Η ενίσχυση της Ακροδεξιάς στη Γερμανία και οι ευρύτερες πολιτικές ανακατατάξεις στην Ευρώπη δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ένα μεμονωμένο ή απρόβλεπτο γεγονός. Αντίθετα, αποτελούν την έκφραση μιας συσσωρευμένης κοινωνικής δυσαρέσκειας, η οποία εδώ και χρόνια καταγράφεται σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι πολίτες αισθάνονται ότι οι πολιτικές που εφαρμόζονται δεν απαντούν επαρκώς στα προβλήματα της καθημερινότητάς τους. Η ακρίβεια, η ενεργειακή κρίση, η διεύρυνση των ανισοτήτων, το στεγαστικό πρόβλημα, το μεταναστευτικό και η αβεβαιότητα για την εργασία και το εισόδημα δημιουργούν ένα περιβάλλον ανασφάλειας. Παράλληλα, η Ευρώπη εμφανίζεται συχνά αργή να αντιδράσει σε κρίσεις που επηρεάζουν άμεσα την κοινωνική συνοχή.
Η ενεργειακή κρίση είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Οι επιπτώσεις της πανδημίας, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ένταση στη Μέση Ανατολή έχουν επιβαρύνει το κόστος ενέργειας, πιέζοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα το αυξημένο κόστος λειτουργίας προστίθεται σε ένα ήδη δύσκολο περιβάλλον.
Ιδιαίτερα ανήσυχη είναι η νέα γενιά. Οι νέοι αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος στέγασης, χαμηλές αποδοχές σε σχέση με τις ανάγκες τους και αβεβαιότητα για το επαγγελματικό τους μέλλον. Την ίδια ώρα, η τεχνολογική εξέλιξη και η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν επιπλέον ερωτήματα για την απασχόληση και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, ενώ η ισχύς των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων εντείνει τους κινδύνους για την επαγγελματική βιωσιμότητα των μικρότερων επιχειρήσεων.
Μέσα σε αυτές τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες δεν είναι τυχαίο ότι ενισχύονται λαϊκιστικές και ακροδεξιές «φωνές» σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Η αμφισβήτηση της πολιτικής των Βρυξελλών δεν είναι πια εξαίρεση, αλλά τείνει να γίνει ο κανόνας. Ειδικά από πολίτες χαμηλότερης οικονομικής δυνατότητας, καθώς αυτοί είναι που αισθάνονται και τη μεγαλύτερη ανασφάλεια για το μέλλον τους.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την περίπτωση της Χρυσής Αυγής στη χώρα μας. Ποιοι ήταν αυτοί που στήριξαν εκλογικά την κατά νόμο εγκληματική οργάνωση, ειδικά στα χρόνια των μνημονίων; Οι πολίτες που αισθάνθηκαν ότι ήταν περισσότερο εκτεθειμένοι στις συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Και που ερμήνευσαν τη ρητορική της Χρυσής Αυγής ως πρόθεση «αντίστασης» απέναντι στα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής. Κάτι αντίστοιχο φαίνεται να συμβαίνει το τελευταίο διάστημα και στην Ευρώπη. Η οικονομική κρίση οδηγεί ακόμα μία φορά πολίτες να υιοθετούν ακραίες απόψεις, σαφώς επικίνδυνες για το δημοκρατικό πολίτευμα.
Το ζητούμενο, επομένως, είναι πώς θα αντιμετωπιστούν οι αιτίες που τροφοδοτούν αυτή την αμφισβήτηση των πολιτικών της ΕΕ. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο πολιτική. Χρειάζεται ουσιαστική αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων και μια νέα ευρωπαϊκή πολιτική που θα αποκαθιστά την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να στηρίξει αποτελεσματικότερα τα νοικοκυριά και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, να δημιουργήσει περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους και να διασφαλίσει ότι η ανάπτυξη και η τεχνολογική πρόοδος δεν θα αφήνουν κοινωνικές ομάδες στο περιθώριο.
Η υπεράσπιση της δημοκρατίας περνά και μέσα από την οικονομική και κοινωνική πολιτική. Αν η Ευρώπη θέλει να ανακόψει την ενίσχυση δυνάμεων που αμφισβητούν τις αξίες της, χρειάζεται να ξαναδώσει περιεχόμενο στο όραμα της Ευρώπης των λαών. Χρειαζόμαστε δηλαδή -και άμεσα- μια Ευρώπη που θα υπηρετεί τους πολίτες της, θα περιορίζει τις ανισότητες και θα δημιουργεί προοπτική και ασφάλεια για τις επόμενες γενιές.
Ο Γιάννης Χατζηθεοδοσίου είναι προέδρος ΕΕΑ, επίτιμος διδάκτορας ΠΑ.ΠΕΙ. και Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Δημοσιεύθηκε στο Καρφί το Σάββατο 26.09.2026