Γιάννης Πανούσης: ΑΝΑ-ΘΕΟ-ΡΗΣΕΙΣ;

Χρειαζόμαστε τόσο πολιτικά και θεσμικά όσο και κοινωνικά αντίβαρα και ισοδύναμα για να ισορροπήσει η δημοκρατία στο σύνολό της

Επειδή η συνταγματική διαδικασία δεν συντελείται ελέω Θεού (ή των εκπροσώπων του επί Γης) με Δέκα Εντολές ή άλλες άγιες ρήσεις, καλό θα ήταν μια πολιτική συνταγματική αναθεώρηση να μπορούσε να συμπεριλάβει ζητήματα όπως: το εκλογικό σύστημα, η διαφάνεια στη χρηματοδότηση των κομμάτων, η ευθύνη των υπουργών, οι βουλευτικές ασυλίες, η εσωκομματική δημοκρατία, η πλήρης διάκριση των εξουσιών, οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, τα δημοψηφίσματα, ο έλεγχος στη λειτουργία των ΜΜΕ, η συνταγματική ενίσχυση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Υπό συζήτηση θα μπορούσαν να τεθούν επίσης ζητήματα όπως η συνταγματική καθιέρωση αποτρεπτικών μηχανισμών για πρόωρη λήξη της τετραετίας ως χρόνου διεξαγωγής των εκλογών, η μείωση του αριθμού των βουλευτών, το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικών και βουλευτικών καθηκόντων, το Συνταγματικό Δικαστήριο και ζητήματα επιλογής ηγεσίας της Δικαιοσύνης, οι σχέσεις κράτους-εκκλησίας ή και οι διατάξεις που αφορούν στη δημόσια οικονομία και στη δημόσια διοίκηση, η προστασία του περιβάλλοντος, η τοπική αυτοδιοίκηση κ.λπ.

Πέραν των παραπάνω, επί της ουσίας θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η ερμηνεία του Συντάγματος -όπως έγραφε ο αείμνηστος Δ. Τσάτσος- «δεν είναι έργο μόνο της επιστήμης, αλλά της δικαιοσύνης, της διοίκησης, της κυβέρνησης, της αντιπολίτευσης, αλλά και του ίδιου του κοινού νομοθέτη στον οποίο το Σύνταγμα θέτει όρια και κριτήρια για τις πολιτικές του επιλογές».

Η πατρίδα, το κράτος δικαίου, το κοινωνικό κράτος, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα βρίσκονται σε κατάσταση υψηλής επικινδυνότητας, γι’ αυτό χρειάζονται άμεσες και τολμηρές τομές.
Η δικαιοκρατία δεν πρέπει να συγχέεται με τη νομοκρατία (rule of law) (υπεροχή της νομοθετικής λειτουργίας επί των άλλων), οπότε πρέπει να προβλεφθούν περισσότερα δικαιώματα και πληρέστερος δικαστικός έλεγχος.

Το Σύνταγμα είναι ο καταστατικός χάρτης του πολιτεύματος. Για να καταστεί και η ψυχή του πολιτεύματος, πρέπει να περιβληθεί με την ευρύτερη δυνατή πολιτική συναίνεση και να γίνεται σεβαστό από όλους. Μια συνταγματική αναθεώρηση η οποία θα διεξαχθεί μέσα σε κλίμα ακραίας αντιπαλότητας, απαξιωτικών χαρακτηρισμών, μικροκομματικών υπολογισμών και ανελαστικών θέσεων όχι μόνο δεν θα αποτυπώνει με αξιοπιστία την πολιτική πραγματικότητα, αλλά και θα διευρύνει ακόμα περισσότερο την κοινωνική καχυποψία (ότι όλα γίνονται για το θεαθήναι, ότι τίποτα δεν θα εφαρμοστεί, ότι οι ισχυροί είναι υπεράνω νόμων και Συντάγματος).

Κι αφού στοχεύουμε στην ενίσχυση της δημοκρατίας, θα πρέπει να συμφωνήσουμε με ποιον τρόπο θα τη θωρακίσουμε καλύτερα θεσμικά, δίνοντας ταυτόχρονα το μήνυμα στους πολίτες ότι όλα αυτά δεν είναι «κενό γράμμα».

Με την έννοια αυτή πρέπει να βρεθεί σημείο ισορροπίας ανάμεσα στις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής, της Βουλής και της κυβέρνησης, της κυβέρνησης και της δικαιοσύνης.

