Του Χρήστου Χωμενίδη

“Ο ολλανδικός λαός με θαυμαστή ωριμότητα ενεργοποίησε τα αντιναζιστικά αντανακλαστικά του, ανέτρεψε τις προβλέψεις και ανέκοψε την πορεία της Ακροδεξιάς προς την εξουσία.”

Διάβασα κι άκουσα την παραπάνω φράση σε δεκάδες παραλλαγές τις τελευταίες ημέρες. Και ασφαλώς συμφώνησα με όσους μού την είπαν. Στους ταραγμένους μας καιρούς, η οποιαδήποτε αντίρρηση θα έθετε εν αμφιβόλω το δημοκρατικό μου φρόνημα. Θα με κατέτασσε έστω στην κατηγορία του Στέλιου Κούλογλου, του ευρωβουλευτή μας ο οποίος προσέβλεπε σε νίκη του Χερτ Βίλντερς φαντασιωνόμενος ότι έτσι θα χαλάρωναν οι απαιτήσεις των θεσμών για το κλείσιμο της αξιολόγησης…

Στην πραγματικότητα, βρίσκω την παραπάνω φράση εντελώς λανθασμένη. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν ώριμοι και ανώριμοι λαοί, έξυπνοι και ηλίθιοι, γενναίοι και δειλοί. Ο πληθυσμός της κάθε χώρας είναι ένα άκρως ετερόκλητο χαρμάνι. Το εκλογικό σώμα, παντού και πάντα, περιλαμβάνει κοινωνικές τάξεις, επαγγελματικές συντεχνίες, θρησκευτικές ή και εθνοτικές ομάδες, οι οποίες έχουν αλληλοσυγκρουόμενα αιτήματα, αντίθετες ιδέες και εμμονές. Ο κάθε πολίτης, στην πραγματικότητα, εμφορείται από αντιφατικές αντιλήψεις. Αποφασίζει για την ψήφο του μέσα από μια εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία στην οποίαν υπεισέρχονται ως παράγοντες η οικογενειακή παράδοση, το προσωπικό συμφέρον, η γοητεία που ασκεί ο τάδε ή ο δείνα ηγέτης, το “ρεύμα” του κάθε κόμματος, ακόμα και απρόβλεπτα γεγονότα της τελευταίας στιγμής.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι -αλίμονο!- οι ανθρώπινοι πληθυσμοί δεν διακρίνονται για την ιστορική τους μνήμη ούτε για τα αταλάντευτα φρονήματά τους. Αλλιώς δεν θα είχαμε στο χωριό Δίστομο εκατό ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής.

Είναι συνεπώς χαοτική εξίσωση η διαμόρφωση της λαϊκής βούλησης; Φοβάμαι ότι προς τα εκεί τείνει. Η νύχτα στην πολιτική μπορεί να γίνει μέρα χάρη σε ένα πυροτέχνημα. Η κοινωνία είναι ικανή να ερωτευτεί τον οποιανδήποτε σχεδόν “χαρισματικό”, μπερδεύοντας τη σκιά του με το μπόι του.

Ας δούμε -από κάποια σήμερα απόσταση- τι συνέβη στην Ελλάδα στις αναμετρήσεις των τελευταίων ετών.

Τις εκλογές του 2004 κέρδισε θριαμβευτικά η Νέα Δημοκρατία. Ο Κώστας Σημίτης είχε παραδώσει μερικές εβδομάδες ενωρίτερα το Πασόκ στον Γιώργο Παπανδρέου, τον δημοφιλέστερο από τους υπουργούς του, ώστε να μην ηττηθεί προσωπικά -και ταπεινωτικά- από τον Κώστα Καραμανλή.

Του άξιζε μια ταπείνωση; Αντικειμενικά όχι. Η Ελλάδα έμοιαζε να πλέει πλεισίστια προς τους Ολυμπιακούς Αγώνες, η οικονομία φάνταζε ισχυρή, η ευρύτατη μεσαία τάξη διαβίωνε πιό ξένοιαστα παρά ποτέ. Πριν μού αναφέρετε το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου, θα σας θυμίσω ότι το κραχ στην οδό Σοφοκλέους -όπου έδρευε τότε- συνέβη το φθινόπωρο του 1999. Την άνοιξη του 2000 στήθηκαν κάλπες και το Πασόκ επικράτησε, βραχεία έστω κεφαλή.

