Ειδησεογραφικό site

Το γκρίζο πλάνο

66

Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

Κάθεται στο μικρό τραπέζι του καφενείου – στο πιο απόμερο, όπως πάντα. Ο καφές, διπλός Ελληνικός, όπως κάθε μέρα, έχει μόλις φθάσει μπροστά του κι ακόμη αχνίζει με την άχνα του να πασχίζει μάταια να ανταγωνιστεί τα δαχτυλίδια του καπνού, που ανεβαίνουν με γρηγοράδα στον αέρα, από το πρώτο πρωινό τσιγάρο που καίγεται ακουμπισμένο στο τασάκι. Κοιτάζει τη στοίβα των λευκών, άγραφων χαρτιών που περιμένουν να γεμίσουν λέξεις. Άλλοτε αυτό γινόταν γρήγορα, ούτε κι ο ίδιος καταλάβαινε πόσο γρήγορα. Και πάντα στο ίδιο σκηνικό. Σ αυτό το απόμερο τραπέζι, του πιο παλιού καφενείου της Αθήνας. Μόνος κι απόμακρος πάντα, γιατί όπως λέει θέλει να μπαίνει ανενόχλητος στους κόσμους που σκαρώνουν οι λέξεις, στο πρόσκαιρα λευκό χαρτί και να ζει μέσα σε αυτούς. Κι είχε σκαρώσει δεκάδες θεατρικά, νούμερα επιθεώρησης, ευθυμογραφήματα με τεράστια ευκολία. Πολλά από αυτά είχαν γεννηθεί σ’ αυτό εδώ το τραπέζι. Κι είχαν αγαπηθεί πολύ από τον κόσμο, που τα αποθέωνε στο θεατρικό σανίδι, στο ‘’πανί’’ ή στην τηλεόραση. Και γελούσε ή μελαγχολούσε γλυκόπικρα καθώς καταγινόταν με τα μηνύματα που έβγαζαν. Πολύ το ευχαριστιόταν ο φίλος μας που σκάρωνε κωμωδίες. Γαλήνευε το μέσα του. Σήμερα, όμως, το χαρτί δυσκολεύεται να γεμίσει… Γιατί; Τον απασχολεί μια κουβέντα που χε με φιλική συντροφιά, πριν δυο μερόνυχτα σε ένα ταβερνάκι, εκεί που αυτός κι οι φίλοι του, μάζευαν τακτικά τη γκριζάδα τους,, τις μεσήλικες κοιλίτσες τους, τις ιδιοτροπίες τους και την αφ’ υψηλού κριτική τους και έστηναν μαζώξεις παλαιών συμμαθητών…

«Γιατί δεν γράφονται πια κωμωδίες;», τον ρώτησε ο παλιός του φίλος… Αυτός, ενστικτωδώς, διαφώνησε: «Κάθε εποχή έχει την κωμωδία της», έκανε να πει αλλά έμεινε σιωπηλός… Γύρισε αργά στο σπίτι του με το απλοϊκό, αλλά τόσο δύσκολο να απαντηθεί, ερώτημα του παλιού συμμαθητή, να τον απασχολεί, να καταντάει ώρες – ώρες βασανιστικό . «Δεν μπορεί να μη γράφονται κωμωδίες. Αφού είναι κομμάτι της ζωής», σκεφτόταν και βάραινε το μέσα του. Μπήκε σπίτι. Άνοιξε την τηλεόραση. Έπεσε πάνω στο τελευταίο δελτίο ειδήσεων του 24ωρου. Ένας πόλεμος που απλώνεται και φέρνει θάνατο και φτώχεια, ύστερα ακρίβεια, βιαστές ανηλίκων για καιρό ατιμώρητοι και πάνω σε όλα αυτά το μονότονο πασπάλισμα των πολιτικών με την ξύλινη γλώσσα. Άναψε τσιγάρο και κοίταξε στον καθρέφτη. «Για όλα αυτά δεν γράφονται πια εύκολα κωμωδίες; Μα αυτά δεν συνέβαιναν και παλιά;», αναρωτήθηκε. Κι εκεί που έκανε να γυρίσει την πλάτη στον καθρέφτη, σαν να άκουσε μια φωνή να του απαντάει: «Ναι… Αλλά τότε υπήρχε ελπίδα για κάτι καλύτερο. Ενώ τώρα; Κοίτα γύρω σου…». Πήγε νυχτιάτικα και χώθηκε στη βιβλιοθήκη του – πάντα έβρισκε διέξοδο στα βιβλία.

Τον βάραινε όμως το ερώτημα, δυο μέρες τώρα και το άσπρο χαρτί μπροστά του, στο απόμερο τραπεζάκι σαν να περίμενε μάταια να γεμίσει με λέξεις. Κι έπρεπε. Ο χρόνος τον πίεζε… Γιατί οι πελάτες της διαφημιστικής που δούλευε πια για τα προς το ζην, περίμεναν το κείμενο του διαφημιστικού για ένα καινούριο σεξοριάλιτι . Και δεν έχουν όρεξη για κωμωδία ή χρόνο για χάσιμο. Είναι πολλά τα λεφτά…

Τα σχόλια είναι κλειστά.