Και τους Έλληνες στο τέλος κερδίζει πάντα η… διχόνοια!

kolokotronis

Ειδικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρατηρούμε στη χώρα μας μια φθίνουσα πορεία αξιών, ηθών, παραδόσεων και όπως ήταν πολύ φυσικό και μια σταδιακή κατηφόρα της κλασικής μας Παιδείας, που όλα μαζί κορυφώνονται κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια. Έτσι, όχι μόνον η νεολαία μας έχει πλέον στην πλειοψηφία της αποκοπεί από τις ρίζες αιώνων, αλλά, το κυριότερο, οι νεότεροι δάσκαλοι όλων σχεδόν των βαθμίδων αδυνατούν να διδάξουν τους μαθητές τους όλα όσα οι παλαιότεροι συνάδελφοί τους μεταλαμπάδευαν από γενιά σε γενιά από τη γραπτή αλλά και άγραφη κληρονομιά της Ρωμιοσύνης, γιατί, απλούστατα, δεν τα έχουν διδαχθεί και οι ίδιοι.

Γράφει ο Γρηγόρης Καλοκαιρινός

Και αυτό είναι το τραγικό: «Η Ελλάδα φαίνεται ξεκάθαρα να μην έχει συνέχεια. Μια συνέχεια που τη διέσωσε ακόμα και σε καιρούς χαλεπούς, όπως ήσαν αυτοί της Τουρκοκρατίας». Την ευθύνη γι’ αυτή την εθνική συρρίκνωση, η οποία μαθηματικά οδηγεί με γοργούς δρασκελισμούς σε εθνική καταστροφή, την έχουν αποκλειστικά και μόνον οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες, εμφορούμενες, είτε από ιδεολογίες είτε από ιδεοληψίες είτε ακολουθώντας ξένα πρότυπα ή κέντρα. Απ’ όπου και να προέρχονται πάντως, το βραδυφλεγές αποτρόπαιο έγκλημα εις βάρος του Ελληνισμού το ζούμε καθημερινά. Οι περισσότεροι νεοέλληνες δεν γνωρίζουν ούτε καν την πρόσφατη Ιστορία τους. Τα σχολικά εγχειρίδια – γιατί βεβαίως δεν πρόκειται για βιβλία – είναι ελλιπή και παραπλανητικά. Τα μαθητικά συμβούλια και οι Σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων έχουν εκμηδενίσει τους διδασκάλους και τον Σύλλογο διδασκόντων, φοιτητές αλλά και γυμνασιόπαιδες κάνουν όποτε τους …γουστάρει καταλήψεις, φοιτητές «μπουκάρουν» όποια ώρα θέλουν στην πρυτανική αίθουσα και διαλύουν τη συνέλευση, ενώ άλλοι έφθασαν στο σημείο να …χτίσουν την πόρτα του πρυτανικού γραφείου αφήνοντας όμηρο μέσα τον πρύτανη. Αγγελική κοινωνία, από το σύνολο σχεδόν της οποίας αντιλαμβάνεται ο καθένας, γιατί πάει από το κακό στο χειρότερο η πατρίδα μας, αφού η Παιδεία είναι το μπουντέλι μιας κοινωνίας. Και ενώ επιχειρήθηκε τα τελευταία χρόνια να διορθωθεί κάπως η κατάσταση, έρχεται τώρα ο νέος αριστερόφρων υπουργός Παιδείας και με διάφορα τερτίπια επαναφέρει το παλαιό καθεστώς της ασυδοσίας και του ρέμπελου. Και υποτίθεται πως αυτός ο άνθρωπος είναι ακαδημαϊκός δάσκαλος, θιασώτης του Δυτικού Διαφωτισμού – παρότι Κωνσταντινουπολίτης και αριστερός. Ας μας πει λοιπόν, σε ποια χώρα του υπαρκτού σοσιαλισμού, ή της δύσεως συνέβαιναν ή συμβαίνουν αυτά που …ευαγγελίζεται και προσπαθεί να εφαρμόσει. Τον διαβεβαιούμε, ΠΟΥΘΕΝΑ ! Γι’ αυτό και οι νέοι που επιθυμούν πραγματικά να σπουδάσουν, όταν έχουν έστω και την παραμικρή δυνατότητα, φεύγουν στο εξωτερικό.

Εάν υπήρχε ακόμη και η ελαχίστη αγάπη για τον τόπο μας και τη μοναδική του Ιστορία, το υπουργείο α-Παιδείας θα φρόντιζε να πέρναγαν στην καθημερινή μάθηση έστω και ελάχιστα ψήγματα από τον θησαυρό της Ελληνικής Γραμματείας, αλλά και κείμενα που συμπυκνώνουν Ιστορία, παράδοση, ήθη, έθιμα, Ορθοδοξία και πολλά άλλα που προσπαθούν …κάποιοι να τα στερήσουν από τις επερχόμενες γενιές.

Κλείνοντας αυτόν τον σύντομο πρόλογο, ο οποίος όμως, μέσα σε λίγες γραμμές, περικλείει μόνον αλήθειες, θα παραθέσουμε αποσπάσματα από μία και μόνον ομιλία, που δεν εμπεριέχει αποκλειστικά θέματα τα οποία έχουν σχέση με την ελληνική Παιδεία, αλλά με γλαφυρότητα, σαφήνεια και και περισσή γνώση και εμπειρία ζωής, περιγράφει ολόκληρη μέσα σε λίγες αράδες την ιστορική πορεία του έθνους. Και από τη σύντομη ανάγνωσή της και μόνον, αναβλύζει πεντακάθαρα και η σημερινή ελληνική πραγματικότητα σε όλους τους τομείς: Πολιτική, παρακαταθήκες αιώνων, Παιδεία, εθνικές ανατάσεις και ανάλογες κατρακύλες, αδυναμίες των Ρωμιών, διχόνοιες και πολλά άλλα που τα ζούμε δυστυχώς και στις μέρες μας. Πρόκειται για τα όσα, μεταξύ άλλων, είπε προς τους νέους άλλα και τις χιλιάδες των πολιτών που συνέρρευσαν στην Πνύκα στις 8 Οκτωβρίου 1838 ο «Γέρος του Μοριά», ο Αρχιστράτηγος της Απελευθερώσεως από τον τουρκικό ζυγό. Από αυτό το κείμενο θα έπρεπε να ξεκινά κάθε σχολικό, έστω και εγχειρίδιο, ώστε να φωλιάζουν τα μηνύματά του στην ψυχή κάθε Ελληνόπουλου, από γενιά σε γενιά. Με τον Κολοκοτρώνη φάρο ζωής θα ήταν τελείως διαφορετική η τύχη αυτής της πατρίδος, κ. Γαβρόγλου…

 

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Είπε λοιπόν ο «ΓΕΡΟΣ» στους Αθηναίους της εποχής εκείνης:

«Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ’ απλούς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, διά να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον έναν έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ, έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξε!

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμωμε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε έναν αρχηγό και μίαν κεφαλή. Αλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πώς θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ’ επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

… Πρέπει [επομένως] να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι οποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και διά τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία και την φρόνιμον ελευθερία».

 

Συμπεράσματα: Είναι ή δεν είναι διαχρονικώς λοιπόν αληθινά, διδακτικά, προτρεπτικά και νουθετικά τα λόγια του « Γέρου»; Τα ίδια πράγματα και οι ίδιες καταστάσεις δεν εξελίσσονται καθημερινά μπροστά μας; Οι ίδιες διχόνοιες και οι ίδιες ασυνεννοησίες δεν μας κατατρώγουν τα σωθικά, γι’ αυτό και έχουμε γίνει υποχείρια του κάθε Σόιμπλε; Τι Τούρκος, τι Γερμανός… Εμείς τι κάνουμε για την πατρίδα μας;