Γιατί λοιπόν οι Έλληνες τού γύρισαν την πλάτη το 2004; Διότι απλούστατα το είχαν βαρεθεί! Οι ίδιες και οι ίδιες φάτσες επί οκτώ χρόνια να μετακινούνται από υπουργείο σε υπουργείο τούς είχαν κουράσει. Ο ίδιος ο Σημίτης, με τη μονότονη φωνή του, να εγκαινιάζει λεωφόρους και αεροδρόμια κάνοντας σαρδάμ, να παρακολουθεί κουλτουριάρικες ταινίες στον κινηματογράφο “Έμπασσυ” του Κολωνακίου, δεν τους φαινόταν πλέον αναγκαίος εγγυητής τού καλώς έχειν τους. Ήθελαν έναν πρωθυπουργό με ρωμέικη ιδιοσυγκρασία, με αγάπη στα μεζεκλίκια και στο καλό κρασί, έναν δικό τους άνθρωπο στο Μέγαρο Μαξίμου. Τον βρήκαν στο πρόσωπο του Κώστα Καραμανλή.

Το καλοκαίρι του 2007, ο βιότοπος της Πάρνηθας γινόταν στάχτη και η Δυτική Πελοπόννησος παραδιδόταν στους εμπρηστές, με τον αρμόδιο υπουργό Βύρωνα Πολύδωρα να τα βάζει με τον “στρατηγό άνεμο”. Ο Καραμανλής εμφανίστηκε στο κέντρο επιχειρήσεων με βαρύ γιλέκο εκστρατείας εν μέσω καύσωνα. Διαβεβαίωσε τους πολίτες πως αγρυπνεί στις επάλξεις και λίγο αργότερα προκήρυξε εκλογές. Τις οποίες και κέρδισε!

Οι άνθρωποι της πιάτσας θα απέδιδαν τη νίκη του εν μέρει στα χιλιάρικα που μοιράζονταν σε όποιον σχεδόν δήλωνε πυρόπληκτος. Κι ακόμα περισσότερο στον μηχανισμό διορισμών, τακτοποιήσεων, εξυπηρετήσεων, ο οποίος λειτουργούσε αποδοτικότερα από κάθε άλλη κρατική δομή. Οι αποστασιοποιημένοι από την καθημερινή τύρβη, οι θεωρητικοί, θα ανέλυαν για ποιούς λόγους δεν έπεισε ο Γιώργος Παπανδρέου ως αντίπαλον δέος. Οι γνώστες, απ’ την άλλη, της ψυχολογίας του κόσμου θα έδιναν την πιό απλή και πειστική εξήγηση: Ο Κώστας Καραμανλής δεν είχε ακόμα εκπέσει στα μάτια των ψηφοφόρων. Εξακολουθούσε να τους πείθει πως κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για εκείνους, ανεξαρτήτως αποτελέσματος.

Τον Σεπτέμβριο του 2009, ο Καραμανλής ανακοίνωσε με διάγγελμα ότι η πατρίδα έχει μπει στη δίνη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και ζήτησε την ανανέωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του. Η λογική αντίδραση των πολιτών θα ήταν να τον ψηφίσουν, ώστε να βγάλει εκείνος το φίδι από την τρύπα. “Εσύ μάς καθησύχαζες μέχρι πρόσφατα!” να του πουν. “Εσύ τώρα, στα δύσκολα, δείξε μας τι αξίζεις…”.

Φευ! Το 2009, οι Έλληνες προτίμησαν το Πασόκ. Αγνόησαν τη ζοφερή πραγματικότητα, όπως την αποτύπωναν οι ειδήσεις και όλοι οι επαΐοντες, και αφέθηκαν στην υπεραισιοδοξία του ΓΑΠ. Του οποίου οι ιδέες ακούγονταν πράγματι καινοτόμες, ελκυστικότατες. Μονάχα που αναφέρονταν σε μια χώρα άλλη από την Ελλάδα…

