Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – Αφιέρωμα με 13 νέα ποιήματα μόνο στο «Κ»
Της Πέννυς Κροντηρά
Το «Κ» τιμώντας την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, που γιορτάζεται σήμερα (21 Μαρτίου), παρουσιάζει, αδημοσίευτα ποιήματα δεκατριών ποιητών και ποιητριών με τρία κριτήρια:
- Αυτοί που τα έγραψαν να έχουν εκδώσει τουλάχιστον μία ποιητική συλλογή.
- Να κατοικούν και να εργάζονται όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στην περιφέρεια.
- Να μην ανήκουν σε κύκλο αλληλοθαυμαζόμενων και αλληλομισούμενων ποιητών και ποιητριών…
«Αν αφαιρέσει κανείς από την ποίηση τη μελωδία, τον ρυθμό και το μέτρο, αυτό που μένει γίνεται κάτι άλλο ή πεζός λόγος», έλεγε ο Πλάτωνας. Η ποίηση ορίζεται ως η εκφορά του έμμετρου λόγου έναντι του πεζού λόγου.
Η αφορμή για τον ορισμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης που εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου ανήκει στον Έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα. Το φθινόπωρο του 1997, ο Μήτρας πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες. Απέστειλε, λοιπόν, την πρότασή του στον ποιητή και μελετητή της ποίησης Κώστα Στεργιόπουλου, προέδρο τότε της Εταιρείας Συγγραφέων. Έπειτα, η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου πρότεινε ως ημέρα εορτασμού την 21η Μαρτίου, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, γιατί συνδυάζει το φως με το σκοτάδι, όπως η ποίηση, που ενώνει το φωτεινό της πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους.
Ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του οργανισμού η 21η Μαρτίου να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Η Ιταλία, η Γαλλία και η Τυνησία και άλλες χώρες της Μεσογείου υποστήριξαν την εισήγηση και οι πρέσβεις υπερψήφισαν την ελληνική πρόταση. Τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.
Δεν υπάρχει περίπτωση
Δεν υπάρχει περίπτωση
να συνεχίσουμε στο δρόμο με τις αλέες
οι φλαμουριές ξεραμένες στην άκρη
δεν πρόκειται – δεν υπάρχει περίπτωση
ν’ ανθίσουν εφέτος
κρίμα τα όνειρα που βγαίνουνε βόλτα στο φεγγαρόφωτο
Δεν υπάρχει περίπτωση απρόσμενων συναντήσεων
γιατί τα όρια της μνήμης μας στενεύουν
απόηχος μακρινός όσων έγιναν ή σχεδιάστηκαν μάταια
Καμιά περίπτωση δεν υπάρχει για μας στον κάτω κόσμο
Κατολισθήσεις στην παλιά Εθνική Οδό Βέροιας – Κοζάνης
Δεν υπάρχει περίπτωση για ελλείμματα ή μεταρρυθμίσεις
Όταν οι φλαμουριές ανθίζουν είναι ο καιρός για την επιστροφή
Όταν οι φλαμουριές ανθίζουν είναι καιρός να μένουμε μόνοι
με τ’ άρωμά τους ν’ απλώνεται σε ολόκληρη την αυλή
Αρκούν μια-δυο μέρες ανθοφορίας για να την αγκαλιάσεις
Η ανθοφορία της φλαμουριάς σαν ναρκωτικό
μας γλυκαίνει, συμπαρασύρει την ψυχή μας
Σκάει μισό χαμόγελο στα πρόσωπά μας
όπως η έκφραση κάποιου που παρηγορεί
ή θυμάται ένα μυστικό όμορφο και οικείο
Όμως δεν υπάρχει περίπτωση να διασχίσουμε τον Έλβα
να φτάσουμε μαζί στο Βερολίνο
Οι φλαμουριές δε θα σημάνουν άνοιξη
δεν υπάρχει περίπτωση
Ανεργία
Τέσσερις καρέκλες
τέσσερα παιδιά
όνειρα στο τάβλι
χτύπαγε η ζαριά.
