30 χρόνια χωρίς τον Ανδρέα Παπανδρέου: Η φλόγα της Αλλαγής παραμένει ζωντανή

23 Ιουνίου 1996, το ΠΑΣΟΚ αποχαιρετά τον ιδρυτή του

Ξημερώματα Κυριακής 23 Ιουνίου 1996. Τη ραστώνη του καλοκαιρινού Σαββατοκύριακου διαταράσσει το τρομερό νέο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο ηγέτης της δημοκρατικής παράταξης, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, ο άνθρωπος που «σφράγισε» της ιστορία της μεταπολίτευσης, πέρασε στην αθανασία.

Όσο και αν οι περιπέτειες με την υγεία του τα προηγούμενα οκτώ χρόνια, ιδιαίτερα δε η δραματική επιδείνωση από τον Νοέμβριο του 1995 με την εισαγωγή του στο Ωνάσειο, μας είχαν προετοιμάσει για το μοιραίο, η είδηση έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία μέσα στο καλοκαίρι.

Αποδείχθηκε ότι κανείς δεν ήταν έτοιμος να συμφιλιωθεί με την ιδέα της απουσίας. Ειδικά στο ΠΑΣΟΚ, η «έξοδος» του «καπετάνιου», όπως τον αποκαλούσε ο Γιάννης Αλευράς, δημιουργούσε ένα αίσθημα «ορφάνιας». Όπως γλαφυρά το αποτύπωσε ο Κώστας Λαλιώτης στον «αποχαιρετισμό του», στην έναρξη του Συνεδρίου του Κινήματος, λίγες μέρες αργότερα.

Παραμονές Συνεδρίου

Έμοιαζε με παιχνίδι της μοίρας το ότι ο θάνατος του Ανδρέα Παπανδρέου συνέβη λίγες μέρες πριν από την εκκίνηση του 3ου Συνεδρίου του Κινήματος που εκείνος ίδρυσε, σε μια στιγμή που η διάδοχη κατάσταση είχε εξελιχθεί σε ανεπίλυτο γρίφο.

Ημέρα Σάββατο, 22 Ιουνίου 1996, συνερχόταν η Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ, απόντος φυσικά του ιδρυτή του, προκειμένου να λύσει τον «γόρδιο δεσμό» που είχε δημιουργήσει η φυσική αδυναμία του Ανδρέα Παπανδρέου.

Το σενάριο που φαινόταν να προκρίνεται ήταν η δημιουργία θέσης αντιπροέδρου, που θα αναπλήρωνε τον Ανδρέα Παπανδρέου, σε συνεργασία με τον γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής Κώστα Σκανδαλίδη.

Υπό συζήτηση είχε τεθεί και το ενδεχόμενο πλαισίωσης των ανωτέρω από ένα ολιγομελές άτυπο όργανο, στο οποίο θα συμμετείχαν τα λεγόμενα πρωτοκλασάτα στελέχη.

Ερωτηματικό όμως αποτελούσε και η στάση του Κώστα Σημίτη, που είχε ήδη εκλεγεί πρωθυπουργός, έξι μήνες πριν, από την τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ήταν φυσικό να έχει φιλοδοξία για την ανάδειξη στην ηγεσία του Κινήματος, έχοντας διευρύνει την επιρροή του στην κομματική βάση.

Η συνεδρίαση έληξε χωρίς να ληφθεί καμία απόφαση, με τους συμμετέχοντες πιο προβληματισμένους από πριν.

Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως τη λύση θα έδινε ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, καθώς ο θάνατός του έθετε πλέον εκ των πραγμάτων ζήτημα διαδοχής, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα υπόλοιπα.

Μάχη για τη ζωή

Αυτό που όλοι, φίλοι και αντίπαλοι, αναγνώριζαν στον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν το πνεύμα του μαχητή που τον διέκρινε, ιδιαίτερα στις πιο δύσκολες καταστάσεις και προκλήσεις.

Από τις 23 Αυγούστου 1988, όμως, όταν αποκαλύφθηκε η βαρύτητα του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, ο ηγέτης της προοδευτικής παράταξης κλήθηκε να δώσει την υπέρτατη μάχη για την ίδια του τη ζωή.

Έχει ενδιαφέρον και για τη βαθύτερη κατανόηση της προσωπικότητάς του η εξέλιξη αυτής της μάχης, μέσα από τη μεταγενέστερη αφήγηση του Δημήτρη Κρεμαστινού.

«Τέλη Αυγούστου του 1988 -επισημαίνει ο αείμνηστος καθηγητής, πρώην υπουργός- κλήθηκα από την ομάδα ιατρών που παρακολουθούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου να τον εξετάσω καρδιολογικά.

Το ιατρικό του πρόβλημα εθεωρείτο από τους θεράποντες γιατρούς του κατά βάση παθολογικό πρόβλημα και για τον λόγο αυτόν υποβαλλόταν μυστικά σε διάφορες εργαστηριακές εξετάσεις. Όταν μου ζητήθηκε να τον επισκεφθώ στο σπίτι του, αντιπρότεινα ότι θα πρέπει ο ίδιος να έλθει στο καρδιολογικό τμήμα του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών, στο οποίο ήμουν διευθυντής, και τούτο γιατί πίστευα ότι χρειαζόταν η απαραίτητη εργαστηριακή υποδομή προκειμένου να τεθεί η σωστή διάγνωση.

Παρά τις αντίθετες συστάσεις του περιβάλλοντός του, ο πρωθυπουργός αποφάσισε να έρθει και να εξεταστεί νύχτα στο νοσοκομείο. Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης, είχα εξομολογηθεί στους συνεργάτες μου ότι δεν είχα δει πιο παραμελημένο καρδιολογικό άρρωστο σε όλη μου τη σταδιοδρομία».

