Παρακολουθώντας τη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη, θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι ζει στην πιο επιτυχημένη εκδοχή της Ελλάδας των τελευταίων δεκαετιών. Η οικονομία πετάει, τα εισοδήματα αυξάνονται, οι επενδύσεις καταφθάνουν και η ακρίβεια αντιμετωπίζεται με σχέδιο και αποφασιστικότητα.
Μόνο που κάπου ανάμεσα στα πλεονάσματα, στις επενδυτικές βαθμίδες και στους θετικούς δείκτες, χάνονται οι πολίτες που μετρούν τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα. Γιατί η πραγματική οικονομία δεν βρίσκεται στις παρουσιάσεις των υπουργείων αλλά στα ταμεία των σούπερ μάρκετ, στα ενοίκια και στους λογαριασμούς.
Ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε ότι η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, για να εξηγήσει αμέσως μετά γιατί η μείωση του ΦΠΑ δεν είναι λύση. Με λίγα λόγια, οι τιμές είναι πρόβλημα, αλλά το μέτρο που ζητούν πολλοί πολίτες και φορείς δεν κάνει. Αντίθετα, η λύση φαίνεται να βρίσκεται σε περισσότερες συστάσεις προς την αγορά να δείξει «κοινωνική ευθύνη». Η αγορά, βέβαια, δεν έχει δείξει ιδιαίτερη συγκίνηση μέχρι σήμερα.
Στα ελληνοτουρκικά, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι η κριτική που δέχεται από Καραμανλή και Σαμαρά είναι άδικη. Ίσως να έχει δίκιο. Ίσως πάλι να συμβαίνει το πρωτοφανές φαινόμενο να διαφωνούν μαζί του ακόμα και πρόσωπα που προέρχονται από τον ίδιο πολιτικό χώρο. Μια λεπτομέρεια που δεν φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα το κυβερνητικό αφήγημα.
Η συνέντευξη ολοκληρώθηκε όπως ξεκίνησε: με τη βεβαιότητα ότι η χώρα κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι όλο και περισσότεροι πολίτες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτή την εικόνα. Ίσως επειδή ζουν σε μια διαφορετική Ελλάδα. Ή ίσως επειδή οι αριθμοί ευημερούν πολύ περισσότερο από τους ανθρώπους.