Ειδησεογραφικό site

Έρχονται νέες αυξήσεις σε τρόφιμα, καύσιμα, μεταφορικά

Φόβους για ένα νέο σπιράλ ανατιμήσεων στην ελληνική οικονομία πυροδοτεί η απότομη άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι πληθωριστικές πιέσεις, και κυρίως στα τρόφιμα, όχι μόνο δεν έχουν εκτονωθεί αλλά επανεμφανίζονται με ένταση. Η εκτίναξη του Μπρεντ κοντά στα 80 δολάρια το βαρέλι, μετά την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο αλυσιδωτών επιπτώσεων στο κόστος μεταφορών, στο κόστος παραγωγής και τελικά στις τελικές τιμές για τον καταναλωτή.

Παρότι η άνοδος του αργού θα φανεί στην αντλία από το τέλος της εβδομάδας, λόγω της χρονικής υστέρησης που χαρακτηρίζει το σύστημα τιμολόγησης των καυσίμων, οι παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι οι πρώτες αυξήσεις στη λιανική έχουν ήδη φανεί.

Η σταδιακή ενσωμάτωση των υψηλότερων διεθνών τιμών στη χονδρική των διυλιστηρίων και στη συνέχεια στη λιανική αναμένεται να αυξήσει το κόστος ενέργειας, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για νέες ανατιμήσεις σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.

Τα καύσιμα αποτελούν βασικό συντελεστή κόστους για τις μεταφορές, τόσο των πρώτων υλών όσο και των τελικών προϊόντων. Κάθε αύξηση στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στα μεταφορικά κόστη, επιβαρύνοντας τη βιομηχανία, τη μεταποίηση, τον πρωτογενή τομέα και το λιανεμπόριο. Το αυξημένο κόστος μεταφοράς προστίθεται σε ένα ήδη επιβαρυμένο κόστος παραγωγής, που περιλαμβάνει υψηλές τιμές ενέργειας, πρώτων υλών και υπηρεσιών.

Ιδιαίτερα ευάλωτος εμφανίζεται ο κλάδος των τροφίμων

Ιδιαίτερα ευάλωτος εμφανίζεται ο κλάδος των τροφίμων, όπου το κόστος παραγωγής και διακίνησης αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση των τελικών τιμών. Η αύξηση των καυσίμων επηρεάζει από τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων και των ζωοτροφών μέχρι τη λειτουργία των μονάδων επεξεργασίας και τη διανομή στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Σε αυτό το πλαίσιο, ο κίνδυνος οι νέες πιέσεις στο ενεργειακό κόστος να τροφοδοτήσουν έναν νέο γύρο ανατιμήσεων θεωρείται ιδιαίτερα αυξημένος.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν ότι η οικονομία εισέρχεται σε αυτή τη φάση με ήδη υψηλό «υπόβαθρο» ακρίβειας. Τον Ιανουάριο του 2026 ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 2,5% σε ετήσια βάση, ωστόσο ο πληθωρισμός των τροφίμων εκτινάχθηκε στο 4,5%. Οι ανατιμήσεις στα βασικά είδη διατροφής κινούνται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες ότι οποιαδήποτε νέα αύξηση στο κόστος καυσίμων και μεταφορών θα περάσει ταχύτερα και εντονότερα στις τελικές τιμές.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το μοσχαρίσιο κρέας, με ετήσια αύξηση 25,4%, η σοκολάτα με 20,3%, ο καφές με 17,7% και τα φρούτα με 11,8%, ενώ ανατιμήσεις καταγράφονται σχεδόν σε όλο το φάσμα των τροφίμων.

Τα σχόλια είναι κλειστά.