Ελλάδα: Από πρωταθλήτρια της ιδιοκατοίκησης στην 18η θέση της Ευρώπης

Μέσα σε μόλις έξι χρόνια (2019-2025), το ποσοστό ιδιοκατοίκησης μειώθηκε κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες

Για πολλές δεκαετίες η Ελλάδα αποτελούσε μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης. Η απόκτηση κατοικίας δεν ήταν απλώς μια επενδυτική επιλογή, αλλά βαθιά ριζωμένο στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας. Το σπίτι αποτελούσε συνώνυμο της οικονομικής ασφάλειας, της οικογενειακής σταθερότητας και της διαγενεακής δημιουργίας περιουσίας.

Σήμερα, η εικόνα αυτή αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς.

Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat καταγράφουν μία από τις σημαντικότερες μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται οριακά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ιδιοκατοίκηση, όμως η πτωτική πορεία είναι σαφής και συνεχής. Μέσα σε μόλις έξι χρόνια (2019-2025), το ποσοστό ιδιοκατοίκησης μειώθηκε κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, μία από τις μεγαλύτερες απώλειες μεταξύ των κρατών-μελών.

Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο την αγορά ακινήτων. Αντανακλά βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που επηρεάζουν τη δυνατότητα των ελληνικών νοικοκυριών να αποκτήσουν πρώτη κατοικία, να δημιουργήσουν περιουσία και να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Παράλληλα, επηρεάζει τη δημογραφική δυναμική, τη λειτουργία της αγοράς εργασίας και τη συνολική αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Η μεγάλη ανατροπή μέσα σε δύο δεκαετίες

Η υποχώρηση της ιδιοκατοίκησης δεν αποτελεί ένα πρόσφατο ή συγκυριακό φαινόμενο. Τα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν μια σταδιακή αλλά σταθερή μεταβολή του στεγαστικού μοντέλου της χώρας, η οποία ξεκινά ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και επιταχύνεται μετά το 2020.

Μέσα σε είκοσι χρόνια, η Ελλάδα έχασε περισσότερες από 15 ποσοστιαίες μονάδες ιδιοκατοίκησης, ενώ το ποσοστό των νοικοκυριών που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία σχεδόν διπλασιάστηκε. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές μεταβολές της μεταπολιτευτικής περιόδου, καθώς αλλάζει σταδιακά ο τρόπος με τον οποίο οι Έλληνες καλύπτουν μία από τις βασικότερες ανάγκες τους: τη στέγαση.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν με σαφήνεια ότι η Ελλάδα απομακρύνεται σταδιακά από το παραδοσιακό μοντέλο της υψηλής ιδιοκατοίκησης. Το 2005 σχεδόν 85 στα 100 ελληνικά νοικοκυριά κατοικούσαν σε ιδιόκτητη κατοικία. Το 2025 το ποσοστό αυτό περιορίζεται στο 69,4%, ενώ τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία αυξάνονται από 15,4% σε 30,6%.

Η μεταβολή αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακή. Αντικατοπτρίζει τη δυσκολία ολοένα και περισσότερων νοικοκυριών να αποκτήσουν πρώτη κατοικία, αλλά και τη σταδιακή μετάβαση της ελληνικής αγοράς σε ένα μοντέλο όπου η ενοικίαση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από ό,τι στο παρελθόν.

Από τις πρώτες θέσεις της Ευρώπης στην 18η θέση

Η υποχώρηση της Ελλάδας στην 17η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ιδιοκατοίκηση δεν αποτελεί απλώς μία αλλαγή στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Αποτελεί ένδειξη ότι το στεγαστικό μοντέλο της χώρας μεταβάλλεται ταχύτερα από ό,τι στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.

  • Την περίοδο 2019-2025, η Ελλάδα έχασε 6 ποσοστιαίες μονάδες ιδιοκατοίκησης, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώθηκε μόλις κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες. Η απόκλιση αυτή δείχνει ότι η επιδείνωση στη χώρα μας δεν αποτελεί μέρος μιας γενικευμένης ευρωπαϊκής τάσης, αλλά αντανακλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς κατοικίας.
  • Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αρκετές χώρες όχι μόνο διατήρησαν υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης, αλλά κατάφεραν να τα αυξήσουν. Η Ιταλία κατέγραψε άνοδο κατά 4,7 ποσοστιαίες μονάδες, η Πολωνία κατά 3, η Σλοβακία κατά 2,9, ενώ και η Βουλγαρία σημείωσε αύξηση κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες.
  • Αντίθετα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τις μεγαλύτερες απώλειες, μαζί με τη Μάλτα (-8,9 μονάδες) και το Λουξεμβούργο (-6,8 μονάδες).
  • Η εικόνα αυτή αποδεικνύει ότι η σημερινή στεγαστική πρόκληση δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις. Συνδέεται κυρίως με τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς κατοικίας, τη σημαντική απόκλιση μεταξύ τιμών και εισοδημάτων, την περιορισμένη παραγωγή νέων κατοικιών και τη δυσκολία των νέων νοικοκυριών να αποκτήσουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση.
  • Η μεγάλη πρόκληση για τα επόμενα χρόνια δεν είναι απλώς να διατηρηθεί η Ελλάδα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Είναι να ανακοπεί μία τάση που, αν συνεχιστεί, κινδυνεύει να μεταβάλει οριστικά το στεγαστικό μοντέλο της χώρας.