Την άνοιξη του 2012, το ελληνικό πολιτικό τοπίο είχε σαρωθεί από τον άνεμο των μνημονίων. Η Κεντροαριστερά μολοντούτο -εάν τη δούμε ως άθροισμα των ψηφοφόρων Πασόκ και Δημάρ- παρέμενε πρώτη δύναμη. Ενώ η Νέα Δημοκρατία κατρακυλούσε στο ναδίρ της, συγκεντρώνοντας μόλις 19%. Θεμιτό να τιμωρήσουν οι ψηφοφόροι της Δεξιάς τον Αντώνη Σαμαρά ύστερα από την -ανακόλουθη με τα “Ζάππεια”- αιφνίδια μνημονιακή στροφή του. Παράδοξο να εμπιστευτούν τον Πάνο Καμμένο, ο οποίος ρητόρευε ακατάσχετα για ψεκασμούς, υδατάνθρακες -εννοώντας τους υδρογονάνθρακες- και για πετρέλαια στο υπέδαφος των θαλασσών μας, τα οποία θα μάς έκαναν όλους πάμπλουτους στο άμεσο μέλλον. Και όμως. Ο Πάνος Καμμένος κατέγραψε τον Μάιο του 2012 ποσοστό 10,6%! Από τα τρία δε κόμματα της Αριστεράς πήρε τότε κεφάλι ο Σύριζα του Αλέξη Τσίπρα. Υιοθετώντας ασμένως τη ρητορική των “Αγανακτισμένων”, τον “νεοαυριανισμό”. Προδίδοντας με αφοπλιστική ευκολία τη φιλευρωπαϊκή παρακαταθήκη και τη συναινετική κουλτούρα του ΚΚΕ εσωτερικού.

Ένα μήνα αργότερα, στις επαναληπτικές εκλογές -τις οποίες προκάλεσε ο Φώτης Κουβέλης με την άρνησή του να συμπράξει σε κυβέρνηση συνασπισμού ΝΔ-Πασόκ-Δημάρ έστω και αν του πρόσφεραν τη θέση του πρωθυπουργού- η Νέα Δημοκρατία εκτινάχθηκε στο 30% σχεδόν. Ο Αντώνης Σαμαράς εγκαταστάθηκε αυτοδικαίως στο Μαξίμου. Και ο Κουβέλης πείστηκε να τον στηρίξει…

Το επόμενο κεφάλαιο της πολιτικής μας οπερέτας γράφτηκε στα τέλη του 2014. Ενώ η Ελλάδα έμοιαζε να αφήνει πίσω της τα μνημόνια, η οικονομία να παίρνει επιτέλους την ανιούσα, ο Αλέξης Τσίπρας -με αφορμή την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας- ανέτρεψε την κυβέρνηση Σαμαρά και επεκράτησε στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015.

Πίστευε πράγματι ο Τσίπρας ότι θα μεταμόρφωνε την Ευρώπη; Η εμπιστοσύνη που έδειξε στον κύριο Γιάνη Βαρουφάκη το καθιστά κι αυτό πιθανό… Πιό ενδιαφέρουσα ωστόσο είναι η συμπεριφορά των πολιτών: Ενώ στο δημοψήφισμα του Ιουλίου εκφράστηκαν επαναστατικά εναντίον της ευρωπαϊκής κηδεμονίας, μόλις ο Αλέξης Τσίπρας έκανε -πριν αλέκτωρ φωνήσαι- γαργάρα τη ρήξη του με το ξένο κατεστημένο και σύρθηκε στο τρίτο μνημόνιο αντί να τον αποκαθηλώσουν χλευάζοντάς τον, τον ξαναψήφισαν. Οι πιστοί στο ριζοσπαστικό πρόταγμα του Σύριζα, Παναγιώτης Λαφαζάνης και Ζωή Κωνσταντοπούλου, δεν κατάφεραν καν να μπουν στη Βουλή!

Ένας κυνικός φιλόσοφος θα έλεγε ότι οι εκλογείς συστηματικά επιλέγουν τα λάθος κόμματα, για τους λάθος λόγους, τη λάθος στιγμή. Ακόμα και αν το αποτέλεσμα της λαϊκής ψήφου είναι κάποτε επωφελές αυτό συμβαίνει κατά λάθος.

Αποστασιοποιημένα βλέποντάς το, δεν θα είχε άδικο.

Η ένσταση έχει εκφραστεί εδώ και δεκαετίες από τον Ουίνστον Τσώρτσιλ: Η δημοκρατία είναι το χειρότερο δυνατό πολίτευμα, με μόνη διαφορά ότι τα υπόλοιπα είναι ακόμα πιό κακά. Συν μία ακόμα: Στη δημοκρατία, οι λαοί υφίστανται τις συνέπειες των δικών τους επιλογών. Το δικαίωμα τους στην αστοχία είναι ιερό. Και αναφαίρετο.

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας