Ειδησεογραφικό site

Συρία: Οι Αμερικανοί φεύγουν (;)

2.994
Της Μαλένας Παππά 
Λίγες ώρες μετά τη συνάντηση Πούτιν – Ερντογάν στο Σότσι που κατέληξε σε συμφωνία μεταξύ Ρωσίας – Τουρκίας για αποκλιμάκωση της έντασης στη βορειοδυτική Συρία με ζώνη αποστρατικοποίησης στο Ιντλίμπ, νέο περιστατικό κατάρριψης ρωσικού αεροσκάφους ηλέκτρισε επικίνδυνα την ατμόσφαιρα στην περιοχή. Το βράδυ της Δευτέρας, ρωσικά ραντάρ στη Λαττάκεια, έχασαν το στίγμα του στρατιωτικού αεροσκάφους Ιλιούσιν Il-20 καθώς εκτελούσε πτήση στην Ανατολική Μεσόγειο, σε απόσταση 35 χιλιομέτρων από τις Συριακές ακτές και επέστρεφε στη βάση του.

Την ίδια στιγμή, τέσσερα ισραηλινά F-16 βομβάρδιζαν στόχους στη Λαττάκεια, στη Μπανιάς και στην Ταρτούς της βορειοδυτικής Συρίας, ενώ η γαλλική φρεγάτα Auvergne εκτόξευε πυραύλους εναντίον Συριακών στόχων. Το πρωί της Τρίτης, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι το μοιραίο αεροσκάφος, που μετέφερε 15 στρατιωτικούς, καταρρίφθηκε από τη συριακή αεράμυνα, η οποία είχε ενεργοποιηθεί για να αναχαιτίσει τους ισραηλινούς πυραύλους.
Αρχικά, η Μόσχα έδειξε ως υπεύθυνο για το συμβάν το Ισραήλ επικαλούμενη ότι οι ισραηλινοί πιλότοι κρύφτηκαν πίσω από το αεροπλάνο και έτσι το τοποθέτησαν στη γραμμή πυρός, ενώ κατήγγειλε ότι οι ισραηλινοί ειδοποίησαν μόλις 1 λεπτό πριν την επίθεσή τους.
Το Ισραήλ από την πλευρά του επέρριψε την ευθύνη αποκλειστικά στο καθεστώς Άσαντ για τα «πυκνά και τυφλά πυρά της συριακής αεράμυνας», υποστηρίζοντας πως όταν καταρρίφθηκε το ρωσικό αεροπλάνο, τα ισραηλινά F-16 είχαν επιστρέψει στον εναέριο χώρο του Ισραήλ, ενώ προηγουμένως είχαν επιτεθεί σε εγκατάσταση του συριακού στρατού, όπου παράγονταν όπλα που προορίζονταν για τη σιιτική οργάνωση του Λιβάνου, Χεζμπολάχ, έναν από τους πιο επικίνδυνους εχθρούς του Ισραήλ στην περιοχή.
Λίγες ώρες αργότερα ο ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν υποστήριξε ότι το ρώσικο αεροσκάφος δεν χτυπήθηκε από ισραηλινά πυρά και χαρακτήρισε την κατάρριψή του “αποτέλεσμα μίας αλυσίδας τραγικών και τυχαίων περιστατικών”, ρίχνοντας έτσι τους τόνους αλλά γεννώντας ερωτήματα ως προς τον πραγματικό υπεύθυνο της κατάρριψης δεδομένου ότι η Ρωσία προσφέρει τεχνογνωσία και ανθρώπινους πόρους στο συριακό στρατό του καθεστώτος Άσαντ.
Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία του ρώσου προέδρου με τον ισραηλινό πρωθυπουργό κατά τη διάρκεια της οποίας ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου εξέφρασε τα συλλυπητήριά του για τον θάνατο των 15 Ρώσων στρατιωτικών επιρρίπτοντας την ευθύνη για το συμβάν στη Συρία. Πρόσθεσε ότι το Ισραήλ είναι έτοιμο να παράσχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την διερεύνηση του περιστατικού και τόνισε ότι Ρωσία και Ισραήλ θα συνεχίσουν να συντονίζουν τις προσπάθειές σας. Ξεκαθάρισε ωστόσο ότι το Ισραήλ είναι αποφασισμένο να προβάλλει αντίσταση στην στρατιωτική παρουσία του Ιράν στη Συρία και να καταπολεμήσει τις προσπάθειες της Τεχεράνης να μεταφέρει οπλισμό στη Χεζμπολάχ με σκοπό να πλήξει το Ισραήλ.
Η Γαλλία δήλωσε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο μέσω του εκπροσώπου τύπου του γαλλικού υπουργείου άμυνας ότι η γαλλική φρεγάτα δεν είχε καμία ανάμειξη στην κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους, ωστόσο ρωσικά μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν ότι δημιούργησε πρόσθετες δυσκολίες.
Τέλος, ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι το ρωσικό αεροσκάφος πιθανότατα κατερρίφθει από συριακές δυνάμεις προσθέτοντας ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται κοντά στη συντριβή του ισλαμικού κράτους στην Συρία και την ευρύτερη περιοχή: «Έχουμε κάνει σπουδαία δουλειά στη Συρία και σε αυτή την περιοχή εξαλείφοντας το ISIS, για αυτό το λόγο είμαστε εκεί. Και είμαστε πολύ κοντά να ολοκληρώσουμε τη δουλειά».
Η δήλωση Τραμπ σηματοδοτεί την έξοδο των ΗΠΑ από την περιοχή, καθώς πλέον δεν υφίσταται γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Γραμμή πολύ διαφορετική από αυτήν που είχαν ακολουθήσει οι ΗΠΑ 71 χρόνια πριν. Τότε, το 1947 έτος ίδρυσης της CIA, δύο αξιωματικοί της που βρίσκονταν στην Βηρυτό, ο Άρτσι και ο Κιμ Ρούσβελτ, ξαδέρφια-εγγόνια του 26ου αμερικανού προέδρου των ΗΠΑ, διέσχισαν τα βουνά προκειμένου να συναντήσουν τον συνάδελφο τους, Μάιλς Κόπλαντ ο οποίος είχε μόλις φτάσει στην Δαμασκό.
Ο 29χρονος Άρτσι και ο 31χρονος Κιμ Ρούσβελτ θεωρούνταν ήδη βετεράνοι στον κόσμο των πληροφοριών λόγω του πλούσιου “βιογραφικού” τους σε Ιράν και γραφείο στρατιωτικών υπηρεσιών (ΟSS) αντίστοιχα. Ο Άρτσι ορίστηκε νέος επικεφαλής του σταθμού της CIA στη Βηρυτό και ο Κιμ εμφανιζόταν στον Λίβανο ως δημοσιογράφος του περιοδικού Χάρπερ.
Οι Ρούσβελτ και ο Κόπλαντ ξεκίνησαν περιοδεία στη Συρία φαινομενικά για να επισκεφτούν τα κάστρα των σταυροφόρων αλλά στην πραγματικότητα προσπαθούσαν να εντοπίσουν Σύριους σε θέσεις επιρροής με αμερικανική εκπαίδευση που πιθανώς να ήταν πρόθυμοι να τους βοηθήσουν στα καίριας στρατηγικής σημασίας σχέδιά τους. Ο σκοπός τους επιτευχθεί και μέχρι το φθινόπωρο του 1947 η Συρία είχε αποκτήσει μεγάλη σημασία για τις ΗΠΑ όχι για τους πόρους της, αλλά για τη γεωγραφική της θέση, καθώς βρίσκονταν στην πιθανή πορεία ενός αγωγού που θα αντλούσε τεράστιες ποσότητες πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία με προορισμό την Ευρώπη μέσω ενός τερματικού σταθμού στις ακτές της Μεσογείου.
