Ειδησεογραφικό site

Του Χρήστου Χωμενίδη: Ο Μόσκοβος δεν θα κατέβει ποτέ

1.983

 

Πριν από μία ακριβώς δεκαετία, ένα φθινοπωρινό πρωινό του 2008, με είχε καλέσει στο γραφείο του ένας σεβάσμιος καθηγητής της Νομικής Σχολής. Ένας από τους λίγους Έλληνες που γνώριζαν σε βάθος το Διεθνές Δίκαιο και την Ιστορία των Διεθνών μας Σχέσεων. Επρόκειτο να εκδώσει ένα βιβλίο με τις νεανικές του αναμνήσεις. Ήθελε να διαβάσω το χειρόγραφο και -ως επαγγελματίας πεζογράφος- να του πω τη γνώμη μου. Αφού τον ευχαρίστησα για την τιμή, τον ρώτησα σχετικά με την τότε επικαιρότητα. «Ο Κώστας Καραμανλής τα έχει φάει το ψωμιά του…» μού απάντησε ύστερα από σύντομη παύση. «Από τη στιγμή που ερωτοτροπεί με τον Πούτιν, που διατυμπανίζει συμφωνίες για αγωγούς Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, που βγάζει έτσι τη γλώσσα στους Αμερικάνους, το πολιτικό του τέλος είναι προδιαγεγραμμένο.»

Ο Κώστας Καραμανλής αποδοκιμάστηκε από τους ψηφοφόρους και απεχώρησε από την πρωθυπουργία έναν χρόνο αργότερα. Η εντύπωση που επικρατεί στους σκεπτόμενους πολίτες είναι ότι απεργάστηκε -ή έστω συμφιλιώθηκε προκαταβολικά- με την εκλογική του ήττα ώστε να μην αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την επικείμενη χρεοκοπία. Τη χρεοκοπία που η δική του διαχείριση των δημοσιονομικών, ιδίως κατά την περίοδο 2007-2009, είχε προκαλέσει. Η αντίληψη είναι ότι ο Καραμανλής τα θαλάσσωσε στην οικονομία. Όχι στην εξωτερική πολιτική.

Και όμως, οι δύο τομείς είναι ουσιαστικά αλληλένδετοι. Ιδίως στο φαντασιακό του έθνους μας. Εκεί επικρατεί -αιώνες τώρα- η δοξασία πως το «ξανθό γένος», η «τρίτη Ρώμη» (δηλαδή η Μόσχα), θα επέμβει κάποτε και θα μάς σώσει από κάθε νόσο και μαλακία. «Ακόμα ετούτη η άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι, να κατεβεί ο Μόσκοβος να φέρει το σεφέρι…» τραγουδούσαν οι Έλληνες πριν από την Επανάσταση του 1821. Και κοίταζαν πλήρεις ελπίδων προς Βορράν.

Το ιδεολόγημα στο οποίο ομνύουν οι κάθε λογής λαϊκιστές -απ’ τον καιρό του Μακρυγιάννη έως τού Σύριζα- είναι της πτωχής πλην εντίμου Ελλάδας την οποίαν εκπορνεύουν και αφαιμάσσουν οι ισχυροί της σύμμαχοι. Οι  άστοργοι κηδεμόνες που διαδέχθηκαν τους Οθωμανούς και που κινούν τα νήματα τα τελευταία διακόσια χρόνια,»μακρά χειρί» συνήθως, μέσω ξενόδουλων προσκυνημένων πολιτικών. Το μέλλον της πατρίδας μας αποφασίζεται εκτός των συνόρων της, κεκλεισμένων των θυρών. Πότε από τον Μέτερνιχ και πότε από τον Χένρυ Κίσσινγκερ. Τα λόγια του τελευταίου ότι «ο ελληνικός λαός είναι ατίθασσος και για αυτό πρέπει να πληγεί βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες προκειμένου να συνετισθεί» διαδόθηκαν ευρύτατα. Κι ας μην τα είχε εκστομίσει ποτέ.

Δεν θα εξετάσουμε τώρα εάν η παραπάνω εκδοχή ισχύει ή όχι. Εάν οι «προστάτες» περισσότερο έβλαψαν ή ωφέλησαν την Ελλάδα, κινούμενοι ασφαλώς με πρώτο γνώμονα τα δικά τους συμφέροντα. Θα σταθούμε αλλού. Από τη χορεία τους -όπως εγγράφεται στο συλλογικό μας συνειδητό και ασυνείδητο- απουσιάζει η Ρωσία. Η Ρωσία δεν καταγράφεται ως μέρος του προβλήματος. Προβάλλεται σαν λύση του.

