Ειδησεογραφικό site

Του Χρήστου Χωμενίδη: Θλιβερό πλην ανθρώπινο

1.524

Οι δημοσκοπήσεις έχουν διεθνώς χάσει τα τελευταία χρόνια μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας τους. Δεν εκλαμβάνονται πλέον ως ακτινογραφίες της κοινής γνώμης, πόσω δε μάλλον ως αξονικές τομογραφίες της. Η φράση που λεγόταν για πρωθυπουργούς τού παρελθόντος «αυτός κυβερνά με μπούσουλα τα γκάλοπ» δεν θα μπορούσε πλέον να σταθεί – όποιος το έκανε θα ρίσκαρε να βρεθεί προ οδυνηρότατων εκπλήξεων. Όπως -για παράδειγμα- ο Ντέιβιντ Κάμερον, που είχε προκρίνει την «ασφαλή», «σιγουρατζίδικη» λύση της διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την παραμονή ή όχι της χώρας του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και του’ ρθε κατακούτελα ένα Brexit, το οποίο τερμάτισε την πολιτική του καριέρα.

Οι δημοσκοπήσεις εντούτοις εξακολουθούν να μάς δίνουν μια γενική εικόνα για το τί πιστεύει, τί αισθάνεται, προς τα πού βαδίζει η κοινωνία. Κι αν θα ήταν επιπόλαιο να προεξοφλήσουμε -βάσει της καταγραφόμενης διψήφιας υπεροχής της- την αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας στις προσεχείς εκλογές, μπορούμε ασφαλώς να διαπιστώσουμε κάτι άλλο. Ίσως ακόμα πιό σημαντικό. Περισσότερο από το 80% των Ελλήνων συντάσσεται σήμερα με τα μνημονιακά κόμματα. Από τις κοινοβουλευτικά εκπροσωπούμενες παρατάξεις, μονάχα η Χρυσή Αυγή και το -έτσι κι αλλιώς ιδιόρρυθμο στην ανάγνωση της πραγματικότητας- ΚΚΕ επιμένουν στην κάθετη άρνηση των δανειακών συμβάσεων με τους «θεσμούς».

Σύμφωνοι. Μέσα στο μπετόν αρμέ συνυπάρχουν εκείνοι που από το 2010 κιόλας αντιλαμβάνονταν τα μνημόνια σαν ευτυχία για τον τόπο -φράση του Θεόδωρου Πάγκαλου- και οι άλλοι που διεκήρυσσαν ότι θα τα σκίσουν ή θα τα κάψουν στο προαύλιο της Βουλής, μέχρι να αναγκαστούν να τα καταπιούν αμάσητα έπειτα από μια «υπερήφανη διαπραγμάτευση» διαρκείας δεκαεπτά ωρών. Αφ’ης στιγμής ο Αλέξης Τσίπρας λύγισε ενώπιον υπερτέρων δυνάμεων, η κυβέρνησή του άρχισε να εφαρμόζει με θαυμαστό ζήλο ό,τι ακριβώς επέτασσαν οι δανειστές. Και ο ελληνικός λαός τα υπέστη όλα στωικά. Μύτη δεν άνοιξε.

Όσοι δεν έχουμε μνήμη χρυσόψαρου θυμόμαστε πεντακάθαρα τι συνέβαινε πριν από τρία χρόνια τέτοιες μέρες. Τον κύριο Τσίπρα να διακόπτει τις διαπραγματεύσεις και να απευθύνει δραματικό διάγγελμα, μιλώντας για «τελεσίγραφα που ενίοτε επιστρέφονται», επικαλούμενος το αγωνιστικό και αντιστασιακό μας φρόνημα ανά τους αιώνες. Ανθρωποθάλασσες να συρρέουν στο Σύνταγμα σε μια προσομοίωση επανάστασης. Τον Γιάνη Βαρουφάκη να αποθεώνεται, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου ως άλλη Πασιονάρια να υψώνει τη γροθιά της και το πλήθος να παραληρεί. Τη μεγάλη πλειονότητα των καλλιτεχνών και των διανοουμένων να λιβανίζουν το «υπερήφανο» ΟΧΙ, προς αγαλλίαση του κοινού τους. Την αίσθηση που κυριαρχούσε ένθεν και ένθεν ότι το αύριο είναι πιό αβέβαιο από ποτέ. Άλλους τους έπιανε σύγκρυο και άλλοι ηδονίζονταν με αυτό.

