Ο Ντόναλντ Τραμπ εγκαινιάζει μια νέα στρατηγική απέναντι στο Ιράν, εξαπολύοντας απειλές για τις πιο σκληρές οικονομικές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί ποτέ.
Μετά την αποτυχία των στρατιωτικών και διπλωματικών πιέσεων, ο Λευκός Οίκος στρέφεται σε έναν εξαντλητικό οικονομικό πόλεμο, στοχεύοντας στον πλήρη αποκλεισμό της Τεχεράνης από τις διεθνείς αγορές, το λαθρεμπόριο πετρελαίου και τα παράλληλα τραπεζικά δίκτυα.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της τακτικής αμφισβητείται έντονα. Αναλυτές επισημαίνουν ότι το ιρανικό καθεστώς διαθέτει μακρά εμπειρία στην επιβίωση υπό καθεστώς αυστηρών κυρώσεων και δύσκολα θα υποχωρήσει.
Παράλληλα, η επιτυχία του εγχειρήματος απαιτεί πολυετή υπομονή και ευρεία διεθνή συνεργασία, στοιχεία που συχνά συγκρούονται με τα τακτικά πισωγυρίσματα και την απομονωτική πολιτική της Ουάσινγκτον.
Η εφαρμογή ενός τέτοιου αποκλεισμού συνεπάγεται σοβαρά διλήμματα για την αμερικανική ηγεσία.
Η επιβολή κυρώσεων σε ξένες τράπεζες, όπως οι κινεζικές, απειλεί να διαταράξει κρίσιμες ισορροπίες, ενώ η αντίδραση της Τεχεράνης στη Στενά του Ορμούζ μπορεί να εκτινάξει τις τιμές της ενέργειας.
Με το πολιτικό κλίμα να φορτίζεται ενόψει των επερχόμενων εκλογών, το ερώτημα παραμένει αν η αμερικανική κοινή γνώμη θα αντέξει τις οικονομικές παρενέργειες στην αντλία και στα ράφια πριν εξαντληθεί η αντοχή του ιρανικού καθεστώτος.
Παράκαμψη των Στενών του Ορμούζ
Η πραγματική εικόνα στα Στενά του Ορμούζ είναι πιο σύνθετη από τις αντικρουόμενες διακηρύξεις ΗΠΑ και Ιράν ότι ελέγχουν τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό. Η κίνηση των πλοίων παραμένει σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τα προπολεμικά, καταδεικνύοντας ότι πολλοί πλοιοκτήτες δεν είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν μια ιρανική επίθεση.
Πριν από τον πόλεμο πραγματοποιούνταν περίπου 130 διελεύσεις ημερησίως. Πλέον συχνά μετά βίας φθάνουν σε διψήφιο αριθμό. Από τις 7 Ιουλίου διέρχονται καθημερινά κατά μέσο όρο μόλις δύο έως τρία υπερδεξαμενόπλοια VLCC με αργό πετρέλαιο, έναντι περίπου οκτώ πριν από τον πόλεμο, σύμφωνα με την Kpler.
Ωστόσο, αυξανόμενες ποσότητες πετρελαίου παρακάμπτουν τα Στενά ή μεταφέρονται με αμερικανική προστασία και μεταφορτώσεις από πλοίο σε πλοίο. Η εξέλιξη περιορίζει την αποτελεσματικότητα του ενεργειακού «όπλου» της Τεχεράνης και συγκρατεί τις τιμές του πετρελαίου, δίνοντας περισσότερο χρόνο στον Ντόναλντ Τραμπ να συνεχίσει την πίεση, αναφέρει σε ρεπορτάζ του το CNN.
Η Ουάσιγκτον ποντάρει πλέον στο ότι η οικονομική ασφυξία θα πετύχει εκεί όπου μέχρι στιγμής δεν απέδωσε η στρατιωτική ισχύς. Το Ιράν, όμως, δεν δείχνει διάθεση υποχώρησης.
«Είναι πλέον ζήτημα ποιος θα ανοιγοκλείσει πρώτος τα μάτια, αν το κάνει κάποιος», σχολίασε ο Χόρχε Λεόν της Rystad Energy, επισημαίνοντας ότι το οικονομικό κόστος είναι μεγαλύτερο για το Ιράν, αλλά η πολιτική πίεση στην ηγεσία του παραμένει μικρότερη.
Η οικονομική κατάσταση της χώρας επιδεινώνεται. Το ΔΝΤ προβλέπει συρρίκνωση άνω του 5% φέτος, τη μεγαλύτερη σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, ενώ ο πληθωρισμός πλησιάζει το 80% και το ριάλ βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά έναντι του δολαρίου.
