Ειδησεογραφικό site

Υπέροχες στιγμές από τα κουλουβάχατα της ιστορίας

386

ΣΑΒΒΑΤΟ 10.02 (Επτά ημέρες μετά το συλλαλητήριο για τη Μακεδονία στο Σύνταγμα υπό τον τίτλο «ΤΑ “ΓΑΤΑΚΙΑ” ΤΟΥ ΓΚΟΥΒΕΡΝΟΥ» έγραψα ένα «ξεκάρφωμα» με δύο σκέλη. Το ένα σκέλος ήταν διάλογος -που αποφεύγουν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛλήνιστοι της εξουσίας-, το άλλο μονόλογος – που συνηθίζουν): «Καλά, δεν το υπολόγιζαν πως θα γινότανε «της κακομοίρας» με τους μπακαλίστικους λογαριασμούς που έκαναν για να μετρήσουν το πλήθος στο συλλαλητήριο της Κυριακής στην Αθήνα. Ούτε ο μπακαλόγατος Ζήκος της ξεκαρδιστικής κωμωδίας με τον Χατζηχρήστο δεν θα το τολμούσε…». (Σ.Σ.: Σήμερα αναδημοσιεύω μόνο τον μονόλογο.)

ΜΠΑΚΑΛΟ-ΓΑΤΑΚΙ ΤΟΥ ΓΚΟΥΒΕΡΝΟΥ (προς κυρ Μανώλη): Μην ακούς αυτά που λένε στα συλλαλητήρια. Τα αλητήρια, κυρ Μανώλη μου, πολίτη τηλεθεατή μου… Αυτούς που κρατούσαμε πλακάτ και λάβαρα και τα εν τούτω νίκας… Ποιος είναι αυτός ο Νίκας… Αυτός με τα αλλαντικά;… Και με τι περιμένει να νικήσει αυτός ο Νίκας;… Εδώ, κυρ Μανώλη μου, είναι γκουβέρνο, είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε. Ποιος Νίκας;… Εδώ είναι Καρανίκας… Που έχει και το λαϊκό έρεισμα. Ενώ αυτοί; Ούτε έρεισμα έχουνε ούτε και διαμέρισμα. Γιατί, αν είχανε, μπορεί και να τους το παίρνανε, που λέει ο λόγος. Δεν το λέω εγώ, ο λόγος το λέει (…). Αυτά είναι βγαλμένα από τη ζωή, όχι την Κωνσταντοπούλου την αχάριστη, την άλλη την άπονη… Αλλά και τι να το κάνουν το διαμέρισμα, κυρ Μανώλη μου, αφού δεν το θέλουνε. Γιατί, αν το θέλανε, κυρ Μανώλη, θα μένανε μέσα, να κάθονται πάνω στον καναπέ και στα ζεστά. Αυτοί όμως θέλουνε το όξω. Τις πλατείες. Να κάθονται στα παγκάκια και στα σκαλάκια. Στα κρύα μάρμαρα. Να παγώνει ο κώλος τους. Γι’ αυτό και μιλάγανε συνέχεια, όλο μπούρου μπούρου και συνθήματα σαν παγωμένος κώλος, που θα έλεγε και λαός. Ο λαός. Ο αφέντης λαός. Το αφεντικό, κυρ Μανώλη μου. Κι εγώ το αφεντικό μου, κύριε Μανώλη, το υπακούω, το αγαπώ και το σέβομαι αλλά και τέτοιο γαϊδούρι δεν έχω ματαδεί…
