Ειδησεογραφικό site

Του Πέτρου Λάζου: Το ξερό κεφάλι και οι επιλογές του Σουλτάνου

1.971

Το μέγεθος της τουρκικής κρίσης έχει υποτιμηθεί από πολλούς, σε πολλά σημεία του πλανήτη. Εάν η πτώση της (πάλαι ποτέ κραταιάς) οικονομίας της γείτονος συνεχιστεί χωρίς τη λήψη μέτρων, αφενός θα επιταχυνθεί η κατάρρευσή της (όχι, δεν έχει συμβεί ακόμη), αφετέρου οι συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία θα είναι από πολύ κακές έως καταστροφικές.

Ειδικά για την Ελλάδα, την πληγωμένη από την υπερδεκαετή κρίση Ελλάδα, ας μην το συζητάμε καλύτερα. Όταν η γείτων φταρνίζεται, η Ελλάδα παθαίνει κανονική γρίπη.

Οι αναδυόμενες ή αναπτυσσόμενες αγορές (Emerging Markets – EM) αποτελούν το πλέον δυναμικό κομμάτι της οικονομίας του πλανήτη. Η Τουρκία είναι μία από τις μεγαλύτερες καθώς βρίσκεται μέσα στην πρώτη δεκάδα των ΕΜ ενώ κατατάσσεται ως η 13η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο (στοιχεία ΟΑΣΑ 2016).

Το ΑΕΠ ξεπερνά το $1,5 τρισεκατομμύριο (πραγματικές τιμές σε «διεθνή δολάρια») ενώ το δημόσιο χρέος (σε όρους δολαρίου και πριν την πρόσφατη βύθιση στην ισοτιμία την λίρας με τον «πράσινο Θεό») βρίσκεται σε επίπεδα χαμηλότερα του 50%.

Τα καλά νέα και στοιχεία, όμως, σταματούν εδώ. Το σύνολο του χρέους (ιδιωτικό και δημόσιο) είναι σαφώς μεγαλύτερο και ένα τεράστιο μέρος του έχει εκδοθεί με όρους αμερικανικού δολαρίου. Ενδεικτικά, μέχρι το τέλος του 2017, περίπου το 70% (και περί το 20% αυτού των νοικοκυριών) των τουρκικών επιχειρήσεων ανήκει στην τελευταία κατηγορία και άρα πρέπει να πληρώνεται σε δολάρια, με την εκάστοτε τρέχουσα ισοτιμία. Μετά την πρόσφατη κατακρήμνιση της ισοτιμίας λίρας/δολαρίου, δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομική ιδιοφυΐα, για ν’ αντιληφθεί τις δυσκολίες αποπληρωμής του και τα προβλήματα που, αυτόματα δημιουργούνται στην πραγματική οικονομία της γείτονος…

Αν στην παραπάνω πραγματικότητα προστεθεί το εξωφρενικό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η κατάσταση της τουρκικής οικονομίας μεταβάλλεται σε εξαιρετικά άσχημη. Σχεδόν όσο αυτή της… «θωρακισμένης» ελληνικής, το μακρινό 2007-08…

Πολλοί θεωρούν ότι τα προβλήματα προκλήθηκαν τώρα, μετά τις πιέσεις που ασκούν στην οικονομία της Τουρκίας οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, για να επιτύχουν την απελευθέρωση του Αμερικανού πάστορα Andrew Brunson.

Τίποτα δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Οι ΗΠΑ απλά πιέζουν την Τουρκία στο αδύναμο σημείο της. Όχι άδικα, μάλιστα!