Ο αμερικανικός αποκλεισμός έχει παράλληλα περιορίσει δραστικά τις φορτώσεις ιρανικού πετρελαίου. Η Τεχεράνη διαθέτει περίπου 80 εκατ. βαρέλια ήδη εν πλω, κυρίως για την Κίνα, τα οποία μπορούν να της αποφέρουν περίπου 1,5 δισ. δολάρια μηνιαίως. Με τον σημερινό ρυθμό εκφόρτωσης, τα αποθέματα αυτά αντιστοιχούν σε περίπου τέσσερις μήνες εξαγωγικών εσόδων.
Παρά την πίεση, αναλυτές εκτιμούν ότι το Ιράν εξακολουθεί να ασκεί σχεδόν πλήρη έλεγχο των Στενών μέσω της απειλής επίθεσης. Πολλά τάνκερ πραγματοποιούν «σκοτεινές» διελεύσεις, απενεργοποιώντας τα συστήματα AIS και χρησιμοποιώντας μεταφορτώσεις πετρελαίου για να δυσχεράνουν την παρακολούθησή τους.
Η Kpler υπολογίζει ότι 72 από τα 84 δεξαμενόπλοια αργού που πέρασαν από τα Στενά μετά τις 7 Ιουλίου πιθανότατα χρησιμοποίησαν διαδρομή μέσω των υδάτων του Ομάν.
Οι ποσότητες που εξακολουθούν να φθάνουν στις αγορές ανακουφίζουν προσωρινά τις τιμές. Θα μπορούσαν όμως, σύμφωνα με αναλυτές, να έχουν μια παράδοξη συνέπεια: να παρατείνουν τον πόλεμο, καθώς ούτε η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει αφόρητη ενεργειακή πίεση ούτε η Τεχεράνη έχει χάσει ακόμη τα έσοδα που χρειάζεται για να αντέξει.
Fox News: To Ιράν στρέφεται σε Κίνα και Ρωσία
Η Τεχεράνη ενισχύει τους οικονομικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς δεσμούς της με την Κίνα και τη Ρωσία, επιχειρώντας να δημιουργήσει ένα δίχτυ προστασίας απέναντι στη νέα εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» της Ουάσιγκτον.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Τετάρτη «την πιο συντριπτική οικονομική επιχείρηση που έχει γίνει ποτέ εναντίον οποιασδήποτε χώρας», προειδοποιώντας με βαριές συνέπειες κράτη, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις που θα προσφέρουν οικονομικό «σωσίβιο» στο Ιράν. «Αυτός θα είναι οικονομικός πόλεμος και απομόνωση σε άνευ προηγουμένου κλίμακα», ανέφερε μέσω Truth Social.
Σύμφωνα με αναλυτές περιφερειακής ασφάλειας, η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να αντισταθμίσει την αμερικανική πίεση μέσω στενότερης συνεργασίας με χώρες που έχουν επίσης βρεθεί αντιμέτωπες με αμερικανικές κυρώσεις. Ο Μπεχνάμ Μπεν Ταλεμπλού, διευθυντής του προγράμματος για το Ιράν στο Foundation for Defense of Democracies, δήλωσε στο Fox News Digital ότι η Τεχεράνη προσπαθεί να προσαρμοστεί τόσο στη στρατιωτική πίεση ΗΠΑ και Ισραήλ όσο και στην πολιτική και οικονομική πίεση της Ουάσιγκτον.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική διαδραματίζουν οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, μέσω των οποίων το Ιράν επιδιώκει βαθύτερη ένταξη σε οικονομικά δίκτυα που συνδέονται με το Πεκίνο και τη Μόσχα.
Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν Αμπντολνασέρ Χεματί δήλωσε ότι η χώρα πρόκειται σύντομα να ενταχθεί στη Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα των BRICS. Η τράπεζα, ωστόσο, ανέφερε στο Reuters ότι δεν μπορεί προς το παρόν να επιβεβαιώσει την ιρανική ένταξη.
Παράλληλα, δημοσίευμα του NBC News ανέφερε, επικαλούμενο ευρωπαϊκό κυβερνητικό έγγραφο που επιβεβαιώθηκε από δυτικό αξιωματούχο, ότι η Ρωσία προμηθεύει το Ιράν μέσω της Κασπίας Θάλασσας με πυρομαχικά, εξαρτήματα drones και TNT.
Ακόμη και περιορισμένες ροές ρωσικής στρατιωτικής τεχνολογίας βοηθούν το Ιράν να προσαρμόζεται και να διατηρεί τις δυνατότητές του, ενώ ακόμη και αν οι οικονομικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης στους BRICS δεν υλοποιηθούν πλήρως, η πολιτική, οικονομική και στρατιωτική στήριξη από Ρωσία και Κίνα παραμένει κρίσιμη σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον επιχειρεί να περιορίσει δραστικά τα έσοδα και τις διεθνείς οικονομικές διασυνδέσεις του Ιράν.
Η αυξανόμενη διασύνδεση αυτών των κρατών δημιουργεί για την Ουάσιγκτον ένα πιο σύνθετο δίκτυο οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών προκλήσεων.