Ούτε τον άλλο ν’ ακούς, τον αλητήριο… Εκείνο τον ψηλό, τον Μίκη. Γιατί;… Επειδή τον ξέρουνε σε όλα τα μήκη του πλανήτη κι έχει φωνή ουρανομήκη;… Σιγά τον Ζορμπά, τον ταρνανά συρτάκι (…). Ξέχασε πως κατέβηκε από το αντάρτικο βουνό και στα 90 και… αποφάσισε να πάει πλατεία. Στου φασισμού το ίσωμα και της ορθοδοξίας, της πατριδοκάπηλης, κυρ Μανώλη μου… Και σιγά το πλήθος που μαζεύτηκε για να τον δει και να τον ακούσει… Του το λέγανε και μόνοι τους, δεν το κατάλαβες; Είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς, του λέγαμε… Εμείς πάλι καλά που τους βγάλαμε κάπου 100 χιλιάδες παραπάνω… Λίγοι και μετρημένοι… Αυτός εκεί ήταν σαν να έκανε καντάδα στην Κατερίνα και τη Ζωή, στο Αντιγονάκι και τη Ζηνοβία. Ή στην άλλη τη Μαργαρίτα, τη Μαργαρώ που δεν ξέρει ούτε η μάνα της ποια είναι… Σιγά τη διάσημη… Ούτε Παπάς είναι, ούτε Σκουρλέτης, ούτε Πολάκης… Σιγά μην είναι η Μενεγάκη (…). Ο μόνος μορφωμένος, πολιτιστικά, ιστορικά, λογιστικά, τεχνολογικά, παντογνωστικά και όλα τα συναφή και ασαφή όπως ψυκτικά, τηλεοπτικά, επιστημονικά, σανσκριτικά και τα λοιπά σε «ικά»… Ο μόνος μορφωμένος και επικοινω-μπουρδουκλωτικά καταρτισμένος είμι ηγώ. Μάλιστα, εμένα που με βλέπεις. Εγώ με τα τουίτερ μου, τα κόπι πάστε και τα πάντα μου… Όχι που να το παινευτώ. Εγώ κι αυτό είναι γνωστόν τοις πάσι, των πάντων και παξών των Ρωσιών της Κουμουνδούρου. Εγώ κρατάω όλα τα νον πέιπερ και τα βιβλία στο μαγαζί, την μπακαλοταβέρνα η «Ελλάς». Τα κρατάω… Δεν τα κρατάω δηλαδή όλα πάνω μου γιατί κουράζομαι. Τα πάω από δω, εκεί τ’ αφήνω. Είμαι και συνδικαλιστικά, πανεπιστημιακά μορφωμένος. Είμαι τελειόφοιτος τετάρτου αμφιθεατρικού και πεζοδρομιακού εξαμήνου. Δεκαέξι χρόνια ανωτάτη σχολή, κύριε Μανώλη, εμένα που με βλέπεις. Μάλιστα 16. Έτσι, 4 χρόνια το εξάμηνο σε κάθε τάξη. Δεν είμαι σαν κι αυτουνούς, κυρ Μανώλη, εγώ, που πάνε έξι μήνες, άντε ένα χρόνο σε κάθε εξάμηνο, και σου λέει τα μάθαμε όλα. Τι να μάθεις, ρε κύριε, σε ένα εξάμηνο ή σ’ ένα χρόνο; Τι να μάθεις; Μέχρι να πας, ντανγκα ντανγκ το καμπανάκι, διάλειμμα, βγαίνεις όξω. Μετά έχουμε γιορτές, καθαροδευτέρες, έχουμε 25η Μαρτίου, πού θα προλάβεις; Ενώ εγώ, 4 χρόνια το εξάμηνο… Κάθομαι, πήζει το μυαλό μου και βγαίνω αμέσως, παίρνω και το χαρτί, είμαι φτυχιούχος μικροπολιτικής λογιστικής. Άσε που ξέρω προπαίδεια. Πες «μαχαίρι, χρατς χρουτς στις συντάξεις». 5Χ7=35% με την πρώτη. Πες «ψαλίδι, χριτς χρατς στα μισθά». 6Χ8=48%. Πες «νέα χαράτσια», πυξ λαξ 7Χ8=56%. Τώρα μαθαίνω το 8Χ9, για να σου πω πόσα χρόνια θα πρέπει να δουλεύεις μέχρι να βγεις στη σύνταξη. Αν σου κολλάνε ένσημα…

