Χρήστος Απ. Κακλαμάνης: Τέσσερα χρόνια θεσμικής δυστοπίας

Αυτές τις ημέρες συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από την μέρα που διαβήκαμε μαζί με τον Νίκο Ανδρουλάκη το κατώφλι της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για να καταθέσουμε μηνυτήρια αναφορά για την απόπειρα παγίδευσης του τηλεφώνου του με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator

Αυτές τις ημέρες συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από την μέρα που διαβήκαμε μαζί με τον Νίκο Ανδρουλάκη το κατώφλι της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για να καταθέσουμε μηνυτήρια αναφορά για την απόπειρα παγίδευσης του τηλεφώνου του με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator.

Η αυτονόητη αυτή πράξη στοιχειώδους αυτοσεβασμού και ελάχιστης δημοκρατικής ευαισθησίας του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ υπήρξε, δίχως αμφιβολία, η θρυαλλίδα για μια αλληλουχία δικαστικών και πολιτικών εξελίξεων, τις οποίες ουδείς από εμάς θα μπορούσε να διανοηθεί εκείνο το πρωί, όση φαντασία και αν διέθετε.

Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι όσα μεσολάβησαν αυτή την τετραετία συντάραξαν κάθε δημοκρατικά σκεπτόμενο πολίτη και ανέτρεψαν βεβαιότητες δεκαετιών ως προς την λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών της χώρας. Μαζί με την διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών και του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, άλλαξαν ριζικά την εικόνα που έχουμε για την ανθεκτικότητα της Πολιτείας μας, έπληξαν καίρια την λειτουργία του Κράτους Δικαίου και ναρκοθέτησαν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς τους θεσμούς.

Ειδικά όμως στην περίπτωση της «διερεύνησης» (ουσιαστικά συγκάλυψης) της υπόθεσης ΕΥΠ – Predator, όσα συνέβησαν μετά από εκείνο το καλοκαίρι του 2022 έχουν ξεπεράσει κάθε φαντασία και μας έχουν οδηγήσει στην καρδιά ενός θεσμικού εφιάλτη αδιανόητου έως τότε. Διότι ακόμα και η πιο ζωηρή και συνάμα νοσηρή φαντασία δεν θα μπορούσε να φτιάξει ένα σενάριο, στο οποίο:
Ένα κατασκοπευτικό λογισμικό αλλοδαπής κατασκευής και συμφερόντων θα έθετε στο στόχαστρο το σύνολο σχεδόν της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής ηγεσίας της χώρας.

Ένα μεγάλο τμήμα των στόχων ταυτόχρονα θα παρακολουθούνταν και από την ΕΥΠ, για λόγους «εθνικής ασφάλειας», όπως λ.χ. ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης.

Το μεγαλύτερο τμήμα αυτών των στόχων θα βρισκόταν κανονικά σε θέσεις κορυφαίων υπουργών, χωρίς κυριολεκτικά να βγάλει κιχ σε βάρος αυτών που το στοχοποίησαν και χωρίς να ξέρουμε σε ποια χέρια εντός ή εκτός χώρας βρίσκεται σήμερα το υλικό αυτών των παρακολουθήσεων.

Δύο νέοι Εισαγγελείς Πρωτοδικών θα είχαν φτάσει μετά από ένα και πλέον χρόνο έρευνας στο σημείο να ασκήσουν ποινικές διώξεις, αλλά η υπόθεση θα αφαιρούνταν από τα χέρια τους από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Στη συνέχεια τρεις Εισαγγελείς του Αρείου Πάγου θα έκλειναν τα μάτια μπροστά στο ελάχιστο αυτονόητο: Ότι όποιος επιτίθεται στο τηλέφωνο του ΑΓΕΕΘΑ ή του Υπουργού Εξωτερικών και άλλων κορυφαίων υπουργών διαπράττει εξ ορισμού τουλάχιστον απόπειρα κατασκοπείας.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας θα διέτασσε την προσκομιδή του φακέλου Ανδρουλάκη και η ΕΥΠ, δηλαδή ο δημοκρατικά εκλεγμένος Πρωθυπουργός της χώρας, απλά θα αδιαφορούσε και θα συνέχιζε να αδιαφορεί.