Προκειμένου να διασφαλίσουν αυτό το σπουδαίο έργο οι άντρες της CIA πραγματοποίησαν δύο εξαιρετικές κινήσεις. Η μία ήταν ότι κατάφεραν να σαμποτάρουν το βρετανικό σχέδιο που το απειλούσε και η άλλη ότι κατάφεραν να επηρεάσουν σε πρωτοφανή βαθμό την τοπική πολιτική στην περιοχή, σηματοδοτώντας την αρχή του παρεμβατισμού των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Ήδη από το 1933 Σαουδική Αραβία και Αμερική, μέσω της αμερικανικής πετρελαϊκής εταιρείας Standard Oil, είχαν συνεργασία στην διερεύνηση και άντληση πετρελαίου στη Σ. Αραβία και το 1944 σχημάτισαν την κοινοπραξία, Aramco. Αν και λόγω του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, η παραγωγή ήταν περιορισμένη, ο διακεκριμένος πετρελαϊκός γεωλόγος Έβερετ Λι ΝτέΓκολερ συμπέρανε ότι τα εδάφη στην έρημο της Σ. Αραβίας μπορεί να κρύβουν έως και 100 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου μετατοπίζοντας έτσι το επίκεντρο της επιχείρησης από τον κόλπο του Μεξικού στον Περσικό κόλπο. Ο πόλεμος εμπόδιζε την Aramco από την αγορά της Άπω Ανατολής και η έλλειψη χάλυβα περιόριζε τα σχέδιά της για επέκταση, συνθήκες που δυσχέραιναν την σχέση των Αμερικανών με τον Σαουδάραβα βασιλιά, Ίμπν Σαούντ που υπολόγιζε στα έσοδα του πετρελαίου και ο οποίος υπαινίχθηκε την άρση της παραχώρησης από τους Αμερικανούς προκειμένου να την χορηγήσει στους Βρετανούς. Σε μια προσπάθεια αντιστροφής του κακού κλίματος με τον Σαουδάραβα βασιλιά, η αμερικανική κυβέρνηση του πρότεινε την επέκταση της εταιρείας στην ευρωπαϊκή αγορά αλλά και της επιρροής του στην Ιορδανία, στην Συρία και στο Λίβανο, χώρες που ανεξαρτητοποιήθηκαν σύντομα μετά τον πόλεμο, μέσω της κατασκευής του αραβικού αγωγού, Tapline, που θα μετέφερε πετρέλαιο από τα πεδία της Σ. Αραβίας στις ακτές της Μεσογείου. Παρόλο που ο αγωγός, θα χρηματοδοτούταν από την ίδια την Aramco, το σχέδιο ήταν στρατηγικά ελκυστικό στις ΗΠΑ. Κάνοντας το σαουδαραβικό πετρέλαιο φθηνότερο από το αμερικανικό στην Ευρώπη, ο αγωγός θα εξασφάλιζε ότι η μεταπολεμική ανάκαμψη της Ευρώπης θα “διασφαλιζόταν” από τους Σαουδάραβες, ενώ οι ΗΠΑ θα διατηρούσαν τα εγχώρια αποθέματά τους σε περίπτωση νέου πολέμου. Επιπλέον, το εμπόριο πετρελαίου θα επέφερε κέρδη στην Aramco η οποία στη συνέχεια θα φορολογούνταν από τις ΗΠΑ, αποκαθιστώντας έτσι μερικά από τα δισεκατομμύρια που οι ΗΠΑ επρόκειτο να δαπανήσουν για το σχέδιο Μάρσαλ, μέσω του οποίου θα προσέφεραν οικονομική βοήθεια σε ευρωπαϊκές χώρες για την ανοικοδόμηση των οικονομιών τους μετά τον πόλεμο.
Το μειονέκτημα του Tapline ήταν η αναπόφευκτη σύγκρουση ΗΠΑ- Βρετανίας καθώς ο αγωγός της Aramco θα ανταγωνιζόταν εκείνον της βρετανικής εταιρείας Iraq Petroleum Company, η οποία αντλούσε και μετέφερε το ιρακινό πετρέλαιο από το Κιρκούκ στη Χάιφα και θα επέκτεινε την  επιρροή της Σ. Αραβίας σε μια περιοχή που Ιρακινοί και Βρετανοί θεωρούσαν δική τους.