Σκότωναν οι ήχοι
τις απελπισιές,
ξόρκιζαν την πίκρα
ντόρτια και διπλές.
Πίστευαν σ΄ εξάρες
με πτυχία σωρό,
ώσπου καταλήξαν
σ΄ ανεργίας χορό.
Πόρτες που φρουρούσαν
γνώσης οχυρό,
έπαιζαν κλεισμένες
φεύγα τον καιρό.
Κάποιοι επιτήδειοι
δίχως να ντραπούν,
μάζεψαν τα πούλια,
πάνω τους πατούν.
Τύχη, τέχνη, αγώνας
το ‘μαθαν καλά,
πως νικά εκείνος
που πατά ψηλά.
Ίδιον απειρίας
το γνωστό γραφτό
η αδιαφορία
και το πλακωτό.
Τέσσερις λεβέντες
νιάτα διαλεχτά
δεν υπολογίσαν
τη ζωή σωστά.
Παιδική χαρά
Πόσο μετέωρα μοιάζουν τα γεφύρια
τον χειμώνα· θαρρείς πως κρέμονται στο πουθενά
Και πόσο οι άνθρωποι μιλούν
και λένε ακατάπαυστα
Άλλη μια τραγωδία
να μπαινοβγαίνει στα αυλόθυρα των προσώπων
Ακούμε τότε και κρεμόμαστε ανάστατοι
από τα χείλια και κρεμόμαστε από τα γεφύρια
τι αιωρήσεις κι άλματα
όπως μελτέμια που ανασηκώνουν
φούστες ή εσάρπες
και τάχα
πως πονάμε
Σαν Πέφτει το Δείλι
Κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι,
οκνοί στρατοκόποι στη μέση του δρόμου.
Στεκόμαστ’ εδώ, με σφιγμένα τα χείλη,
εκπρόσωποι σάπιοι ασήμαντου νόμου.
Οκνοί στρατοκόποι, στη μέση του δρόμου…
Κι’ οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι
(εκπρόσωποι – σάπιοι – ασήμαντου νόμου)˙
μα είμαστε ίδιοι κι’ εμείς και οι άλλοι.
Κι’ οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι,
διαβάτες σκυφτοί σε στρυφνό μονοπάτι –
μα είμαστε ίδιοι κι’ εμείς και οι άλλοι:
χαμένες ψυχές σ’ αχυρένιο παλάτι.
Διαβάτες σκυφτοί, σε στρυφνό μονοπάτι,
και βήμα στο βήμα ένας ένας τραβάμε˙
χαμένες ψυχές, σ’ αχυρένιο παλάτι
που φοβόμαστε τόσο: γι’ αυτό προχωράμε.
Και βήμα στο βήμα ένας ένας τραβάμε
– άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας –
που φοβόμαστε, τόσο, γι’ αυτό προχωράμε
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας.
Άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας,
σκιαγμένοι απ’ τα δώρα που η νύχτα θα στείλει,
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας,
κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι…
Προσχέδιο Ημέρας
Όταν ξύπνησα
Κανείς
δεν μου εξήγησε τι σημαίνει
σκοτάδι
Η μάνα μου τρόμαζε και ο πατέρας μου
έπεσε
πίσω του
Κράτησα τη λέξη
Όπως κι εσύ
Όταν κανείς δεν μίλησε
μέτρησα την μεγαλύτερη απόσταση της πόλης
-εκείνη των ανθρώπων
Η νύχτα που καραδοκεί κερδίζει φως
Δεν μίλησε
κανείς
ξύπνησα
μεσάνυχτα
όταν
έβρεχε
μέρα
Είμαι
Είμαι ο εξεγερμένος, φέρελπις και άφοβος σε κάθε κληρονομιά που πνίγει τη φωνή μου
Είμαι ο λόγος και όχι η γλώσσα
Είμαι η γραμμή του ορίζοντα, ούτε φως, ούτε σκοτάδι
Είμαι οι παραλογισμοί που κατοίκησα
Είμαι ο ωκεανός λύπης που χώρεσε στα μάτια μου
Είμαι συνεχώς το τώρα, τρέχω όσο ο χρόνος, δεν έχω μέλλον, ούτε παρελθόν. Αν είχα θα χάνονταν η γνησιότητα του γεννήτορα που αφήνει τα σημάδια του σε αυτό που έρχεται, αγνοώντας την ίδια τη στιγμή
Άρχισα να φεύγω. Ακούς;
Αγορά χρυσού
Ο χώρος θύμιζε φουαγιέ
πολυτελούς ξενοδοχείου.