Όπως ωστόσο τα παιδάκια -που τη μία ξεσπούν σε γοερά κλάματα επειδή γρατζουνίστηκαν και την επόμενη μόλις στιγμή έχουν ξεχάσει τη «συμφορά» τους και ξεκαρδίζονται με κάτι που βλέπουν στην τηλεόραση- έτσι και οι Έλληνες ασμένως δέχθηκαν την kolotoumba (διεθνής πλέον ο όρος) του Αλέξη Τσίπρα. Και μαζικά τον ξαναψήφισαν τον Σεπτέμβριο του 2015.

Ο ιστορικός του μέλλοντος θα τραβάει τα μαλλιά του, θα ξύνει έστω το κεφάλι του πασχίζοντας να καταλάβει. Πώς ένας ολόκληρος λαός έχοντας φτάσει από το 2014 -με το η-μέιλ Χαρδούβελη- στην πηγή, αρνήθηκε να πιει νερό, προτίμησε να περιπλανηθεί επί μια τετραετία ακόμα στην έρημο, ακολουθώντας τους ψευδοπροφήτες. Πώς οι ίδιες ακριβώς επώδυνες πολιτικές εκπορευόμενες από τους μεν αντιμετωπίζονταν σαν προδοτικές ενώ εφαρμοζόμενες από τους δε γίνονταν ανεκτές ως αναγκαία κακά. Πώς η «ανατροπή» κατέληξε υποταγή, η «ρήξη» παραπέμφθηκε στις καλένδες και όποιος επιμένει να τις επαγγέλλεται ηχεί πλέον γραφικός. Αστείος.

Εάν είναι επιπόλαιος ο ιστορικός του μέλλοντος, θα υποκλιθεί βαθιά στο χάρισμα του Αλέξη Τσίπρα, που επιστρατεύοντας ψέμα και γαλιφιά, «ηθικό πλεονέκτημα» και οργουελιανή γλώσσα, πέτυχε εκεί όπου οι προκάτοχοί του είχαν σπάσει τα μούτρα τους. Προσγείωσε ομαλά σχεδόν τους Έλληνες στην πραγματικότητα. Τους κέρασε το μουρουνέλαιο σε ποτήρια της σαμπάνιας. Κι εκείνοι το κατέβασαν άσπρο πάτο. Για αυτό άλλωστε και τα εγκωμιαστικά δημοσιεύματα στον ξένο τύπο, για αυτό και τα διάπλατα χαμόγελα των συνομιλητών του διεθνώς.

Εάν είναι οξυδερκής ο ιστορικός του μέλλοντος, θα θυμηθεί την Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ Ρος, τη σπουδαία Ελβετίδα ψυχίατρο, η οποία όρισε το 1969 τα πέντε στάδια του πένθους: Άρνηση, Θυμός, Διαπραγμάτευση, Κατάθλιψη, Αποδοχή. Και θα συνειδητοποιήσει, μελετώντας την περίοδο από το 2010 έως σήμερα, ότι οι Έλληνες -λόγω ιδιοσυγκρασίας; λόγω εμπειριών;- χρειάζονταν μία οκταετία γεμάτη για να τα περάσουν. Για να μεταβολίσουν τη χρεοκοπία του κράτους και την άρδην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Τους ήταν απαραίτητο και να αγανακτήσουν και να εθελοτυφλήσουν και να πέσουν σε βαθιά, απαθή μελαγχολία. Είτε με Τσίπρα είτε χωρίς.

Τρώγαμε τις προάλλες σε μια οικογενειακή ταβέρνα σε ένα προάστιο των Αθηνών. Στο παραδιπλανό τραπέζι καθόταν και ξεκοκκάλιζε τα παϊδάκια του ένας υπουργός των Σαμαροβενιζέλων. Ένας παλιός πολιτικός που τις μέρες της «Αγανάκτησης» είχε δεχθεί επανειλημμένα φραστικές επιθέσεις από αγνώστους, και γιαούρτωμα ακόμα. Το βλέμμα των θαμώνων δεν σταματούσε πλέον επάνω του. Ή όποτε σταματούσε ήταν χαμογελαστό, εξέφραζε αν όχι σεβασμό, πάντως συμπάθεια. Κάνας-δυό τον πλησίασαν μάλιστα και τού έσφιξαν το χέρι. «Στοιχηματίζω ότι οι ίδιοι ακριβώς τού εύχονταν προ πενταετίας κακό ψόφο…» σχολίασα. «Συμφωνώ» είπε ο φίλος μου. «Έχουν μετανοιώσει για την τότε στάση τους;» «Όχι. Έχουν ξεχάσει. Κι αυτό είναι το ανθρώπινο. Θλιβερό ίσως αλλά ανθρώπινο…»

 

ΠΗΓΗ: capital.gr

Τα σχόλια είναι κλειστά.