Ακολούθησε το γνωστό οδοιπορικό στην Αγγλία, στο νοσοκομείο St. Tomas και στη συνέχεια στο περίφημο Harefield, όπου ο αξέχαστος ηγέτης χειρουργήθηκε από τον διάσημο, αιγυπτιακής καταγωγής, καρδιολόγο Μαγκντί Γιακούμπ.

Όπως επισημαίνει ο Δημήτρης Κρεμαστινός, «η προοδευτική αποκατάσταση της υγείας του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν εντυπωσιακή. Όμως, το πρόβλημα της διάτασης και κάμψης της δεξιάς κοιλίας παρέμεινε μέχρι το τέλος».

Η ενότητα

Αλλά και ο Ανδρέας Παπανδρέου παρέμεινε μέχρι τέλους πιστός στη «μεγάλη αγάπη του», την πολιτική, που αποτελούσε το «βιότοπό» του, σύμφωνα με την τελευταία του σύζυγο.

Όπως αναφέρει στη διήγησή του ο Δημήτρης Κρεμαστινός, στην προτροπή του να αποχωρήσει από την ενεργό πολιτική δράση, ο Ανδρέας Παπανδρέου απαντούσε ότι «προτιμούσε να είναι ενεργός έναντι οιουδήποτε τιμήματος».

Γι’ αυτό και αρνήθηκε επίμονα προτάσεις που αποσκοπούσαν στην εύσχημη «αποστρατεία» του, όπως η μετάβασή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Παρέμεινε ενεργός και γιατί δεν ήθελε να εγκαταλείψει το δημιούργημά του, το ΠΑΣΟΚ. Σε αντίθεση με όσα διέδιδαν διάφοροι καλοθελητές, τον απασχολούσε έντονα η προοπτική του ΠΑΣΟΚ, η συνέχιση της νικηφόρας πορείας του και έπειτα από εκείνον.

Γι’ αυτό και έδινε μεγάλη σημασία στη διατήρηση της ενότητάς του. Η περίφημη φράση του «το ΠΑΣΟΚ δεν χαρίζεται, δεν κληρονομείται, δεν τεμαχίζεται σε τιμάρια» απεικονίζει αυτή ακριβώς την αγωνία του.

Κι ακριβώς επειδή είχε πλήρη συναίσθηση και της δικής του κατάστασης, σχεδίαζε να δρομολογήσει ο ίδιος τις σχετικές διαδικασίες και να εγγυηθεί τη διασφάλιση της ενωτικής του πορείας.

Ακόμη και στην τελευταία του ομιλία, λίγο πριν από την εισαγωγή στο Ωνάσειο, παρά τη σκληρή επίθεση στην «ομάδα των τεσσάρων», κατέληξε με μια έκκληση για ενότητα.

Σκόπευε μάλιστα, σύμφωνα και με ρεπορτάζ της εποχής, να συναντηθεί με τον Κώστα Σημίτη, ώστε να σταλεί αυτό ακριβώς το μήνυμα. Αλλά δεν πρόλαβε.

Ο όρκος

Για να κατανοήσει κανείς αυτή τη στάση, του μαχητή και ενίοτε αδιάλλακτου πολιτικού, με απόλυτη προσήλωση στους στόχους και τα οράματά του, θα πρέπει να ανατρέξει στα νεανικά, φοιτητικά του χρόνια. Όταν η απόπειρα αντίστασης στη δικτατορία του Μεταξά κατέληξε στη σύλληψή του, το χτύπημα στο σαγόνι από τον υπομοίραρχο Γιαννάκο, την απελευθέρωση και την αναχώρησή του  για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως περιγράφει ο βιογράφος του, ο πανεπιστημιακός Σπύρος Δραΐνας, στο βιβλίο «Η γέννηση ενός αντάρτη»: «Ο Παπανδρέου βασανιζόταν από έντονες αμφιβολίες για τη στάση που είχε τηρήσει. Ήταν ξεκάθαρο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε καταφέρει να είναι όπως θα ήθελε να φαίνεται. Η βίαιη αναμέτρησή του με τη μεταξική δικτατορία τον έκανε να αισθανθεί ότι δεν είχε ανταποκριθεί στα πρότυπα που ο ίδιος είχε θέσει για τον εαυτό του.

Ήταν μια αποτυχημένη παράσταση, την οποία δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να επαναλάβει, όταν θα επέστρεφε στην Ελλάδα 25 χρόνια μετά. Η πολιτική του Παπανδρέου θα ήταν μια έμπρακτη απάντηση στη γροθιά που είχε δεχθεί απ’ τον Γιαννάκο».

Το τέλος

Αυτήν ακριβώς την πορεία ακολούθησε ο Ανδρέας Παπανδρέου από το 1964 έως το 1996. Κι αυτή η πορεία έφτανε στον τερματισμό της το βράδυ της 22ας Ιουνίου, στο σπίτι της οδού Αγράμπελης, με πρόσωπα του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος να τον συντροφεύουν στις τελευταίες του στιγμές.

Το μοιραίο συνέβη στη μιάμιση τα ξημερώματα της Κυριακής 23 Ιουνίου, με τους στενούς του συνεργάτες Τηλέμαχο Χυτήρη και Νίκο Αθανασάκη να του κλείνουν τα μάτια.

Είχαν παραμείνει για να επιμεληθούν το κείμενο της παρέμβασης του Ανδρέα Παπανδρέου στο Συνέδριο, το περιεχόμενο του οποίου δεν αποκάλυψαν ποτέ.