Γιάννης Πανούσης: Με τη διαφθορά της ΝΔ, τη διαπλοκή της ΕΛΑΣ ή τη δικαιοκρατία του ΠΑΣΟΚ;

Εκτός από τα προγράμματα, τους υποψηφίους και τα συνθήματα, ο Έλληνας ψηφοφόρος έχει να επιλέξει ανάμεσα στα τρία «δ» στις επικείμενες εκλογές

Εκτός από τα προγράμματα, τους υποψηφίους και τα συνθήματα, ο Έλληνας ψηφοφόρος έχει να επιλέξει ανάμεσα στα τρία «δ» στις επικείμενες εκλογές: το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα που έχει εγκαθιδρύσει η κυβέρνηση της ΝΔ, την άνευ προηγουμένου διαπλοκή που υποστηρίζει (με νύχια και με δόντια, όπως και με χορηγίες) την ΕΛΑΣ ή το δικαιοκρατικό κι ακηδεμόνευτο ΠΑΣΟΚ.

Μπορεί η διαφθορά να είναι ένα φαινόμενο τόσο διαδεδομένο, ώστε δικαιολογημένα αισθάνεται κανείς ότι είναι ενδημικό σε κάθε κοινωνία, σε κάθε περίοδο, σε κάθε θεσμό, όμως το τρίπτυχο διαφθορά – διαπλοκή – σκάνδαλα σκοτώνει τη δημοκρατία.

Το πολιτικό σύστημα «χαρακτηρίζεται» από την έκταση και το βάθος της διαφθοράς που κινείται εκτός των νόμων και της ηθικής τάξης. Η κοινωνική νοσηρότητα και ανομία ως αναπόφευκτη συνέπεια της άναρχης ανάπτυξης, της άνισης διανομής του πλούτου και του «αχόρταγου» ιδιωτικού κέρδους διευρύνει συνεχώς τον κύκλο των εμπλεκομένων.

Η αυτονόμηση και φετιχοποίηση των αγορών, τα εντός και εκτός Ελλάδας κερδοσκοπικά κυκλώματα προκαλούν ρωγμές στο θεσμικό οικοδόμημα.

Συμβιβασμοί, συμψηφισμοί και σκοπιμότητες θολώνουν (αν δεν εξωραΐζουν) το τοπίο και οδηγούν ή σε εκ του πονηρού «ερμηνείες» των νόμων ή σε ατιμωρησία των ενόχων.
Η πολιτική διαφθορά, ως «ανάρμοστη σχέση μεταξύ αγοράς και πολιτικής», κατέστη μέρος της πολιτικής κουλτούρας. Κουλτούρα της διαφθοράς και κουλτούρα του δημόσιου βίου (συμ)πορεύονται.

Η διαφθορά προϋποθέτει δόλο και συμπαιγνία, αλλά και μια αντίληψη ότι στο «κάτω κάτω δεν βλάπτει κανέναν» (win/win?). Αυτή είναι η κουλτούρα της διαφθοράς, που τη διεύρυνε και νομιμοποίησε η κυβέρνηση της ΝΔ. Μια στρέβλωση των αξιών: δημόσιοι λειτουργοί και πολίτες που αποκτούν σταδιακά μια ιδιόρρυθμη «συνείδηση δικαίου», όταν διαφθείρουν ή διαφθείρονται.

Το δίλημμα δεν τίθεται συνεπώς «ως προς τι είναι νόμιμο» ή «ηθικό», αλλά «ως προς τι μπορούμε να κάνουμε ατιμωρητί».

Η διαφθορά από παράβαση μετατρέπεται σε συναλλαγή, σε θεσμό «αναγκαίο» για τη φιλελεύθερη οικονομία, την ανάπτυξη, την παγκοσμιοποίηση.