Πόρνες, ζητιάνοι και προαγωγοί
μαχαιροβγάλτες και κλεφτρόνια
εξορισμένοι από ’κει.
ή μάλλον κάπου εκεί κι αυτοί
όμως σε ρόλους άλλους, σοβαρούς
όπως ας πούμε
αβρών εκτιμητών χρυσού
με τον πελάτη εμπρός τους μαγκωμένο
ακουμπισμένο στον γκισέ
ταριχευμένο έντομο πλαισιωμένο με κορνίζα.
Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις.
Εδώ προέλευση και καταγωγή
χέρι με χέρι ανταλλάσσονται.
(Χρυσή αλυσίδα με βαφτιστικό σταυρό
η βέρα και το δαχτυλίδι της μητέρας
ρολόγια αξίας με μπριγιάν
συλλεκτικά νομίσματα
σκεύη αργυρά
ακόμα κι έργα τέχνης)
Κι η εχεμύθεια φυσικά χρυσός…
Γυρεύει δόντια δυνατά
για το κλεισμένο στόμα
–κατά προτίμηση χρυσά–
την περηφάνια μας αρχοντικά να ροκανίζουν.
Κι ακολουθεί το λιώσιμο
[Τήξη εν καμίνω ή χοάνη
καμίνευση, χωνεία]
μια ρευστοποίηση σκληρή
όρκων, γεννήσεων, επετείων.
Αποσυντίθενται τα σύμβολα
χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες
μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου
και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν
–γιατί αρρωσταίνουνε βαριά
όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε–
παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού
όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά
και βάζει πλώρη ολοταχώς
για νέες αμνησίες.
Τα πέντε Φ
Καθώς
μαζί τα πίναμε
και τρώγαμε,
φωνάζαμε, γελούσαμε, μυρίζαμε,
για έγνοιες μιλούσαμε
και ο αγέρας του σπιτιού
ήταν από αλλού,
μιας άλλης εποχής
σε εμάς αγαπητής.
Μα και στιχάκια βγάζαμε,
αστεία σκαρφιστήκαμε,
την πλάκα μας την κάναμε,
για πες, το ξανακάνουμε;
Άμετρα
Μακρινές φωνές
σταματημένες τη νύχτα
κοχύλια που βουΐζουν
στους βυθούς του χρόνου
ψάχνουν εν εγρηγόρσει πόθους
φιλιά στα χρόνια της αφής
μάτια πράσινα οπάλια νερά
–πάντα πήγαινες με τα νερά του–
να τα πάρεις στο κατόπι
μέχρι την κόλαση
απόμακροι θεοί φευγάτοι
τόσο αρχαία η αγάπη
στο σώμα το όμορφο
έλειπε κάτι
μια πυρκαγιά
–δεν μας έλειψαν διόλου οι φωτιές
μας έλειψαν οι πυρκαγιές–
να καεί σε δυό μάτια
να χαθεί σε μια φωνή.
