Ειδησεογραφικό site

Του Νίκου Κασκαβέλη: Φορολογική συνταγή «Ψωροκώσταινας»! Και πανηγυρίζουν…

1.788

 

Μέρες φορολογικών δηλώσεων και ειδικά για ορισμένες κατηγορίες πολιτών, μέρες οδυνηρών συνειδητοποιήσεων. Άλλο το θεωρητικό και άλλο το πρακτικό σκέλος. Η ιδίοις όμασι εμπειρία. Πρόκειται περί καθαρής τρέλας! Περί παραλογισμού! Αυτό δεν είναι ένα σύστημα που «βγαίνει». Και σίγουρα δεν αφορά μια κανονική χώρα με λειτουργούσα οικονομία. Αυτό είναι ένα σύστημα σχεδιασμένο από «σκιτζήδες», που είτε απλώς αδιαφορούσαν για τις επιπτώσεις του, είτε ηθελημένα τις σχεδίασαν για ταξικούς στόχους. Και που πάντως το μόνο που τους ενδιέφερε είναι να βγουν κάποιοι «μπακάλικοι» υπολογισμοί σε κάποια…»χαρτοπετσέτα» στις αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις.

Γιατί έτσι, με τέτοιους απολύτως εξοντωτικούς και απαγορευτικούς για οποιαδήποτε κίνηση (πόσο μάλλον ανάπτυξη, θα γελούσα στο σημείο αυτό, αλλά πονάει) φόρους, δεν είναι δα και τόσο σπουδαίο να βγαίνουν υψηλά δημόσια έσοδα. Κι ένας μαθητής του δημοτικού μπορούσε να το κάνει. Χρειαζόταν κοτζάμ Καθηγητής Οικονομικών ξένου Πανεπιστημίου; Να κάνει υπολογισμούς και σύνθετες πολιτικές; Πόσα μας λείπουν; Τόσα. Ε, ωραία, βρες τα από φόρους. Τι συντελεστή; Όσο χρειαστεί. Εδώ έβαλαν προκαταβολή φόρου 100% (το θεωρώ αδιανόητο κι ενδεχομένως αντισυνταγματικό), στον συντελεστή εισοδήματος θα κολλήσουν; Βάλτε κι άλλο παιδιά! Γιατί να σταματήσουμε εκεί; Κάντε το πειραματικά. Να δείτε ως πού αντέχει η κοινωνία. Όχι οικονομικά και μαθηματικά, που ήδη έχει στερέψει. Πραγματικά. Αφού δεν έχει γίνει ήδη ο κακός χαμός, σημαίνει ότι υπάρχουν ακόμα περιθώρια. Ή απλά ήδη ο ασθενής απέθανε.

Και μετά, έχοντας και τις δαπάνες στα πατώματα, χρωστώντας σε όσους πεισματικά επιμένουν να παράγουν και να επενδύουν (πχ επιστροφές ΦΠΑ, προμηθευτές δημοσίου), αλλά και σε άλλους που δούλευαν μια ζωή (αστείος πια ο χρόνος έκδοσης μιας σύνταξης, «ας πρόσεχες, ας έμενες στη δουλειά κι ας ήταν υποχρεωτική διά νόμου η συνταξιοδότηση ενίοτε»), έχουν το απύθμενο θράσος να υπερηφανεύονται για υψηλά πλεονάσματα και οικονομία που… υπεραποδίδει! Ποιος αλήθεια τσιμπάει με αυτά; Βλέπει τα αποτελέσματα της πολιτικής των κοτζαμπάσηδων και επιχαίρει; Ή εντελώς άσχετος πρέπει να είναι με την πραγματική οικονομία και την παραγωγική δραστηριότητα, ή εξόφθαλμα κομματικά εμπαθής και με προσωπικό συμφέρον.

Το κράτος με αυτή τη φορολογική και εν γένει εισοδηματική πολιτική (έχουμε και την έμμεση αλλά εμφανή πλέον φορολόγηση μέσω εισφορών, συν τον ΕΝΦΙΑ που κατά τα άλλα «ήταν παράλογος και άδικος και μόνο θα καταργούνταν») στην ουσία παραλύει την οικονομία. Στερεί κάθε κίνητρο και βέβαια, μειώνει τελικά το ΑΕΠ, πάνω στο οποίο μετράμε την ανάπτυξη. Εν τέλει, περιπαίζει κατάμουτρα τη μεσαία, πάλαι ποτέ κραταιά, τάξη. Η χαμηλότερη εισοδηματικά τάξη δεν επηρεάζεται (φαινομενικά) ιδιαίτερα, μια και οι εξοντωτικοί συντελεστές έμμεσα μόνο την αφορούν. Μάλιστα, διά διαφόρων επιδομάτων-φιλοδωρημάτων, που προκύπτουν από τα ποικιλότροπα χαράτσια, της δίνουν και την ψευδαίσθηση της «εύνοιας». Στην ουσία, αφού ήδη τους έχουν αφαιρέσει κάθε πραγματική δυνατότητα προοπτικής, τους καθιστούν εξαρτημένους, από αυτές τις έκτακτες και κατ’ επιφοίτηση επιχορηγήσεις. Δημιουργούν (νομίζουν) έτσι νέο κομματικό στρατό, ανθρώπων που μόνο αγωνίζονται για την επιβίωση και εναποθέτουν τις ελπίδες τους για οτιδήποτε στην εύνοια και το νεύμα του οποιουδήποτε κομματικού φωστήρα.