Μια εβδομάδα μετά την ομιλία Μάρσαλ στο Χάρβαρντ όπου παρουσίασε το σχέδιο του, τον Ιούνιο του 1947, ο βασιλιάς Αμπντάλα της Ιορδανίας, επισκέφτηκε τη Βαγδάτη για μία ομιλία κατά την οποία παρουσίασε ως στόχο μία επανενωμένη Συρία σε ομοσπονδία με το Ιράκ, οδηγώντας έτσι τον Μάρσαλ στο συμπέρασμα παρασκηνιακών διαβουλεύσεων από τους Βρετανούς. Στο σημείο αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο ο Κιμ Ρούσβελτ που παρενέβη για να διαλύσει το σχέδιο των Βρετανών.
Ενώ η βρετανική κυβέρνηση αρνιόταν ότι ήταν υπέρ ή κατά της πρότασης Αμπντάλα, ο Ρούσβελτ προσέγγισε τον επικεφαλής σύμβουλο του Ιορδανού βασιλιά Αμπντάλα, τον βρετανό Άλεκ Κέρκμπραϊντ, ως δημοσιογράφος του περιοδικού Harper καταφέρνοντας να του αποσπάσει κρίσιμες πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες οι Βρετανοί παρασκηνιακά υποστήριζαν την φιλοδοξία Αμπντάλα.
Γνωρίζοντας πως η είδηση ​​ότι οι Βρετανοί υποστήριζαν τον Αμπντάλα για βασιλιά μιας Αραβικής ομοσπονδίας θα εξόργιζε τους Ιρακινούς, οι Αμερικανοί μετέφεραν την πληροφορία στη Βαγδάτη. Η ιρακινή κυβέρνηση κατήγγειλε ανοιχτά το σχέδιο Αμπντάλα, καταστρέφοντάς το αποτελεσματικά. Ωστόσο, υπήρχαν κι άλλα εμπόδια για τις ΗΠΑ.
Παρά του ότι ο πρόεδρος της Συρίας, Σούκρι Αλ Κουβάτλι, είχε εγκρίνει τον Tapline, η συμφωνία προϋπέθετε και κοινοβουλευτική επικύρωση.
Προσπάθειες της Aramco, της CIA, των Ρούσβελτ και του Κόπλαντ να βρουν στήριξη ήταν χωρίς αντίκρισμα. Στις 29 Νοεμβρίου 1947, η κυβέρνηση των ΗΠΑ υπερψήφισε τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης στα Ηνωμένα Έθνη, προκαλώντας την οργή του αραβικού κόσμου και οδηγώντας τον Κουβάτλι να θέσει σε επ αόριστον αναμονή το ζήτημα της κοινοβουλευτικής επικύρωσης του Tapline. Ένα χρόνο αργότερα ωστόσο, συνάδελφος του Κόπλαντ στη Δαμασκό, ο Στίβεν Μιντ πίστευε ότι είχε βρει τον άνθρωπο κλειδί γι’ αυτό το αδιέξοδο, στο πρόσωπο του φιλόδοξου συνταγματάρχη του συριακού στρατού, Χουσνί Αλ Ζαΐμ.
Με τη βοήθεια της CIA ο Ζαΐμ ήρθε στην εξουσία στις 30 Μαρτίου 1949, και ανακοίνωσε την επικύρωση του Tapline με διάταγμα λίγες μέρες αργότερα. Ο αγωγός ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1950 και άρχισε να αντλεί πετρέλαιο τρεις μήνες αργότερα, τονώνοντας σημαντικά την συριακή οικονομία και φέρνοντας ασυναγώνιστη επιρροή των ΗΠΑ στη Συρία. Όμως η επιρροή αυτή ήταν σύντομη καθώς ο σύμμαχος της Αμερικής, πρόεδρος Άντιμπ Σισακλί, ανατράπηκε το 1954 και η χώρα “έστριψε” Αριστερά με την “βοήθεια” της Μόσχας που προσέφερε στη Συρία όπλα και δάνεια με ευνοϊκούς όρους σε αντάλλαγμα με σιτάρι και βαμβάκι.