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, άριστος γνώστης οικονομικών και δημοσιονομικών, κυβερνά (με ατσαλένιο χέρι) την Τουρκία από το 2002 και για περισσότερο από μία δεκαετία κατόρθωσε ένα (μικρό) οικονομικό θαύμα. Καλπάζοντες ρυθμοί ανάπτυξης, συνεχής μείωση της ανεργίας (τουλάχιστον στα- όχι και τόσο αξιόπιστα -επίσημα στοιχεία), διατήρηση του χρέους σε χαμηλά επίπεδα κ.λπ.
Όλα αυτά συνέβαιναν μέχρι τις 15 Ιουλίου 2016 και το πραξικόπημα που έγινε τότε…

Από την ημέρα εκείνη και μετά, η Τουρκία «εξόκειλε», οικονομικά. Πιεσμένος πολιτικά και αποφασισμένος να γίνει Σουλτάνος με δημοκρατικό μανδύα, ο Ερντογάν επιδόθηκε σε όργια παράλογων οικονομικά και απόλυτα λαϊκίστικων πολιτικών. Ενώ την ίδια ώρα, διέλυε το κράτος και την δημόσια διοίκηση απολύοντας και συλλαμβάνοντας όλους τους «αντιφρονούντες» στο καθεστώς του.

Με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα βραχυπρόθεσμο οικονομικό «μπουμ», το οποίο όμως δεν είχε καμία ελπίδα να διατηρηθεί, σε βάθος χρόνου. Από τα μέσα της περυσινής χρονιάς άρχισαν να διαφαίνονται τα προβλήματα με τα χρέη των επιχειρήσεων, έγινε αισθητό το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου κ.λπ.

Σ’ εκείνο το σημείο, τα πράγματα ήταν απλά και η λύση ακόμη απλούστερη. Σημαντική αύξηση επιτοκίων από την Κεντρική Τράπεζα και εφαρμογή λελογισμένων περιορισμών στην διακίνηση συναλλάγματος, θα έλυναν το πρόβλημα, τουλάχιστον προσωρινά.

Δυστυχώς οι πολιτικές πιέσεις από το συνταγματικό δημοψήφισμα του 2017 και τις εκλογές του 2018 καθιστούσαν αυτά (ή όποια αντίστοιχα) μέτρα, ανέφικτα. Ο Σουλτάνος αντιδρούσε απόλυτα αρνητικά, σε οποιαδήποτε σχετική νύξη των στελεχών του ή της Κεντρικής Τράπεζας.

Τις, απολύτως αναμενόμενες και φυσιολογικές, συνέπειες της συγκεκριμένης στάσης, τις είδαμε στην διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων. Η Τουρκική οικονομία έχει πλέον μπει σε ιδιαίτερα κατηφορικό δρόμο και αν δεν γίνουν όσα πρέπει, η κατάληξη θα είναι δραματική.

Το ζητούμενο είναι τι θα συμβεί στον υπόλοιπο κόσμο όταν μια τόσο μεγάλη οικονομία ασθενεί τόσο σοβαρά. Η απάντηση, σε πρώτο επίπεδο, είναι εύκολη: ΤΙΠΟΤΕ καλό! Αλλά τίποτε, απολύτως!

Μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες (BBVA, UniCredit, BNP κ.ά.) διατηρούν σημαντικότατα μερίδια ή και ελέγχουν μεγάλο μέρος του τραπεζικού συστήματος της γείτονος. Αυτό σημαίνει ότι τους ανήκει ένα μεγάλο μέρος του συνολικού Τουρκικού χρέους. Πιο συγκεκριμένα, συνολικά το ποσό φτάνει τα $140 δις, περίπου.

Γίνεται εύκολα κατανοητό ότι το ποσό είναι μεγάλο και οπωσδήποτε ικανό να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στις οικονομίες της Ευρωζώνης. Ένα σημαντικό μέρος του όμως είναι σε τοπικό συνάλλαγμα οπότε, στην απευκταία (και μάλλον δύσκολη), περίπτωση μιας Τουρκικής χρεοκοπίας ο τελικός λογαριασμός θα είναι αρκετά μικρότερος. Χαμηλότερος από εκείνον του Ελληνικού PSI του 2012 (περί τα $125 δις) και  επομένως «αντιμετωπίσιμος». Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι ο απολογισμός θα είναι αναίμακτος ή ότι δεν υπάρξουν προβλήματα…