Η υψηλότερη τάξη εισοδηματικά, που κινείται σε άλλες σφαίρες, επίσης δεν αγγίζεται ουσιαστικά (ίσως και να δυναμώνει) αφού εκμεταλλευόμενη τις διεθνείς ευκολίες του καπιταλιστικού συστήματος, έχει τον τρόπο να αποφεύγει τις δαγκάνες του ελληνικού κράτους. Και μένει η μεσαία τάξη, η τέως δυναμική και συνήθως μορφωμένη, να αντιμετωπίζει το μένος των εμπαθών. Το κράτος στην ουσία της λέει τα εξής, με διλημματικό τρόπο:

«Αγαπητή-αγαπητέ, βασικά δε σε θέλουμε, γιατί δεν μπορούμε να σε ελέγξουμε. Για το λόγο αυτό, έχεις τις εξής επιλογές: ή μη δουλεύεις, όχι παραπάνω από όσο εμείς νομίζουμε ότι αξίζεις να αμείβεσαι δηλαδή και ξέχνα όσα ήξερες περί απόκτησης αγαθών, συσσώρευσης πλούτου κλπ, (αυτά τα έκαναν μόνο οι γονείς σου) ή να φοροδιαφεύγεις αγρίως. Δε βλέπεις γύρω σου; Όσοι το κάνουν, μια χαρά ζουν. Αν σε πιάσουμε, θα έχεις θέμα, αξίζει όμως να το ρισκάρεις. Άσε που και τότε, αν δώσεις και κάτι κάτω από το τραπέζι, ίσως τα βρούμε… Τώρα, αν θέλεις να δουλέψεις παραπάνω και να μείνεις έντιμος, αν έχεις όρεξη και αντέχεις, χαρά στο κουράγιο σου! Εμείς θα τα πάρουμε, ως συνεταίροι σου, για να διορίσουμε τους δικούς μας. Από παροχές, αυτές που έχουν άλλοι πολιτισμένοι, μην ελπίζεις. Τι γίναμε, Σουηδία; Σε ευχαριστούμε πολύ, δεν ήταν ανάγκη, αλλά θα δεχτούμε τη δωρεά σου. Και φυσικά, αν δε σου αρέσουν όλα αυτά, σήκω και φύγε! Έξω, πληρώνουν για τύπους σαν και σένα. Κι ας σε σπουδάσαμε εδώ. Προκοπή εδώ δεν έχει».

Κι ύστερα, με κροκοδείλια δάκρυα θρηνούν για την απώλεια «μυαλών» και δυναμικού κοινού, χωρίς φυσικά να δίνουν ούτε το αυτονόητο δικαίωμα για ψήφο από έξω, μια και έτσι θα επηρέαζαν ακόμα τις εξελίξεις. Μα, όλο αυτό το κάναμε για να μην έχουν επιρροή. Πάλι στα ίδια θα γυρίσουμε; Κι ο πολίτης, απλώς «τρελαίνεται». Συνειδητοποιεί τη ματαιότητα κάθε προσπάθειας. Και εθίζεται στη λογική του «ψόφου της κατσίκας του γείτονα». Γιατί, το να δίνεις τη λογική συμβολή σου στη συλλογική προκοπή, είναι και ευνόητο και αναγκαίο. Το να βλέπεις την ανταπόδοση των φόρων σου, θεάρεστο. Το απρόκλητο όμως «νταβατζιλίκι» στο μόχθο του καθένα, για ένα βαρέλι δίχως πάτο, απλά για την ανακύκλωση της αναξιοκρατίας και της ευνοιοκρατίας, είναι το φιτίλι στην κοινωνική συνοχή.

Η πολιτική αυτή λοιπόν, για μια κανονική, υγιή κοινωνία και οικονομία είναι αδιέξοδη. Δεν πάει πουθενά. Έχει νόημα μόνο για συγκεκριμένης κατεύθυνσης κράτος. Για εξαρτημένους κομματικά-κρατικά πολίτες και για ελεγχόμενη οικονομία. Χωρίς παραγωγικό οίστρο, χωρίς επιθυμία και κίνητρο για παραπάνω εργασία.

Αυτή όμως είναι μια αποτυχημένη πολιτική. Η κατεξοχήν πολιτική «Ψωροκώσταινας». Που αντιλαμβάνεται τη ζωή ως ένα μίζερο λογαριασμό-ισολογισμό και απλά ως αέναο αγώνα επιβίωσης. Που δεν αφήνει περιθώριο ευκαιρίας σε κανέναν και κλείνει το μάτι μόνο σε κομματικούς ημετέρους, που μπορεί και να έχουν παραπάνω τύχη. Και που διαμορφώνει νομοτελειακά ένα μίζερο κράτος, που στόχο-ταβάνι έχει απλά την επιβίωσή του (τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι), με πολίτες απελπισμένους να ελπίζουν μόνο στη γενναιοδωρία των ξένων, που θα εκφράζεται πια αποκλειστικά μέσα από την μετατροπή της χώρας μας σε ένα τεράστιο «airbnb”. Κάποτε ελπίζαμε σε ένα σχέδιο Marshall. Αργότερα στα κοινοτικά κονδύλια, τα φθηνά δάνεια, το Χρηματιστήριο κλπ. Τώρα, το έθνος…στενάζει στο airbnb. Έτσι, δεν πάμε πουθενά. Και ναι, ή θα αλλάξουμε, ή πάει, βουλιάξαμε.

* Νίκος Κασκαβέλης, δικηγόρος (ΜΔΕ, MSc)

 

ΠΗΓΗ: capital.gr

Τα σχόλια είναι κλειστά.