Ειδησεογραφικό site

Nick Cave: Η sold out συναυλία στην Αθήνα και οι προηγούμενες αξέχαστες εμφανίσεις

104

Λίγες ημέρες πριν από τα γενέθλιά του, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο άγνωστος τότε Νικ Κέιβ εμφανίζεται για πρώτη φορά στο γήπεδο του Σπόρτινγκ, στην πρώτη καθαρά πανκ συναυλία, ανάμεσα σε τύπους με ξεφτισμένα T-shirts και τεράστιες βάτες: φανερά πιωμένος, με ένα βρόμικο, ξεχειλωμένο σακάκι και φαρδύ δερμάτινο μπουφάν, αγκαλιάζει το μικρόφωνο απελπισμένα. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς τραγουδάει ο άγνωστος τότε νέος -ένα μείγμα από άγρια λυρικούς στίχους με την υπογραφή του τσαμπουκά Μικ Χάρβεϊ-, αλλά φτιάχνει πιστούς. Εχουν ήδη προηγηθεί επικοί καβγάδες στα παρασκήνια και στο αεροδρόμιο με τη μάνατζέρ του και τον διοργανωτή της συναυλίας, τον οποίο μάλιστα ο Κέιβ χαιρέτισε με δυο γερές… δαγκωνιές, όπως μαρτύρησε εκείνος αργότερα. Ούτε όμως στο ξενοδοχείο τον υποδέχονται με ιδιαίτερη θέρμη, αφού έχει την τάση να φιλοξενεί αρκετά κορίτσια στο δωμάτιό του και μια-δυο φορές τον είχε πάρει ο ύπνος στα παγκάκια πίσω από το «Κάραβελ». Ο Νικ Κέιβ είναι ένας από τους πιο άγριους πανκ-ροκάδες που έχουν καταφθάσει στη χώρα, αλλά έκτοτε έχει αφήσει την υπογραφή του όχι μόνο στα στήθη των όμορφων κοριτσιών, αλλά και στις ελληνικές συνειδήσεις. Το όνομά του δεν ξεχνιέται, ούτε το ταλέντο του, τα δε τα χρόνια που έχουν
μεσολαβήσει από εκείνη τη συναυλία, ακόμα και τις στιγμές που το βρετανικό ή ευρωπαϊκό κοινό δείχνει, προς στιγμή, να τον ξεχνά, οι Ελληνες τον υποδέχονται πάντα με ιδιαίτερη θέρμη.

Από τότε, παραδοσιακά, ο ίδιος θα γιορτάζει τα γενέθλιά του με μια συναυλία στο ελληνικό έδαφος – και με τα απαραίτητα τσίπουρα να δοξάζουν το διάσημο πλέον όνομα που έχει συνδεθεί για πάντα με τα Εξάρχεια και την Αθήνα.

Από συναυλία το 1989 στο Ρόδον

Δεν είναι και λίγο για έναν καλλιτέχνη να επιστρέφει με διαφορετικά σχήματα -τότε με τους Birthday Party, αργότερα μόνος, μετά με τους Bad Seeds- και να ξεσηκώνει διαφορετικές γενιές με ετερόκλητα ακούσματα. Το αγόρι που ξέρει να μετατρέπει σε τέχνη ακόμα και τα πιο τραγικά γεγονότα, όπως τον πρόωρο θάνατο του γιου του, μοιάζει να μεγαλώνει με τον τρόπο που μπορούν μόνο οι σπουδαίοι καλλιτέχνες: συνθέτοντας και τραγουδώντας τη μουσική που πραγματικά αγαπά, έξω από τις συνθήκες των πιασάρικων επιτυχιών, εμμένοντας στη δική του καθαρόαιμα δημιουργική συνθήκη – και με τις γενναίες δόσεις πειραματισμού που απεχθάνεται η μουσική βιομηχανία. Εξ ου και το τελευταίο του άλμπουμ με τίτλο «Skeleton Tree», το οποίο ακούγεται ως ένας διαρκής θρήνος πάνω στον τάφο του μικρού Αρθουρ, ως ένας σκοτεινός-ποιητικός φόρος τιμής για το ακατανόητο γεγονός του θανάτου, μια ποιητική οιμωγή και μια απευθείας τολμηρή συνομιλία με το θείο. Αλλωστε με τον Θεό είχε πάντα στενές σχέσεις ο Κέιβ, όχι μόνο ως ένας Αυστραλός προτεστάντης που ήξερε απέξω την ποιητική γλώσσα της Βίβλου, αλλά ως ένας δημιουργός που έπρεπε να ευχαριστήσει κάποιον για τα εξαιρετικά ευεργετικά πάρε-δώσε με τη μούσα. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς τέτοιο οίστρο επί σαράντα χρόνια, όχι μόνο με εμπνευσμένα άλμπουμ, αλλά ακόμα και με βιβλία -«Ο θάνατος του Μπάνι Μανρό» είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Τόπος- με σενάρια ταινιών, με ποίηση, με μουσική, με μουσικοεικαστικά εγχειρήματα όπως το «Grinderman».