Ύστερα από τρεις ανεπιτυχείς προσπάθειες αντί-πραξικοπημάτων με το τελευταίο να προκαλεί απειλή για πυρηνικό πόλεμο από τον σοβιετικό πρωθυπουργό Νικήτα Χρουστσόφ – στα τέλη του 1957, ο ανώτερος διπλωμάτης των ΗΠΑ στη Δαμασκό αναγνώρισε ότι δεν υπήρχε έδαφος για περαιτέρω δράση που θα απέτρεπε την συμπόρευση της Συρίας με την Σοβιετική Ένωση.
Καθώς οι ΗΠΑ δεν ήταν διατεθειμένες να διακινδυνεύσουν μία σύγκρουση με την Σοβιετική Ένωση για τη Συρία, άφησαν την αντιμετώπιση του προβλήματος στον βασιλιά Σαούντ και άλλους μετριοπαθείς Άραβες.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, η νέα γενιά δεξαμενόπλοιων, σούπερ τάνκερ αποτέλεσε πιο οικονομική και αξιόπιστη πορεία προς την αγορά από τον Tapline, του οποίου η πορεία βρέθηκε αντιμέτωπη με διακοπές είτε λόγω πολέμου, είτε λόγω μεγαλύτερων οικονομικών αξιώσεων από κράτη που διέσχιζε. Το 1976 το βορειότερο τμήμα του αγωγού, στη Συρίας και στον Λίβανο έκλεισε και οι Σαουδάραβες ολοκλήρωσαν την εθνικοποίηση της Aramco, αφήνοντας τους αμερικανούς χωρίς οικονομική συμμετοχή στην επιχείρηση.
Όμως, τα γεωπολιτικά γεγονότα που κατέστησαν τη Συρία αρένα τη δεκαετία του ’40 και του ’50 συνέχισαν να υφίστανται, καθώς η χώρα βρίσκεται μεταξύ του Περσικού Κόλπου και της Ευρώπης.
Το 2009 ο Άσαντ απέρριψε πρόταση του Κατάρ για αγωγό φυσικού αερίου μέσω Συρίας, υπέρ ενός αγωγού που θα συνέδεε τα ιρανικά πεδία πετρελαίου με τη Μεσόγειο για πρώτη φορά, δημιουργώντας έναν άκρατο δεσμό με τους προστάτες του στην Τεχεράνη.
Μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου το 2011 και την χρήση χημικών όπλων κατά του λαού από τη συριακή κυβέρνηση, το Κατάρ και άλλα κράτη αρνητικά διακείμενα προς τον Άσαντ ανέμεναν την παρέμβαση των ΗΠΑ που όμως δεν ήρθε ποτέ καθώς πλέον δεν υπήρχε γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Επιπλέον λόγοι για την αδράνεια των ΗΠΑ είναι η “πικρή” εμπειρία από το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη. Αποτρεπτικά λειτουργεί και το ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να γίνονται πιο ανεξάρτητες στον τομέα της ενέργειας ενώ ταυτόχρονα διατηρούν και στενές σχέσεις με την Σαουδική Αραβία και τις χώρες του Κόλπου και επικεντρώνονται στο να εμποδίζουν την ανάπτυξη πυρηνικών από τοπικές ισλαμικές δυνάμεις, όπως το Ιράν.
Έτσι ουσιαστικά οι Αμερικανοί φαίνεται να παραχωρούν τη Συρία στη Ρωσία, αφήνοντας στον Πούτιν τη δυνατότητα ελέγχου του συριακού διαδρόμου και πιθανώς ενός μελλοντικού μονοπώλιου στον τομέα της ενέργειας στην Ευρώπη, περνώντας του όμως και το καίριο για τις ΗΠΑ ζήτημα της καταπολέμησης των Τζιχαντιστών.

 

Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας που εκδόθηκε 22 Σεπτεμβρίου 2018. 

 

Τα σχόλια είναι κλειστά.