24.02 (Έγραφα υπό τον τίτλο «Ο “ΓΥΛΟΣ” ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ», προτού αναδειχθεί σε όλο του το μεγαλείο το φιάσκο της «υπόθεσης Νοβάρτις»): Είπα αυτή την εβδομάδα να αναδείξω το εν υπνώσει ταλέντο μου στην ερευνητική δημοσιογραφία (ως γνήσιος υπηρέτης του λειτουργήματός μου) και να σας αποκαλύψω 3+1 άγνωστες πτυχές από τη «μυστική δικογραφία» της Νοβάρτις, στην οποία περιέχονται καταθέσεις μαρτύρων με υψηλό δείκτη προστασίας και διπλό Ph – για την καταπολέμηση ανοιξιάτικων θεσμικών και δημοκρατικών αλλεργιών… (Σ.Σ.: Σήμερα αναδημοσιεύω μία από τις καταθέσεις, την υπ. αριθ. 4).
(Προσέρχεται ο μάρτυρας με το ψευδώνυμο «Φαρμακουλιανός Κελαηδάης». Διακρίνεται για την κοινωνική του ευαισθησία, γι’ αυτό και η κατάθεσή του στηρίχθηκε στο τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη με τον εμβληματικό τίτλο «Πού βαδίζομεν, κύριοι;»… Άδει κάτω από την κουκούλα σαν πο(υ)λάκι): Τα `πιασε ο Μηνάς απ’ την Ανέτα/ που ‘χε δει σε φαρμακείο υπουργό/ Το ‘λεγαν ο Χρηστάκης με την Τέτα/ που ‘χε ακούσει να το λέει κι η Ζωζώ/ όταν δούλευε η Μάρη στη Νοβάρτις με τον Άρη/ Που ‘ταν δίπλα με τη Ρένα και μετά με τον Μηνά/ που’ χε κολλητή την Άννυ που τα είχε με τον Γιάννη/ που τον είδαν να τσουλάει μια βαλίτσα με λεφτά/ Το ‘μαθε η Μαίρη και το είπε στον Λευτέρη/ Που όμως το ‘ξερε απ’ τον Άρη της Νοβάρτις και τη Μάρη/ Που καρφώσαν την Ανέτα που ‘χε δει τον υπουργό/ Κι ήταν τότε που το άκουσα κι εγώ…
17.11 (Έγραφα με αφορμή τη δήλωση Τσίπρα «Τον Ιούλιο του 2015 με βοήθησε το “καθαρό μυαλό” μου και αποφύγαμε το Grexit»): Τη νύχτα της 12ης προς 13η Ιουλίου του 2015, σε μια αναγκαστική διακοπή της Συνόδου Κορυφής στις Βρυξέλλες, ο μικρός Αλέξης στην «απομόνωση», με την πρόταση Συμφωνίας για το 3ο μνημόνιο στο χέρι, έγκλειστος σε ένα δωματιάκι 2Χ3, σιγοτραγουδά όπως κάποια παλιά κουτσαβάκια (χωρίς γραβάτα) στη «στενή» του Μπαϊρακτάρη:
Απ’ τον πολύ τον τσαμπουκά/ μου παίρνουν και τα λίγα/ αχ, πώς θα το πούμε στη Ζωή/ να το περάσει απ’ τη Βουλή/ μέσα σε ένα μήνα
ΡΕΦΡΕΝ: Μα κανένας δε μου φταίει/ για το χάλι μου/ σπάσιμο θέλει το κεφάλι μου
Απ’ τις κακιές παρέες μου/ ήρθ’ η καταστροφή μου/ γιατί σιχτίρ στην τρέλα μου/ δέχτηκα τα… νταούλια τους/ και να η προκοπή μου
ΡΕΦΡΕΝ: Μα κανένας δε μου φταίει/ για το χάλι μου/ σπάσιμο θέλει το κεφάλι μου
Στ’ αριστερό το κόμμα μου/ τώρα πως να γυρίσω/ στην Κουμουνδούρου πως να μπω/ και στους δικούς μου τι να πω/ πώς να τους αντικρίσω.
(Και κάπως έτσι πιθανότατα του μπήκε η ιδέα… «του στρίβειν διά του δημοψηφίσματος» (…) και αποφάσισε να το αλλάξει το… λαϊκό τροπάρι αναστοχαζόμενος τραγουδιστά):
Στο θολωμένο μου μυαλό/ το κόμμα είναι μια θηλιά,/ κάτι σκιές απ’ τα παλιά/ και κάποιο πάθος παιδικό
ΡΕΦΡΕΝ: Και κάποιο πάθος παιδικό,/ στο θολωμένο μου μυαλό
Το θολωμένο μου μυαλό/ μ’ έχει προδώσει προ πολλού,/ του λέω αλλού και τρέχει αλλού,/ ζητάει να παραιτηθώ
ΡΕΦΡΕΝ: Ζητάει να παραιτηθώ/ το θολωμένο μου μυαλό
Του θολωμένου μου μυαλού/ τους εφιάλτες τραγουδώ,/ όμως η γλύκα του… μελιού,/ μου τον καθάρισε το νου
ΡΕΦΡΕΝ: Όμως η γλύκα του… μελιού,/ μου τον καθάρισε το νου.
(Τα υπόλοιπα είναι γνωστή ιστορία…)

Τα σχόλια είναι κλειστά.