Παρατράπεζες, δημόσια ή ιδιωτική διαφθορά σε ΜΚΟ εξακολουθούν να κινούνται στο σκοτεινό χώρο των σκανδάλων.
Κατά συνέπεια, πρώτα πρέπει να ενισχυθεί η ποιότητα της δημοκρατίας μας, μετά να υπογράψουμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο αρχών και αξιών, ύστερα να εμπιστευτούμε τους θεσμούς και τους θεματοφύλακες των αξιών και τότε -και μόνο τότε- να αρχίσουμε να αναθεωρούμε τις αντιλήψεις και τις πρακτικές μας για τη διαφθορά.

Η αντίστροφη πορεία θα μας οδηγήσει σε νέο σκοτεινό τούνελ και όχι στο φως.

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να επιμείνει:
Κανένα κομματικό συμφέρον και καμία ασφάλεια του συστήματος δεν δικαιολογούν τη «λευκή» σιωπή των οπαδών, την «γκρίζα» αδιαφορία των φοβισμένων πολιτών και τη «μαύρη» προπαγάνδα των εγκεφάλων.

ΥΓ. 1: Πρέπει να πείσουμε εαυτούς και αλλήλους ότι τα δημόσια αγαθά και οι πολιτικές αποφάσεις δεν είναι για πούλημα (ούτε ως μίζα, ούτε ως κομματικό καθήκον, ούτε ως λαϊκιστική συνενοχή παροχών).

ΥΓ. 2: Δεν νοείται σ’ αυτή τη χώρα οι διεφθαρμένοι να είναι και οι τιμημένοι (π.χ. ως υποψήφιοι στις εκλογές).

Άρα πρόκειται για ένα εθνικό, αλλά και ευρωπαϊκό ή και παγκόσμιο φαινόμενο, το οποίο στηρίζεται στο μαύρο χρήμα και προστατεύεται από μηχανισμούς συγκάλυψης. Η επιρροή παράνομων συμφερόντων σε κρατικές λειτουργίες μέσω και της παραοικονομίας διευκολύνει το πολιτικό χρήμα να βρίσκει τρόπους/δρόμους διαφυγής από τον νόμο. Η ολική χρέωση της διαφθοράς στους πολιτικούς, χωρίς καμία σχεδόν αναφορά στη «λαϊκή διαφθορά», μπορεί να είναι μονομερής, όμως οι νοσούντες πολιτειακοί, πολιτικοί και κοινωνικοί οργανισμοί είναι αυτοί που γεννούν και τα σκάνδαλα. Άρα, η κάθαρση συνιστά γενική/ολιστική διαχείριση του φαινομένου από μια ανταποδοτική δημοκρατία. Η απόσταση από τη νέμεση έως την κάθαρση είναι μεγάλη, αλλά πρέπει να καλυφθεί ταχύτατα, καθώς η απουσία κρατικού ελέγχου και οι πελατειακές σχέσεις έχουν αρχίσει να βλάπτουν σοβαρά τη δημοκρατία. Διαφθορείς και διεφθαρμένοι εξακολουθούν να (δια)πλέκονται παρασυρόμενοι από την ευκολία πλουτισμού.

Η φοροδιαφυγή ως τζόγος, ως παιχνίδι εξουσίας, ως μπίζνες, ως παραοικονομία, η διαφθορά της μαύρης εργασίας, η διαφθορά «της κρίσης», η διαφθορά σε νοσοκομεία, εφορίες, ασφαλιστικούς φορείς, πολεοδομίες, πανεπιστήμια ακυρώνουν την κανονιστική και θεσμική διάσταση της πολιτικής και αμαυρώνουν την ηθική της ευθύνης. Ενώ η καλή διακυβέρνηση (λογοδοσία, νομιμότητα, αποτελεσματικότητα, ποιότητα, κράτος δικαίου) εμπεριέχει και τον έλεγχο της διαφθοράς (της δωροδοκίας, του χρηματισμού, της απάτης, της ευνοιοκρατίας, του εκβιασμού). Κι ενώ ο εσωτερικός και εξωτερικός έλεγχος της δημόσιας διοίκησης αλλά και του κράτους συνιστά πρωταρχικό εργαλείο πάταξης της διαφθοράς, όλα τα εγχειρήματα προσκρούουν τόσο σε αντιλήψεις όσο και σε ελλείψεις.

Οι αντιλήψεις για το τι είναι διαφθορά διαφέρουν. Πολιτικοί, κόμματα, ΜΜΕ, ΜΚΟ, θεσμοί προσεγγίζουν διαφορετικά το φαινόμενο. Κοινωνική/δομική οπτική και ατομικιστική/ηθική οπτική διαπλέκονται με αποτέλεσμα να κατακερματίζεται το αντικείμενο. Από το ήθος του υπαλλήλου μέχρι την παγκοσμιοποίηση, η ερευνητική απόσταση είναι πολύ μεγάλη για να βρει κανείς άκρη. Στη χώρα μας, το γεγονός ότι η κοινή γνώμη ταυτίζει την κάθαρση από τη διαφθορά με το «δώστε αίμα στον λαό» κι όχι με θεσμικές λειτουργίες και οργανωτικές μεταρρυθμίσεις συχνά εκφυλίζει την όλη διαδικασία σε εξόντωση πολιτικών/οικονομικών αντιπάλων.

Η νομική και κυρίως ποινική αντιμετώπιση του προβλήματος (ενεργητική/παθητική δωροδοκία, δωροδοκία αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών, μαζική φοροδιαφυγή κ.ά.) δεν αρκεί. Υψηλά πρόστιμα, δικαστική αστυνομία, «πόθεν έσχες», νέοι μηχανισμοί και δίκτυα, τεχνικές λύσεις, ιντερνετική διαφάνεια ελέγχου των δαπανών καλούνται να εντοπίσουν και να αντιμετωπίσουν: τις δίκες της διαφθοράς, τους τόπους της διαφθοράς, τη «νομότυπη ηθική» της διαφθοράς, τους επαγγελματίες της διαφθοράς.

Το μωσαϊκό όμως των αρμόδιων αρχών καθώς και η έλλειψη εργαλειακού, λειτουργικού ορισμού, τεχνικά απαλλαγμένου από πολιτικές σκοπιμότητες, χρήζουν επανεξέτασης. Η ταυτόχρονη εκρίζωση των οριζόντιων και κάθετων δικτύων της διαφθοράς (από τον «βασικό μέτοχο» μέχρι την «ευθύνη υπουργών») δεν είναι εύκολη υπόθεση σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι πολίτες έχουν «μάθει να ζουν έτσι». Η διαφθορά έχει καταστεί αξιακό πρόβλημα. Η σχετική κουλτούρα δεν είναι εύκολα αναστρέψιμη, καθώς η έννοια του δημοσίου συμφέροντος προϋποθέτει ανάμεσα στα άλλα και εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαφάνειας. Η «διαχείριση της φαυλότητας» προηγείται της πρόθεσης εξυγίανσης. Δεν αρκεί η αλλαγή κουλτούρας. Χρειαζόμαστε αλλαγή πολιτικής με ριζικές μεταρρυθμίσεις και στο πεδίο των προσωπικών απόψεων.

Ο «τζαμπατζής (free rider) ως «αντιστασιακός» ή ως κομματικός πελάτης δεν είναι η πρόσφορη λύση. Η «διανομή αξιών» και ο μη σφετερισμός ρόλων, η υποχρέωση λογοδοσίας και η διαφάνεια αλλά και η ενίσχυση της δημοκρατίας μας, προφανώς, συνιστούν καλύτερη λύση. Αρκετά δαιμονοποιήσαμε το (διεφθαρμένο) πολιτικό σύστημα, την κομματοκρατία, την ολιγωρία της Δικαιοσύνης και εξαιρέσαμε την αδιαφάνεια και τη διαφθορά των «άλλων». Είναι η ώρα της συνευθύνης κράτους, θεσμών, κοινωνίας και κάθε πολίτη ξεχωριστά.

Γιάννης Πανούσης, ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας, πρώην υπουργός

Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 01.08.2026