Σε αυτό, ωστόσο, είχε και συνενόχους, αφού ήταν οι αλλόκοτες συνεργασίες με τον πιστό του φίλο, μουσικό, δημιουργό και κιθαρίστα Γουόρεν Ελις που τον οδήγησαν σε μια σειρά από πειραματικά projects τα οποία ακόμα χαρακτηρίζουν το έργο του και τη νέα του φάση με τους Bad Seeds. Μαζί με τον Ελις πέρασε και το βαρύ πένθος, όπως φαίνεται στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «One More Time With Feeling», το οποίο ρίχνει φως στη μουσική ιδιοφυΐα και τον εσωτερικό κόσμο του Κέιβ. Είναι φανερός ο παρηγορητικός και αγαπησιάρικος τρόπος του, ο οποίος προσεγγίζει με πειράγματα τον φίλο του κάθε φορά που εκείνος το έχει ανάγκη. Οσο για τον ίδιο τον Κέιβ, δεν φοβάται, παρά τη γνωστή του αντιπάθεια για τον φακό και τους δημοσιογράφους, να εκτεθεί. Είναι η πρώτη φορά που επιτρέπει στον εαυτό του να καταρρεύσει μπροστά στην κάμερα και να δείξει τα ανθρώπινα όρια ενός δημιουργού που οτιδήποτε έκανε και άγγιζε, πάντοτε υπερέβαιναν τη θνητή συνθήκη της μετριότητας. Οταν πριν από επτά χρόνια τον είχαμε συναντήσει στο Λονδίνο, στα στούντιο των Bad Seeds, μόλις είχε ολοκληρώσει τη συγγραφή του βιβλίου του και διάβαζε αποκλειστικά ποίηση, μας είχε εξομολογηθεί την ανάγκη του να ζήσει μια πιο οικογενειακή ζωή και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη δημιουργία: να είναι απλώς ήρεμος και στοργικός. Ηταν τότε που χαιρόταν την παρέα των δίδυμων γιων του και την ανεμελιά μιας ήδη δοξασμένης καριέρας μονίμως στο ζενίθ. Είχε τελειώσει με τις εξαρτήσεις και είχε φροντίσει να αφήσει πίσω του τις μέρες που τα έσπαγε στο Βερολίνο, στο Κρόιτσμπεργκ, ακολουθώντας τα χνάρια του Μπόουι και του Ιγκι Ποπ, χωμένος στις παραισθήσεις και την ηρωίνη. Καμία επίσης σχέση με τις εποχές της κόκας και του σαμανισμού, με όλα αυτά τα μετα-θρησκευτικά και μαγικά παράδοξα που είχε βιώσει στη μακρινή Βραζιλία κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Ο βραζιλιάνικος Τύπος επαναλαμβάνει, όποτε του δίνεται η ευκαιρία, τη δυσάρεστη εμπειρία που είχαν με τον Κέιβ και τους Bad Seeds όταν τα είχαν κάνει γυαλιά καρφιά σε ένα εστιατόριο στο Ρίο, έως ότου βγήκε από την κουζίνα ένας θεόρατος μάγειρας και τους πέταξε έξω αναγκάζοντας τούς εκεί δημοσιογράφους να κηρύξουν για πάντα τον πόλεμο στον άγριο ροκ σταρ.

Από συναυλία το 1989 στο Ρόδον

Εκείνα τα χρόνια η φήμη του ως κακού παιδιού είχε φτάσει κυριολεκτικά στις άκρες του πλανήτη, κάτι που, όπως μας έλεγε, ήθελε να ξεχάσει για πάντα προκειμένου να ανακαλύψει μόνο τις στυλιστικές και όχι τις καταραμένες στιγμές της έμπνευσης. Αλλά τελικά ένας δημιουργός που τον έθρεψαν, κατά κύριο λόγο, η απώλεια και ο πόνος, δεν μπορεί παρά να είναι έρμαιο της μοίρας του, τραγικής ταυτόχρονα και γενναιόδωρης περίπου, όπως συνέβη στον βασιλιά Οιδίποδα. Επτά χρόνια -μαγικός και καταραμένος αριθμός αν το σκεφτείς- από τότε που μιλούσε δίπλα μας στο κέντρο του Λονδίνου, ο 15χρονος γιος του Νικ Κέιβ, Αρθουρ, θα έπεφτε από έναν βαθύ γκρεμό κοντά στη θάλασσα του Μπράιτον υπό την επήρεια ναρκωτικών, τα οποία δοκίμαζε για πρώτη φορά. Το DNA του περίεργου και οριακού πατέρα αποκαλύφθηκε με τον πιο τραγικό τρόπο στη μοίρα του γιου, που θα βρεθεί στο κενό έχοντας ήδη βιώσει έντονες παραισθήσεις- πολύχρωμες εκρήξεις στον ουρανό, τον οποίο προσπάθησε να φτάσει πετώντας. Η βουτιά του γιου του στα σκοτάδια και τον θάνατο ήταν αρκετή για να ρίξει τον Κέιβ στα βάραθρα κάνοντάς τον να γράψει το πιο οδυνηρό αλλά και ουσιαστικό CD της δεύτερης φάσης της καριέρας του: το «Skeleton Tree» είναι η απάντηση για το τι ακριβώς μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης όταν κάτι τόσο τραγικό απειλεί να τερματίσει όχι μόνο την καριέρα του αλλά και την πορεία της ζωής του.

Με την ίδια μεγαλεπήβολη έμπνευση που οδήγησε τον Μπόουι στο να σκηνοθετήσει τον θάνατό του στην τελευταία δουλειά του, ο Κέιβ βγάζει το δέρμα του πατρικού πόνου και φοράει αυτό του συνθέτη, δίνοντας όση δύναμη του έχει απομείνει μόνο στη δουλειά του. Μέσα από τον νέο δίσκο βρίσκει φωνή και κουράγιο και μαζί με τη σύζυγό του- μοντέλο, η οποία πρωταγωνιστεί και στο εξώφυλλο του προηγούμενου αριστουργηματικού «Push the Sky Away», αποφασίζει να γίνει ένας άλλος. Ακόμα και αν δεν μπορεί να τελειώσει την ηχογράφηση στο αγαπημένο του Μπράιτον, αφού είναι το μέρος όπου σκοτώθηκε ο γιος του, ξέρει ότι πρέπει να προχωρήσει και να γίνει και καλά.

Από συναυλία στο Λυκαβηττό το 2006

«Αποφασίσαμε με τη γυναίκα μου από δω και πέρα να είμαστε μόνο χαρούμενοι», δηλώνει με αποφασιστικότητα βάζοντας μια άγνωστη λέξη για πρώτη φορά στο λεξιλόγιο του: τη χαρά. Στα νέα του εγχειρήματα συμπεριέλαβε όχι μόνο χαρμόσυνες εξόδους, πάντα όμως με ένα παγωμένο χαμόγελο, αλλά και έναν δίσκο, ένα γκράφικ νόβελ και κάτι στίχους που έχει στα σκαριά. Κάπως έτσι αποφάσισε να συνεχίσει και την περιοδεία με τους Bad Seeds, που θα τον (ξανα)φέρει στα μέρη μας στις 16 Νοεμβρίου στο πλαίσιο της περιοδείας και της προώθησης του νέου τους άλμπουμ με τις καλύτερες στιγμές τους – μέχρι την κυκλοφορία του επόμενου. Ο νέος Κέιβ φαίνεται να αποκτά ένα ιδιόμορφο χιούμορ, αυτό που λένε πως τελικά κερδίζει κανείς ύστερα από ένα τραγικό γεγονός, και μεγαλύτερη συμπόνια, τέτοια που τον έκανε να δηλώσει ότι πονάει ακόμα και με την κατάσταση στην Ελλάδα. Οι πολιτικές δηλώσεις δεν του άρεσαν ποτέ, αλλά τώρα τα πάντα φαίνονται λιγότερο απειλητικά πάνω και κάτω από το τραπέζι.

Ακόμα και στους τοίχους του σπιτιού του δεσπόζουν πλέον πανάκριβα έργα τέχνης αντί για φτηνά εξώφυλλα περιοδικών, φωτογραφίες πορνοστάρ και θρησκευτικών εικόνων τις οποίες φρόντιζε πάντα να κρεμάει δίπλα-δίπλα. Ο νέος Κέιβ είναι επίσης λιγότερο αθυρόστομος και πιο συγκαταβατικός, αλλά πάντα με τις ίδιες δόσεις ευαισθησίας που έκαναν το ελληνικό κοινό να ερωτευτεί τις μπαλάντες του, τους ροκάδες να γίνουν ξαφνικά ποιητές και τις γυναίκες να γοητευτούν από έναν αδιανόητα αδύνατο και ανοικονόμητα ψηλό, σκοτεινό τύπο. Οσα χρόνια και αν περάσουν, όποιοι εφήμεροι αστέρες να κερδίζουν ξαφνική δόξα, ο γερόλυκος Κέιβ, όσο χτυπημένος και πονεμένος και αν είναι, θα επιστρέφει στα μέρη μας για να επιβεβαιώσει τον ανεξίτηλο έρωτά μας. Προφανώς και τον κέρδισε άξια, με το πάντοτε αιρετικό σπαθί του.

Από συναυλία στη Θεσσαλονίκη το 1995

Τα σχόλια είναι κλειστά.