Ειδησεογραφικό site

Νίκος Τσιαντάκης, η «μπαλαδόφατσα» με τις σέντρες πάρε… βάλε

175

20 ΟΚΤΩΒΡΗ 1963, γεννήθηκε ο Νίκος Τσιαντάκης. Όταν λέμε Τσιαντάκης, έρχεται στο μυαλό η καταπακτή που έβγαιναν οι παίκτες στον αγωνιστικό χώρο και ακουγόταν η παλιά έκδοση του ύμνου του Ολυμπιακού στο φαληρικό γήπεδο, τα τσιμέντα στις εξέδρες, οι κούρσες του από τα πλάγια (δεξιά και αριστερά) με το σκάμμα να είναι δίπλα στο πλάγιο, το στρώμα για άλμα εις ύψος πίσω από το πέταλο, όλες εκείνες οι δύσκολες και συνάμα νοσταλγικές στιγμές της δύσκολης «ερυθρόλευκης» δεκαετίας.


Τα πρώτα βήματα
Μπορεί να γεννήθηκε στο Γοργογύρι Τρικάλων αλλά ποδοσφαιρικά ανδρώθηκε στο… Περιστέρι. Ήταν αμούστακο παιδάκι όταν τον πρωτοπήγε ο θείος του στα «τσικό» του Ατρομήτου και τον ανέλαβε ο Μάνος Σταματάκος, παλιά δόξα του Ατρομήτου και προπονητής τότε των μικρών! Στην οδό Γιαννιτσών, στο φημισμένο «ξερό» γήπεδο, υποδέχθηκε τον πιτσιρικά. «Πώς σε λένε;» τον ρώτησε. «Νίκο Τσιαντάκη, κύριε, και είμαι 12 χρονών». Ο Σταματάκος δεν πίστευε στ’ αυτιά του! Εκτιμούσε βάσει σωματοδομής και δύναμης ότι ο μικρός είναι τουλάχιστον 14. Η πρόοδος του μικρού Νικόλα είναι αλματώδης. Μαθαίνει ένα πιο κανονιστικό ποδόσφαιρο, μπαίνει στο ρεπερτόριό του η τακτική και σε συνδυασμό με το φυσικό ταλέντο και την άριστη φυσική κατάσταση δεν αργεί και η ένταξή του στα μικρά εθνικά κλιμάκια. Ο μικρός κάνει θαύματα με την ομάδα Νέων του Ατρομήτου, ρουφάει σαν σφουγγάρι τις εμπειρίες των μεγαλύτερων, ακούει τον προπονητή, δείχνει και μια ξεχωριστή ποιότητα στον χαρακτήρα, εκ διαμέτρου αντίθετη με το μότο της εποχής που ήθελε τους ποδοσφαιριστές αποκλειστικά αμόρφωτους και άξεστους τύπους.
Την εποχή που οι μισθοφόροι που είχε αποκτήσει η ομάδα του Περιστερίου… λάκισαν για οικονομικούς λόγους, τη σεζόν 1980-81, και ενώ η ομάδα ήταν στον βυθό της βαθμολογίας της Α’ εθνικής, ο τότε προπονητής Κώστας Καραπατής σε ματς με τον Εθνικό έκανε αλλαγή τον βετεράνο Γιώργο Βασιλόπουλο με τον… άσημο Νικόλα. Όλοι αναρωτήθηκαν «μα τι κάνει ο γεροξεκούτης;» κατάπιαν τη γλώσσα τους όταν τον είδαν να… χαϊδεύει την μπάλα στην πρώτη του επαφή. Ένα αστέρι στον Περιστεριώτικο ουρανό είχε μόλις γεννηθεί!