Η αλήθεια είναι πως μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (για τον οποίον -πρώην υπουργό γαρ του Τσάρου- μπορούσε να ειπωθεί ό,τι και για τη γυναίκα του Καίσαρα), η αλήθεια είναι πως οι Ρώσοι ποτέ δεν έβαλαν πόδι στην Ελλάδα. Οι Αγγλογάλλοι κατέλυσαν επανειλημμένα την εδαφική μας κυριαρχία, επέβαλαν προσωρινές στρατιωτικές κατοχές και ναυτικούς αποκλεισμούς. Οι «κεντρικές δυνάμεις» αποπειράθηκαν κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο να μάς ζέψουν στο άρμα τους με μοχλό τον Βασιλιά Κωνσταντίνο και τη Γερμανίδα γυναίκα του Σοφία, αδελφή του Κάιζερ. Οι Ρώσοι είχαν αλλού στραμμένο το ενδιαφέρον τους. Άλλες φωτιές αγωνιούσαν να σβήσουν.

Την επαύριο όμως του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου; Όταν η Ευρώπη μοιράστηκε στα δύο από τους νικητές; Και τότε, ο Στάλιν εξεχώρησε πρόθυμα την Ελλάδα στη βρετανική -αμερικάνικη κατόπιν- σφαίρα επιρροής, λαμβάνοντας γιά αντάλλαγμα τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες. Όταν το ΚΚΕ προκάλεσε ή παρασύρθηκε στον Εμφύλιο με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας και την ένταξη στο «σοσιαλιστικό στρατόπεδο», η Σοβιετική Ένωση ούτε για μια στιγμή δεν εξετέθη υποστηρίζοντάς το, έστω στα λόγια. Τού κάκου ο Ζαχαριάδης περίμενε ενίσχυση από τον Κόκκινο Στρατό, προσφορά αν μη τί άλλο πολεμικού υλικού. Ακόμα και τις μέρες που μενόταν η «Μάχη της Αθήνας» τον Δεκέμβριο του 1944, η Πράβντα δεν φιλοτιμήθηκε να γράψει ούτε μια γραμμή σχετικά…

Έστω και υπερτιμημένος, έστω και παραφουσκωμένος στο μη παρέκει, ο ερυθρός κίνδυνος καθόρισε τα μεταπολεμικά μας πράγματα. Τον επικαλούνταν εμμονικά οι νικητές του Εμφυλίου για να δικαιολογούν τον αυταρχισμό τους. Τον εξαργύρωσαν με το «Σχέδιο Μάρσαλ», που σκοπό είχε να ανορθώσει τη ντόπια οικονομία ώστε να θωρακιστούν οι Έλληνες απέναντι στο μικρόβιο του κομμουνισμού. Άλλο εάν μεγάλο ποσοστό της αμερικάνικης βοήθειας ενθυλακώθηκε στυγνά από τους μεσάζοντες και τα λαμόγια…

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Ελλάδα αποτελούσε προκεχωρημένο φυλάκιο της «Ελεύθερου Κόσμου». Κυνικά μιλώντας, το γεγονός μάς βγήκε και σε καλό. Όσο εμείς φλεγόμασταν «να ανήκομεν εις την Δύσιν», άλλο τόσο και η Δύση μάς ήθελε δικούς της. Η γεωπολιτική μας θέση (και η ένδοξη βεβαίως αρχαία κληρονομιά μας) βάραινε ασυγκρίτως περισσότερο από την οικονομική μας σημασία. Να το εκφράσω διαφορετικά: Μία χώρα με αντίστοιχες επιδόσεις σε άλλο σημείο της υδρογείου δεν θα απολάμβανε ούτε τις μισές -ύπουλες ίσως- θωπείες από τους ισχυρούς συμμάχους της. Ο Μόσκοβος, ακόμα και ως φανταστικό αντίπαλο δέος, μάς εξυπηρέτησε.

Ο τελευταίος Έλληνας ηγέτης που αλληθώρισε με κάποια επιτυχία προς την Ανατολή υπήρξε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Στα πλαίσια της «πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής», έκανε κάπου-κάπου συγκρατημένα -συμβολικά περισσότερο- ανοίγματα προς τους εχθρούς της Αμερικής. Και τα εξαργύρωνε αναλόγως.