Ευτυχώς, το τουρκικό παράδειγμα δείχνει σε ορισμένους (που θέλουν να παριστάνουν τους) άσχετους λαϊκιστές στην Ιταλία και αλλού (Αθήνα;) ότι το εθνικό νόμισμα δεν μπορεί να είναι και δεν είναι λύση! Όχι, εάν δεν υπάρχει η διάθεση για την εφαρμογή των αναγκαίων (και συνήθως εξαιρετικά επίπονων) πολιτικών. Θυμάστε που κάποτε, κάποιοι «τρελοί» έλεγαν ότι εάν δεν υπήρχε το Μνημόνιο, θα έπρεπε να φτιάξει η Ελλάδα το δικό της; Ε, αυτό! Είχαν 1.000% δίκιο…

Αναφορικά με την Ελλάδα, θα πρέπει όλοι όσοι κατοικούμε σε αυτήν, να ευχόμαστε ειλικρινά η γείτων να ξεπεράσει τα προβλήματά της το δυνατόν συντομότερα. Διότι μπορεί βραχυπρόθεσμα π.χ. ο τουρισμός να ευνοηθεί και να υπάρξει θετικός αντίκτυπος στην «εθνική βιομηχανία» αλλά σε βάθος χρόνου η Αθήνα θα είναι ο μεγαλύτερος χαμένος των Τουρκικών προβλημάτων. Η Τουρκία είναι ο δεύτερος πελάτης των Ελληνικών εξαγωγών (μετά την Ευρώπη) και οι Ελληνικές επενδύσεις στο έδαφός της, ξεπερνούν τα €3,8 δις ευρώ (χωρίς να περιλαμβάνεται η πωληθείσα FINANS της Εθνικής).

Όποιος θεωρεί ότι αυτό το ποσό είναι αμελητέο ή, έστω, μικρό, ας αναλογιστεί ότι μιλάμε για το 2% του ΑΕΠ της χώρας. Δηλαδή (χωρίς να είναι συγκρίσιμα τα μεγέθη, απλά για την αίσθηση των μεγεθών) για όσα χρήματα θ’ «αποφέρει» στον προϋπολογισμό η προγραμματισμένη περικοπή των συντάξεων και η μείωση του αφορολογήτου, μαζί!

Στα παραπάνω, προσθέστε και την «συνήθεια» της Τουρκίας γενικά και του Σουλτάνου ειδικά, να «εξάγουν» τα εσωτερικά τους προβλήματα προς την Ελλάδα και έχετε την πλήρη εικόνα των σοβαρότατων συνεπειών που θα μπορούσαν να προκληθούν για την χώρα, από την επικρατούσα κατάσταση στην γείτονα…

Ο Recep Tayyip Erdogan βρίσκεται σε δυσχερέστατη θέση. Οι επιλογές του δεν είναι πολλές. Οι εξής δύο:

Α. Είτε θα «επιτρέψει» την (θηριώδη) αύξηση των επιτοκίων δανεισμού με ταυτόχρονη επιβολή σκληρής περιοριστικής πολιτικής (με ότι αυτό θα σημάνει για τις χαμηλές εισοδηματικά τάξεις, την περιουσιακή τους κατάσταση και το επίπεδο διαβίωσης τους)

Β. Είτε θα βρεθεί στην «αγκαλιά του ΔΝΤ» και θα υποχρεωθεί σε χρεοκοπία,  σκληρότατους περιορισμούς διακίνησης κεφαλαίων κ.λπ.
Εναλλακτική, δεν υπάρχει! Όσο δε καθυστερεί να προχωρήσει στην πρώτη, τόσο πιο αναγκαία, επίπονη, δυσκολότερη αλλά και αναπόφευκτη θα γίνεται η δεύτερη επιλογή.

Το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται φυσικά στο πως και οι δύο επιλογές, θα επιφέρουν βαρύτατο πολιτικό κόστος. Τόσο βαρύ, που θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και σε πτώση του ίδιου του Σουλτάνου και της πρόσφατα εκλεγμένης κυβέρνησης. «Τραβηγμένο», δύσκολο να συμβεί, αλλά όχι απίθανο…

Ας ευχηθούμε, για το καλό της περιοχής και όχι μόνο, να δοθεί η πρέπουσα λύση το συντομότερο. Διαφορετικά…

πηγή: capital.gr

Τα σχόλια είναι κλειστά.