Ειδησεογραφικό site

Του Ανδρέα Μήλιου: Τα συν και τα πλην της συμφωνίας του χρέους

1.433

 

Η πρόσφατη ρύθμιση του χρέους περιλαμβάνει θετικά και αρνητικά στοιχεία. Στα θετικά περιλαμβάνονται η επιμήκυνση κατά δέκα χρόνια της χρονικής περιόδου αποπληρωμής του 1/3 του χρέους, η δημιουργία μαξιλαριού ασφαλείας ύψους 24 δισ. για την κάλυψη των αναγκών της χώρας μέχρι το 2020 και η επιστροφή των κερδών των ευρωπαϊκών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα ύψους 4,6 δισ. Το πάγωμα μέχρι το 2033, έστω του 1/3 του  χρέους, το οποίο αφορά στα δάνεια των 110 δισ. του EFSF θα δώσει δημοσιονομικό χώρο στη χώρα για τα επόμενα 14 χρόνια και τη δυνατότητα να ανασυγκροτήσει την παραγωγική της βάση και να ορίσει νέες  οικονομικές συντεταγμένες, καθώς καθιστά το χρέος μεσοπρόθεσμα βιώσιμο. Το μαξιλάρι ασφαλείας των 24 δισ., παρά το γεγονός ότι στραγγίζει την αγορά χρήματος, εφόσον δεν σπαταληθεί για κομματικούς διορισμούς και  οικονομικά ατελέσφορη επιδοματική πολιτική, θα  λειτουργήσει ως ασπίδα προστασίας στις αγορές χρήματος, αφού δίνει την ευχέρεια στην κυβέρνηση να βγει στοχευμένα στις αγορές, επιλέγοντας η ίδια τη χρονική στιγμή και το ύψος των κεφαλαίων. Η επιστροφή των κερδών των ευρωπαϊκών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα είναι ένα μέτρο που είχε αρχίσει να υλοποιείται  το 2014 και η εκταμίευση διακόπηκε εξαιτίας της αλλοπρόσαλλης κυβερνητικής πολιτικής του Α’ εξαμήνου του 2015. Ωστόσο, η εκταμίευση του ποσού των 4,6 δισ., το οποίο θα αποδίδεται σε εξαμηνιαίες δόσεις,  από το τέλος του 2018 μέχρι τον Ιούνιο του 2020, συνδέθηκε με σκληρούς όρους για συνεχείς διαρθρωτικές αλλαγές.

Τα αρνητικά στοιχεία της ρύθμισης είναι περισσότερα και σοβαρότερα από τα αρνητικά και δεν δικαιολογούν πανηγυρισμούς.

Πρώτα απ’ όλα, κανένα μέρος του χρέους δεν διαγράφηκε, όπως η κυβέρνηση διατυμπάνιζε και ο λόγος του χρέους προς ΑΕΠ δεν αλλάζει στο ελάχιστο. Πρόκειται δηλαδή για μια διευθέτηση ενός μέρους μόνο του χρέους, η οποία είναι χειρότερη από τις δύο προσφερθείσες από τους θεσμούς το 2014 και 2017.

Δεύτερον, συμφωνήθηκαν εξοντωτικά πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060. Τα πλεονάσματα του 3,5% μέχρι το 2022, σε συνδυασμό με τις περικοπές των συντάξεων από 1/01/2019 και τη μείωση του αφορολογήτου από 01/01/2020, σε μια χειμαζόμενη οικονομία χωρίς ανάπτυξη, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα και ανεργία στα επίπεδα του 20%, ισοδυναμούν με μέγγενη σύνθλιψης κάθε αναπτυξιακής προοπτικής. Όταν μάλιστα τα πλεονάσματα προέρχονται από υπερφορολόγηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και περικοπές μισθών και συντάξεων και όχι από την υπεραξία της παραγωγικής δραστηριότητας, το πρόβλημα καθίσταται σοβαρότερο, διότι βάλλονται  δύο βασικοί τροχοί του άρματος της οικονομίας, η κατανάλωση και η αποταμίευση.

Τρίτον, δεν υιοθετήθηκε ο αυτόματος μηχανισμός μείωσης του χρέους με ρήτρα ανάπτυξης που προτάθηκε από τη Γαλλία και υποστηρίχθηκε ασμένως από την κυβέρνηση.

Τέταρτον, οι εκταμιεύσεις των ποσών και οι ρυθμίσεις του χρέους συνδέθηκαν με ένα αυστηρό πλαίσιο συστηματικής εποπτείας και επιτήρησης από πλευράς δανειστών, το οποίο δε έχει προηγούμενο. Οι έλεγχοι των δανειστών θα πραγματοποιούνται κάθε τρίμηνο και θα εμπεριέχουν και το στοιχείο της αιρεσιμότητας. Το πλαίσιο αυτό περιορίζει τον βαθμό ελευθερίας της κυβέρνησης στις επιλογές διάθεσης των υπερπλεονασμάτων, σε αντίθεση με ό,τι, κατά πάγια τακτική, διαλαλείται από αυτήν.