Στις 14 Ιουνίου 1981 στο Στάδιο «Καραϊσκάκης», ο Ολυμπιακός γιόρταζε το «ματωμένο» πρωτάθλημα. Τριάντα χιλιάδες κόσμος παρακολουθεί τον πιτσιρίκο του Ατρομήτου να ταλαιπωρεί την άμυνα του Ολυμπιακού, να ντριπλάρει, να πασάρει, να σουτάρει. Έπαιξε κόντρα στην ομάδα που έμελλε να αγωνιστεί στο μεγαλύτερο κομμάτι της καριέρας του και ο Γκόρσκι ρώτησε αμέσως ποιος είναι διότι ξετρελάθηκε με αυτά που έβλεπε. Οι πλαγιοκοπήσεις του, η εξαιρετική τεχνική του, όπως και οι σέντρες του, τον έκαναν να ξεχωρίζει. Έβγαζε πάθος, έδινε τα πάντα και… μίλαγε στο τόπι. Ο Ατρόμητος ήθελε πολλά, ο προπονητής έφυγε, το ενδιαφέρον ατόνησε ενώ εκείνη τη χρονιά μπήκε και στο Τμήμα Φυσικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Η μεγάλη καριέρα και τα «πέτρινα» χρόνια
Οι εξαιρετικές του εμφανίσεις δεν άφησαν ασυγκίνητους τους μεγάλους του κέντρου. Ο μύθος λέει ότι ο τότε καπετάνιος Γιώργος Βαρδινογιάννης τον είχε καπαρώσει για να τον ντύσει στα «πράσινα», ο Ολυμπιακός του Νταϊφά και η ΑΕΚ του Ζαφειρόπουλου καραδοκούσαν όμως έκανε την έκπληξη ο Πανιώνιος και τον έντυσε στα «κυανέρυθρα» το καλοκαίρι του 1985. Εκεί με τον έτερο… Καππαδόκη Τεοντόρ Μπαρζόφ έκαναν… παπάδες! Σε ένα ματς-ωδή στον βασιλιά των σπορ στο ΟΑΚΑ τη σεζόν ’85-‘86 απέναντι στον Ολυμπιακό, τελικό σκορ 4-3 υπέρ των «ερυθρολεύκων», έκανε ίσως το ματς της ζωής του. Έτσι, τον Δεκέμβρη του 1987 στο… Κοσκωτικό παιδομάζωμα τον έντυσαν οι Πειραιώτες στα «ερυθρόλευκα». Η ατυχία του ήταν ότι συνέπεσε η ποδοσφαιρική του ακμή με την αντίστοιχη παρακμή των «κόκκινων», εν τούτοις σημαντικά γκολ, όπως στον προημιτελικό με την Καλαμαριά του Κουσουλάκη το 1988, το γκολ-οβίδα στην πρεμιέρα με ΑΕΚ του Μπάγεβιτς στο θριαμβευτικό 4-2 του 1991 ή το τσαμπουκαλίδικο γκολ με τον Ηρακλή μέσα σε ένα ντέρμπι στο λασπωμένο «Καυτανζόγλειο» θα μείνουν χαραγμένα για πάντα στις «ερυθρόλευκες» μνήμες. Το 1995 και μετά από 8 χρόνια στο λιμάνι της καρδιάς του, αφού από μικρός δεν είχε κρυώσει ποτέ την αγάπη του για τον Ολυμπιακό, ανηφόρισε για Θεσσαλονίκη και εκεί ντύθηκε στα «κίτρινα» του Άρη για έναν χρόνο. Ιωνικός, ΟΦΗ και τέλος Εθνικός Αστέρας ολοκλήρωσαν μια καριέρα γεμάτη συγκινήσεις, πόνο, δάκρυα αλλά και ευτυχισμένες στιγμές, όπως η καταξίωση σε πανελλήνιο επίπεδο και αποθέωση του αγαπημένου Νικόλα σε ματς της Εθνικής μας στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα από οπαδούς του άσπονδου… φίλου των «ερυθρολεύκων», του ΠΑΟΚ.


Απολογισμός
«Το πιο σημαντικό πράγμα που μου άφησε η ποδοσφαιρική πορεία είναι η αγάπη και η εκτίμηση που έχει ο φίλαθλος κόσμος για εμένα. Εκτιμάται ο χαρακτήρας και αυτά που πρόσφερα στους αγωνιστικούς χώρους. Κάνοντας τον απολογισμό αυτό είναι σημαντικό. Το ζω από τους φιλάθλους όλων των ομάδων, “ήσουν παικταράς και καλό παιδί” μου λένε. Είναι πιο δύσκολο να παραμείνεις στην κορυφή παρά να φτάσεις και ο μεγαλύτερος αγώνας είναι η προσπάθεια που κάνεις έξω από το γήπεδο».

Τα σχόλια είναι κλειστά.