Χρειαζόμαστε τόσο πολιτικά και θεσμικά όσο και κοινωνικά αντίβαρα και ισοδύναμα για να ισορροπήσει η δημοκρατία στο σύνολό της και όχι μόνο στο κοινοβουλευτικό επίπεδο.
Οι πολίτες θέλουν δημοκρατία (ισότητα, ασφάλεια, δικαιοσύνη, νομιμότητα) στην καθημερινή ζωή και όχι διακηρύξεις περί διακυβερνητικών μοντέλων. Θέλουν να τους κυβερνούν άνθρωποι που εμπιστεύονται και κόμματα που δεν λειτουργούν «για τον εαυτό τους», αλλά υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

Αν δεν αισθανθούν ότι προς τα εκεί οδεύει η συνταγματική αναθεώρηση, δηλαδή ότι το πολιτικό χρήμα, η πολιτική διαφθορά, η κομματική νομενκλατούρα επιβιώνουν, τότε όχι μόνο δεν θα συμμετάσχουν στην όλη διαδικασία, αλλά και θα γυρίσουν (οριστικά;) την πλάτη στο δημοκρατικό πολίτευμα.

Το νέο Σύνταγμα πρέπει να ανοιχθεί στην κοινωνία των πολιτών και να μην παραμείνει παιχνίδι ειδικών ερμηνευτών, τεχνοκρατών και ανθρώπων κλειστών κύκλων εξουσίας.

Όχι σε υπερ-σύνταγμα, ούτε όμως σε υπο-σύνταγμα. Χρειαζόμαστε έναν ευέλικτο, εθνικό και ευρωπαϊκό, κυρίαρχο και εγγυητικό καταστατικό χάρτη για ελεύθερους πολίτες και ανθρώπους.

Σε αυτή την πρό(σ)κληση διαλόγου θα ήθελα να καταθέσω κι εγώ κάποιους προσωπικούς προβληματισμούς. Η έννοια και το περιεχόμενο του καλού νέου Συντάγματος δεν σχετίζονται με τη συγκυριακή δύσκολη οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Η θεσμική και πολιτική κόπωση είναι δεδομένες. Το ίδιο ισχύει για τα ανοικτά, μείζονος σημασίας, προβλήματα διακυβέρνησης.

Η ισορροπία του πολιτεύματος, το κανονιστικό πλαίσιο του 1975, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια υπέρβασης του άρθρου 110. Ο αναγκαίος εξορθολογισμός οριοθετείται και δεν αφήνει χώρο για «ανατροπές».

Όσο κρίσιμο είναι το μομέντουμ και το περιεχόμενο μιας συνταγματικής αναθεώρησης, άλλο τόσο κρίσιμη είναι η ρητή απόφαση του πολιτικού συστήματος να απαλλαγεί οριστικά από τη διαφθορά, τον πελατειασμό, την αναξιοκρατία και να προχωρήσει σε μια «καθαρτήρια» διαδικασία ψήφισης και κυρίως εφαρμογής νέων διατάξεων. Εν κενώ αναθεώρηση ή αναθεώρηση χωρίς στρατηγική δεν οδηγεί πουθενά.

Χρειάζεται καταστατικός χάρτης επανεκκίνησης, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έναν ενοποιητικό θεσμό με ρήτρες του συνανήκειν, καθώς το πολιτικό κλίμα (καθ)οδηγείται προς την άλλη κατεύθυνση (της ρήξης και των διαχωριστικών γραμμών).

Η πολιτική νομιμοποίηση δεν αναζητείται μέσω της ασφάλειας δικαίου ή της ερμηνευτικής συναίνεσης, αλλά μέσω ακραίας αντιπαλότητας και ανελαστικών «αξιωμάτων».

Σε κάθε περίπτωση, οι δημοκρατικοί θεσμοί πρέπει να γίνονται απ’ όλους σεβαστοί, να μην «ευλογούνται» συνταγματικές εξαιρέσεις, να αποκτήσει γνήσια εκπροσώπηση και παρέμβαση η κοινωνία των πολιτών, να μην αποτελεί «το δίκαιο της ανάγκης» πρόσχημα για κάθε είδους αποκλίσεις.

Η ερμηνεία του Συντάγματος (ακόμα και του αυστηρού) είναι και έργο της επιστήμης. Προσωπικά πιστεύω στην άποψη του Τόμας Τζέφερσον. Κάθε εποχή, ίσως και κάθε γενιά, θα πρέπει να θεσπίζει το δικό της Σύνταγμα. Το ερώτημα είναι πώς θα απαλλαγεί η νέα γενιά από τους αενάως επανεμφανιζόμενους με άλλα ονόματα και σημαίες «παλιούς» μεσσίες.

ΥΓ.: Τη μεγαλύτερη αμφισβήτηση τη δέχεται το αρ. 86 του Συντάγματος, όπως και ο νόμος για την ποινική ευθύνη υπουργών του 2003.

Η λύση για την ορθή εφαρμογή του αρ. 86 του Συντάγματος βρίσκεται στον Κανονισμό της Βουλής, ο οποίος θα μπορούσε να προβλέπει τη συμμετοχή στην επιτροπή προκαταρκτικού ελέγχου ίσου αριθμού βουλευτών της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και των κομμάτων της αντιπολίτευσης που επιλέγονται με κλήρωση. Στο προεδρείο της επιτροπής να εκπροσωπούνται όλα τα κόμματα με εκλογή από τα μέλη της. Η έκδοση ενιαίου πορίσματος πρέπει να είναι υποχρεωτική, για την απαλλακτική δε πρόταση να απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία.

Συνοπτικά, η αποκομματικοποίηση της κοινοβουλευτικής επιτροπής είναι η απάντηση και τα κοινά διακομματικά πορίσματα με πλειοψηφία και μειοψηφία, αντίστοιχα, η πλέον αξιόπιστη διαδικασία.

Η κυρίαρχη τάση όμως είναι ο λεγόμενος φυσικός δικαστής, δηλαδή η παραπομπή των πολιτικών προσώπων στην τακτική δικαιοσύνη.

Θα ήταν σωστή λύση αν την ηγεσία της Δικαιοσύνης δεν τη διορίζει η εκάστοτε κυβέρνηση και αν οι δικαστές είχαν ανεξαρτησία απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά και εσωτερικά στο δικαστικό σώμα.

Αυτοδιοίκητο σε όλες τις βαθμίδες της Δικαιοσύνης και εσωτερικός έλεγχος της λειτουργίας της είναι το πρωταρχικό αίτημα. Ευθύνη της κυβέρνησης είναι η εξασφάλιση των αναγκαίων μέσων για την απονομή της δικαιοσύνης, όπως ικανό επιστημονικό υποστηρικτικό προσωπικό, γραμματειακή υποστήριξη, κτιριακές υποδομές, τεχνολογική υποδομή, μετεκπαίδευση δικαστών και γραμματέων, υποστήριξη του αυτοδιοίκητου με έναν Οργανισμό Δικαστηρίων και Δικαστών που προάγει την αξιοκρατία και στη Δικαιοσύνη.

Τότε, και μόνο τότε, ο τακτικός δικαστής θα είναι φυσικός δικαστής για τους πολίτες και τους πολιτικούς, οι οποίοι θα δικάζονται με βάση τον νόμο, ακόμα κι αν πάντοτε θα ελλοχεύει η ηθική ενός φυσικού δικαίου, όπου η δικαιοσύνη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής αρετής κι όχι παρακολούθημα των πολιτικών συσχετισμών.

Σήμερα, η Βουλή θέλει και δεν θέλει να εμπλέκεται, οι φυσικοί δικαστές προκρίνονται να ελέγχουν τις παραβιάσεις την ίδια ώρα που η Δικαιοσύνη κατηγορείται εν τω συνόλω της ως «διαπλεκόμενη και διεφθαρμένη», οι πολίτες αμφισβητούν εαυτούς και αλλήλους.

Και το μέγα ερώτημα που τίθεται είναι πώς μπορεί να επιτευχθεί μία -έστω μερική- (αυτο)κάθαρση του πάσχοντος πολιτικού συστήματος, όταν ουδείς εμπιστεύεται ουδένα (θεσμό ή άνθρωπο) κι όταν ουδείς από εκείνους που επί τόσα χρόνια κρύβονταν πίσω από τις διατάξεις του άρθρου 86Σ βγαίνει να κάνει αυτοκριτική.

Γιάννης Πανούσης, ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας, πρώην υπουργός

Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 20.6.2026