Πέμπτον, οι συμφωνηθείσες περικοπές των συντάξεων και η μείωση του αφορολογήτου δεν αποφεύθηκαν, παρά τις περί του αντιθέτου κυβερνητικές υποσχέσεις. Και μόνο η αδυναμία μερικής αποτροπής  του ενός τουλάχιστον από τα δύο αυτά μέτρα αποτελεί λόγο για θλίψη και όχι για καρικατουρίστικες φιέστες με χειροκροτητές τους προνομιούχους μουτζαχεντίν των οχτώ χιλιάδων τον μήνα και τους κομματικούς γενίτσαρους.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η συμφωνία δεν λύνει οριστικά το θέμα του χρέους, δεν σηματοδοτεί τη λήξη της κρίσης και δεν ανταμείβει τους Έλληνες για τις σισύφειες θυσίες της τελευταίας οκταετίας. Η απρόσκοπτη έξοδος στις αγορές θα παραμείνει αμφίβολη, ιδιαίτερα μετά την νέα πολιτική κατάσταση στην Ιταλία, και η χώρα θα συνεχίσει να είναι δέσμια σε ένα μείγμα αντιαναπτυξιακών πολιτικών. Ωστόσο, μετά το 2022, η συμφωνία δίνει δημοσιονομικό και χρονικό χώρο στη χώρα να οικοδομήσει επιτέλους ένα υγιές, αποτελεσματικό  και παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης που θα βασίζεται στις επενδύσεις, στη δυναμική της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, στον δημιουργικό οίστρο του Έλληνα και στην αναδιάρθρωση και αναβάθμιση του κρατικού φορέα.

Αυτό το παραγωγικό μοντέλο είναι σαφές ότι δεν μπορούν να το υλοποιήσουν οι μόνιμα ψευδόμενοι και ιδεοληπτικά εγκλωβισμένοι σε προτάγματα άλλων εποχών «ΣΥΡΙΖΑΝΕΛΕΗΤΟΙ» εθνολαϊκιστές, όπως πολύ εύστοχα τους χαρακτηρίζει ο καθηγητής Δ. Τσαρδάκης. Αυτό το περιβάλλον δεν μπορεί να το υποστηρίξει ο κυβερνών θίασος με πρωταγωνιστή «τον καλύτερο πρωθυπουργό της μεταπολίτευσης», όπως τον χαρακτήρισε ο ευστραφής συνθιασάρχης-εταίρος, που, για την υπουργική καρέκλα, καταπίνει αμάσητα ακόμα και όστρακα. Σε μια χώρα που η επίσκεψη στον ψυχαναλυτή αποτελεί στίγμα είναι φυσικό να μεγεθύνονται πολιτικοί δημαγωγοί και τυχοδιώκτες σε πολιτικούς τιτάνες. Όταν μάλιστα τέτοιες κρίσεις διατυπώνονται από επαγγελματίες πολιτικούς που από την θαλπωρή του οικογενειακού μάρσιπου μεταπήδησαν άκοπα σε αυτή του ακριβότερου οικοτροφείου επαγγελματιών της χώρας, αποκαλύπτεται γλαφυρά ο βαθμός της ζημιάς που προκαλεί στο δημοκρατικό πολίτευμα ο επαγγελματισμός της πολιτικής.
Αυτό το παραγωγικό μοντέλο μπορεί να το υλοποιήσει μια εξωστρεφής ηγεσία, που πιστεύει στη συναινετική διακυβέρνηση, στην αξιοκρατία και στη δημιουργική δύναμη του Έλληνα και που κατανοεί τους παροντικούς και μελλοντικούς διεθνείς συσχετισμούς της μετανεοτερικότητας, στα δαιδαλώδη μονοπάτια των οποίων μπορεί να κινηθεί με άνεση. Μια ηγεσία που δεν θα διστάσει να συγκρουσθεί με τις ανακυκλούμενες παθογένειες του παρελθόντος και με όσους περιφρουρούν αδιέξοδες παρακαταθήκες, δεν θα φεισθεί βαρονίες, επετηρίδες, αντιπαροχικές δεσμεύσεις και εθιμικές, κομματικές συμβάσεις και  θα τολμήσει να αξιοποιήσει σε καίριες θέσεις τους καλύτερους από το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας

* Ο κ. Ανδρέας Μήλιος είναι διδάκτορας του πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης, οικονομολόγος.

 

ΠΗΓΗ: capital.gr

Τα σχόλια είναι κλειστά.