Δεν γεωγραφείται
δεν μετριέται η αγάπη
μήτε κατά φιλί
μήτε κατά ψέμα
μήτε κατά στεναγμό
για να ρωτάς αθώα
σ’έναν κόσμο του μέτρου
ποιος μπαίνει στον κόπο
την αμετροσύνη της να ζήσει
Γόνδολα υπογείου
Στη γωνία οικοδομή υπό ανέγερση
σαν τη ζωή μας τότε, γεμάτη γωνίες
ακόμα στα σκαριά, ώρες ώρες φτιαγμένη για μια ζαριά
μέχρι να σηκώσει φτερά.
Τα νέα μαθεύτηκαν, νερά μαζεύτηκαν
από κάποιο ξεχασμένο πηγάδι
ανέβηκε ο υδρόφορος ορίζοντας στα υπόγεια μπετά.
Μετά το σχολείο κατεβαίναμε κρυφά τσιμεντένια σκάλα
να ρίξουμε πετραδάκια στην μυστική μας λίμνη.
Ώσπου ένα παρατημένο γιγάντιο φελιζόλ για μόνωση
έγινε βάρκα για βόλτες εξωσχολικές
και ψυχές αμόνωτες.
Το σπρώχναμε μ’ ένα μαδέρι σκαλωσιάς
ακουμπισμένο στο βυθό μας,
μια αυτοσχέδια γόνδολα υπογείου.
Πάνω στο φελιζόλ καρφωμένα κρίνα
δεκαπεντάχρονες τσάρκες
υγρές υποσχέσεις
το πρώτο ανακάτεμα.
Όταν ένα συνεργείο έκανε άντληση των υδάτων
ξέβρασε ο τόπος δεκάδες νερόφιδα.
Τόσον καιρό σαλεύαν από κάτω μας
και δεν πήραμε χαμπάρι.
Λοξίας
Λες και πεινούσα στο φινάλε του ποιήματος
Λιγουρευόμουν ένα τίτλο από Λάμδα
Λάκυ Λουτσιάνο φερ’ ειπείν ή Λαμαρτίνος
Λεηλασία, Λαμποργκίνι, Λαχανόκηπος
Λαβράκι, Λαβδακίδες, Λαβομάνο
Λιμενοφύλαξ, Λαιμητόμος, Λαφαγιέτ
Λαβίδα λόγου χάριν ή Λιβρέα
Λαβύρινθος, Λιβόρνο, Λαοκόων.
Λαχτάρα δια βίου ανεκπλήρωτη
Λογάριαζα χωρίς τους Λαιστρυγόνες
Λαθρεπιβάτης σε ποστάλι λογιστών λιμοκτονούσα
Λιμάνι και λυχνάρι, η Λιλή
Λιγνή λαγνεία, λάθος λατρεμένο
Λαμπάδιαζε στα χέρια του Λουκά
Λύγισα σαν τους είδα. Λοξοδρόμησα
Λεπίδι σφύριξε σαν φίδι στο λυκόφως.
Λευκό φιλί. Λευκή στολή. Λευκό κελί
Λευκοί λυκάνθρωποι φρουρούν τη λογική μου
Λέξεις λαθραίες αλιεύω στον περίπατο
Λυπούνται δήθεν που κατάντησα λωλός
Λάσκαραν λένε κάτι βίδες στο μυαλό μου
Λοξία με φωνάζουν οι λακέδες
Λόγος του αέρα τούτος, ή λυτρωτικός;
Λίγο με νοιάζει. Να ο τίτλος που λιμπίστηκα.
Περιποίηση
Παλιά φορούσες τους Θεούς.
Μετέπειτα φορέματα της ρίμας.
Ύστερα ταγιεράκια των συμβολισμών.
Και τα κολιέ ανίας.
Ως που μας ξεγυμνώθηκες.
Για να φανούν στήθη και μελανιές.
Υπερρεαλισμέ μας!
Τι άλλο πια να ξεντυθείς
παρά το δέρμα σου
μεταμοντέρνα ποίηση
με ξεσκισμένο τζίν;













Τα σχόλια είναι κλειστά.