) συναλλασσόμενη δημοκρατία μπορεί να αντέξει επ’ άπειρον την πίεση.
Πώς είναι δυνατόν εκείνοι που ήθελαν να ελέγξουν όλους τους αρμούς της πολιτείας (sic) να υπόσχονται τώρα ανεξάρτητη Δικαιοσύνη;
Οι κακοφωνούντες και φωνασκούντες υπέρ μιας δικής τους εκδοχής της δημοκρατίας (;) στην ουσία υπονομεύουν όχι μόνο το πολίτευμα αλλά και την ασφάλεια και τις ελευθερίες των πολιτών. Οι νόμοι είναι αυτοί που εξασφαλίζουν τη λειτουργία των θεσμών υπέρ του λαού και το κοινωνικό συμβόλαιο ρυθμίζει τη συμβίωση υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ιδίως του δικαιώματος στη διαφωνία χωρίς βία). Δεν αναγνωρίζονται άλλου είδους, ένοπλοι ή κουκουλοφόροι, ή ροπαλοφόροι, ή ρασοφόροι, «φύλακες» της ζωής μας.
Πώς είναι δυνατόν όσοι συγκάλυπταν τις ανομίες των «δικών τους παιδιών» να τάζουν τώρα την ασφάλεια των πολιτών;
Μέσα στη δημοκρατία φωλιάζουν η ισοελευθερία, η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη. Στη βία, στην ιδεοληψία, στην εχθρότητα λαγοκοιμάται η ψευδαίσθηση που συχνά καταλήγει, για να «δικαιώσει» τα λάθη της, σε τυραννία.
Αυτά, ας τα έχουν υπόψη εκείνοι που δίνουν προσοχή στις αντιδημοκρατικές σειρήνες νέων εμφυλίων και γοητεύονται με την αυταπάτη μιας νέας αναμέτρησης του δικού τους «καλού» με αυτό των άλλων.
Επειδή πολλά λέγονται και γράφονται για νέους (;) ηγέτες και νέες (;) ηγέτιδες, θέλω να υπογραμμίσω ότι κατά τη γνώμη μου ο πραγματικός ηγέτης οφείλει πρωτίστως να είναι ηθικός και να διαθέτει έντονο αίσθημα δικαιοσύνης. Μάλιστα, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι απαιτούσαν από τον ηγέτη να είναι «δικαιότερος των άλλων δίκαιων πολιτών». Επίσης, δεν πρέπει να υποκύπτει στον πειρασμό της ύβρεως, με την έννοια της προσβολής της τιμής των αντιπάλων του. Γι’ αυτό πρέπει να υιοθετεί τόσο την κουλτούρα της ενοχής (τύψεις για το ενδεχόμενο κακό που διέπραξε) όσο και την κουλτούρα της ντροπής (ταύτιση με τους κανόνες της αιδούς), ώστε να αποφεύγεται η οργή της Νέμεσης. Αιδώς όταν ο ίδιος πράττει άνομα, αιδώς όταν αποδέχεται τα άδικα των άλλων.
Πώς μπορεί ο ψηφοφόρος να εμπιστευτεί έναν πολιτικό αρχηγό που έχει αποδείξει στην πράξη ότι παίζει εκτός ηθικών ορίων;
Η τυφλότητα της δόξας, της εκδίκησης και τελικά του «σκέπτεσθαι/πράττειν» αποτρέπει την ευθυκρισία του, τη μετριοπάθεια, τη φιλαλήθεια, την ανιδιοτέλεια, την αμεροληψία κι εντέλει την ψυχική γενναιοδωρία/ευρυχωρία.
Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό του δίκαιου ηγέτη είναι ότι αναγνωρίζει το «μέτρο της βίας», ώστε ούτε να την ασκεί αστόχαστα, ούτε να εισέρχεται εκών άκων στο πεδίο της «ατιμίας», συγκαλύπτοντας τις ακρότητες ή τις λαϊκιστικές αυτο-αθωώσεις των δικών του.
Ο προδίδων τον νόμο και τη δίκη ηγέτης, είτε από έλλειψη σωφροσύνης (να προσποιείται τον σοφό για πράγματα που αγνοεί) είτε από ναρκισσιστική αλαζονεία, οδηγείται σε έναν ηθικό σχετικισμό, ο οποίος υπερβαίνει τη σοφιστική και καταλήγει σε μια τερατοσκοπία ή στη «μανία του υβριστή».
Δεν γνωρίζω σε ποια αιτιώδη σχέση βρίσκεται η τύχη, κατά βάση το ήθος του χαρακτήρα, με τη σοφία της αρετής, της αλήθειας και της δικαιοσύνης.
Γνωρίζω όμως ότι στη δημοκρατία, όταν η βούληση των αρχόντων ταυτίζεται με εκείνη των αρχομένων, αυτό συμβαίνει λόγω κοινής αποδοχής των αξιών του πολιτεύματος.
Υπάρχει σήμερα κάποια άλλη πολιτική δύναμη, εκτός από το ΠΑΣΟΚ, που να σέβεται περισσότερο την ουσία και τους τύπους της δημοκρατικής διακυβέρνησης της χώρας; Αυτό είναι το κρίσιμο διακύβευμα των εκλογών του 2027.
ΥΓ1: Σε κάθε περίπτωση, στην περίοδο πολλαπλής κρίσης την οποία άπαντες βιώνουμε, καλό θα ήταν ορισμένοι τέως ηγέτες (;) να αναστοχαστούν τα λάθη (των παλαιών) επιλογών τους και οι πολίτες τα λάθη των (μελλοντικών;) προσδοκιών τους από εκείνους.
ΥΓ2: Οποιαδήποτε ομοιότητα με νεο-ηγέτες και νεο-ηγέτιδες είναι εντελώς συμπτωματική.
ΥΓ3: Το να δηλώνεις ότι αποδέχεσαι τη διάκριση «Αριστερά – Δεξιά» δεν σε κάνει αυτομάτως κι αυτοδικαίως αριστερό πολιτικό ή πολίτη.
Γιάννης Πανούσης, ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας, πρώην υπουργός
Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 29.08.2026