Ο Γ.Γ. του Πρωθυπουργού και αρμόδιος για την ΕΥΠ κατά τον κρίσιμο χρόνο θα δήλωνε εκ των υστέρων για την υπόθεση ότι «δεν θα μιλήσει ποτέ», ότι «δεν πρόδωσε και δεν θα προδώσει ποτέ» και ότι «έφαγε τη σφαίρα για να μείνει πάνω το αφεντικό»!

Θα έρχονταν στην επιφάνεια μια σειρά από έγγραφα και δηλώσεις του ίδιου του αλλοδαπού απόστρατου πρωταγωνιστή της υπόθεσης, από όπου θα προέκυπταν σαφή στοιχεία ότι το Predator διατέθηκε στην ΕΥΠ και χρησιμοποιήθηκε από αυτήν, αλλά ουδεμία έρευνα θα γινόταν επ’ αυτού.

Και, μέσα σε όλα αυτά, το μόνο πολιτικό πρόσωπο, το οποίο από την αρχή θα αναλάμβανε το βάρος να σηκώσει αυτή την υπόθεση και να την πάει μέχρι τέλους σε μια μοναχική και αποφασισμένη πορεία, θα δεχόταν μια ανεπανάληπτη, καφκικής εμπνεύσεως επίθεση δολοφονίας χαρακτήρα από την φιλοκυβερνητική πλευρά. Την ίδια επίθεση θα δέχονταν και οποιοσδήποτε από τους δημόσιους λειτουργούς, όπως ο Πρόεδρος της ΑΔΑΕ Χρήστος Ράμμος, θα προσπαθούσε να εκτελέσει το νόμιμο καθήκον του.

Σήμερα, τέσσερα χρόνια αργότερα, είμαστε προφανώς όλοι σοφότεροι. Η επίσημη ελληνική Πολιτεία μάς έχει ενημερώσει εμμέσως πλην σαφώς ότι δεν θέλει να γνωρίζει ποιοι είναι οι εντολείς και οι ηθικοί αυτουργοί του Predator. Ίσως επειδή ήδη το γνωρίζει. Το ίδιο ισχύει και για τα κυβερνητικά στελέχη που αποφεύγουν να διεκδικήσουν την τιμωρία των δραστών των σε βάρος τους επιθέσεων, ενώ υπό άλλες συνθήκες θα χάλαγαν τον κόσμο. Υπάρχει άραγε σαφέστερη απόδειξη από αυτή την «αδράνεια» των θυμάτων για το ποιος χρησιμοποίησε το Predator;

Το χειρότερο όμως όλων, δεν είναι όσα έγιναν, αλλά η προσπάθεια αυτά να κανονικοποιηθούν, ως πράγματα που «πάντα γίνονται», που «δεν αφορούν τον κόσμο», που αποτελούν ίσως «προβλήματα πολυτελείας». Η ίδια άλλωστε η ελληνική Πολιτεία εμφανίζεται να μην ενδιαφέρεται καν να μάθει ποιος παρακολουθούσε την εκλεγμένη ηγεσία και τις Ένοπλες Δυνάμεις της: Επιχειρείται έτσι να γίνει εφεξής η παρακρατική λειτουργία συνήθεια και η παραβίαση του Συντάγματος μέρος του κοινά αποδεκτού τρόπου διακυβέρνησης της χώρας. Αν αυτό το επιτρέψουμε και το αποδεχθούμε, η Ελλάδα θα βρίσκεται ήδη σε περιβάλλον πολιτικού αυταρχισμού.

Για αυτό και όταν επιτέλους επέλθει η πολιτική αλλαγή στη χώρα, θα είναι επείγουσα ανάγκη να επέλθει και η θεσμική αποκατάσταση των ελεγκτικών της μηχανισμών. Ανεξαρτήτως παραγραφής, η συγκεκριμένη υπόθεση θα πρέπει να τύχει εξονυχιστικής έρευνας και εξιχνίασης τόσο κοινοβουλευτικά, όσο και μέσω των ελεγκτικών Αρχών. Αν μη τι άλλο, για να μην γίνει το παρακράτος κανονικότητα. Για την Δημοκρατία μας, είναι ανάγκη υπαρξιακή.

* Ο Χρήστος Απ. Κακλαμάνης είναι Γραμματέας Τομέα Δικαιοσύνης ΠΑΣΟΚ

Δημοσιεύθηκε στο Καρφί την Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026