Με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, η Pax Americana επιβλήθηκε απόλυτα προσώρας. Η Ρωσία έγλειφε τις πληγές της, αγωνιζόταν να αναστυλωθεί μες στα ερείπια του κομμουνισμού. Έπρεπε να περάσουν δεκαπέντε χρόνια για να ξανασηκώσει ανάστημα υπό τη σιδηρά ηγεσία του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Κι έπρεπε να έρθουν τα πάνω-κάτω, με τη χρεοκοπία του 2010 και με τα μνημόνια, για να θυμηθούν οι Έλληνες το παμπάλαιο τραγούδι με τον «Μόσκοβο» και με το «σεφέρι»…

Θυμόμαστε τον Παναγιώτη Λαφαζάνη να υποκλίνεται βαθιά -να προσκυνάει για να το πούμε ακριβέστερα- κάτι Ρώσους αξιωματούχους. Θυμόμαστε τον Πούτιν να γίνεται δεκτός με τιμές αυτοκράτορα στο Άγιον Όρος. Θυμόμαστε τον Ιβάν Σαββίδη να εμφανίζεται ως Θεσσαλονικάρχης, αντίπαλο δέος του αθηναϊκού κράτους.

Εκείνο που ίσως έχουμε λησμονήσει είναι το θλιβερό περιστατικό με τον Κύπριο υπουργό, που όταν -το 2013- η αδελφή μας χώρα βρέθηκε υπό κατάρρευσιν, έσπευσε εναγωνίως στη Μόσχα, ελπίζοντας ότι θα εξασφαλίσει χείρα βοηθείας. Η απονενοημένη κίνηση έπεσε στο κενό. Το ομόδοξο γένος όχι απλώς δεν δάνεισε την Κύπρο αλλά ούτε καν επέδειξε μια στάλα ενδιαφέροντος. Ο υπουργός επέστρεψε στη Λευκωσία δίχως να έχει γίνει δεκτός από κανέναν απολύτως ομόλογο του ή κατώτερό του. Μοναχός τον δρόμο πήρε, εξανάλθε μοναχός… Ελάχιστες μέρες αργότερα, η Κύπρος μπήκε στο μνημόνιο.

Με τους Έλληνες «αντισυστημικούς» πολιτικούς συνέβη το ίδιο σε πιό αργή κίνηση. Η προοπτική υποστήριξης από τη Ρωσία συγκαταλεγόταν στις αυταπάτες του Αλέξη Τσίπρα – την καλλιεργούσε μάλιστα ενθουσιωδώς ο Πάνος Καμμένος. Τις παραμονές του δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση Συριζανέλ απευθύνθηκε -λέγεται- και στον Πούτιν. Ο οποίος έμεινε παγερά ασυγκίνητος από το ελληνικό δράμα.

Η συνειδητοποίηση πως η Ελλάδα δεν έχει τίποτα αξιόλογο να περιμένει από τη Ρωσία ολοκληρώθηκε συν τω χρόνω. Όσο αιθεροβάμονες κι αν ήταν οι κυβερνώντες, το πήραν κάποτε απόφαση ότι η «Αρκούδα» δεν σκοπεύει να διακινδυνεύσει το παραμικρό για το χατίρι μας. Θα μάς κάνει τα γλυκά μάτια μέχρις εκεί που δεν εκτίθεται. Θα συμφωνεί για συνεργασίες, για αγωγούς, για οικονομικές και πολιτιστικές ανταλλαγές ώσπου να ακουστεί ο ενοχλημένος ξερόβηχας των «φυσικών» μας συμμάχων. Και τότε ευθύς θα υπαναχωρεί.

Την απογοήτευση ακολούθησε η άγαρμπη αναδίπλωση. Με τη συμφωνία των Πρεσπών, η κυβέρνηση Τσίπρα παραδόθηκε ολόψυχα στη Δύση. Όπως συνέβη και το 2015, όχι απλώς έκανε γαργάρα την επαναστατική της ρητορεία αλλά και ιδρώνει για να αποδείξει πως είναι το καλύτερο παιδί της μαμάς Αμερικής, της μαμάς Γερμανίας. Ο κυβερνητικός εταίρος Πάνος Καμμένος αποπειράθηκε αρχικά -για τα μάτια του κόσμου- να αποκλίνει. Κι έπειτα βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και άρχισε να τάζει στρατιωτικές βάσεις στον Βόλο, στη Λάρισα, στην Αλεξανδρούπολη…

«Έτσι τελειώνει ο κόσμος» για να θυμηθούμε τον Τ.Σ.Έλιοτ. «Όχι με έναν κρότο αλλά με ένα κλαψούρισμα.»

Ας το πάρουν απόφαση όσοι μέλλονται να χειριστούν τα ελληνικά συμφέροντα. Και ας χαράξουν την πορεία τους με αυτό ως δεδομένο: Ο Μόσκοβος δεν θα κατέβει ποτέ.

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

 

 

ΠΗΓΗ: capital.gr

Τα σχόλια είναι κλειστά.