Ειδησεογραφικό site

Ιωάννης Π. Χουντής: Η παραχώρηση «Μακεδονικής» γλώσσας αντίκειται στην επιστημονική αλήθεια

4.163

Στην συμφωνία, που ανακοινώθηκε και γραπτώς χθες γίνεται λόγος για την αναγνώριση -και άρα την παραχώρηση- της “μακεδονικής” (sic) γλώσσας εκ μέρους της Ελλάδας. Η απόφαση αυτή αντίκειται πλήρως και κατηγορηματικά στην επιστημονική αλήθεια και γνώση.

 

Πιο συγκεκριμένα: η γλώσσα των γειτόνων κατατάσσεται στις νοτιο-σλαβικές γλώσσες ενώ με αυστηρά γλωσσολογικά κριτήρια αποτελεί σύμφωνα με κάποιους μελετητές συγγενή γλώσσα προς την βουλγαρική είτε ακόμη και διάλεκτό της σύμφωνα με άλλους. Πάντως, συγκροτείται γλωσσικό συνεχές (language continuum) αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των δύο γλωσσών. Αργότερα, η γλώσσα διαμορφώθηκε για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Γιουκοσλαβίας του Τίτο από τον πρωθυπουργό Κολισέφσκι αποκτώντας την βουλγαρο-σερβική της υπόσταση για αυτό και μερικοί την ονομάζουν «κολισεφσκική» (sic) γλώσσα.

 

Ας σημειωθεί πως η παρατήρηση στην συμφωνία ότι η γλώσσα αυτή δεν συνδέεται με την αρχαία ελληνική μακεδονική διάλεκτο του Βασιλείου της Μακεδονίας δεν μειώνει το σφάλμα, αφού ακόμη και οι γείτονες δεν προσπάθησαν ποτέ -στα σοβαρά- να κατοχυρώσουν κάποια σύνδεση της γλώσσας τους με αυτήν των αρχαίων Μακεδόνων. Άρα η αναφερόμενη από την Κυβέρνηση υποσημείωση δεν προσθέτει τίποτε στην εθνική υπόθεση.

 

Ένα ακόμη αρκετά επικίνδυνο επιχείρημα που διακινείται από διαφόρους από την περασμένη βδομάδα είναι πως η ελληνική Κυβέρνηση το 1977 αναγνώρισε «μακεδονική» γλώσσα. Μάλιστα ορισμένοι ανέφεραν την επιστολή του Πρέσβεως Αδαμαντίου Βασιλάκη προς την Κυβέρνηση του Αντ.Σαμαρά το 2012.

Για να προσέξουμε το ακριβές κείμενο: Τότε (σ.σ. το 1977), υπό την πίεση της Γιουκοσλαβίας δεχτήκαμε ότι στην εν λόγω χώρα (σ.σ. την Γιουκοσλαβία) υπήρχαν δύο γλώσσες με κυριλλική γραφή. Η Σερβική και η Makedonski (σ.σ. Αμετάφραστα).

 

Δεν αποτελεί αποδεικτικό επιχείρημα παραχώρησης η επιστολή αυτή. Πρώτον διότι ότι αναγνωρίστηκε αφορά μία μη υπαρκτή πλέον χώρα, την Γιουκοσλαβία. Η γειτονική χώρα δεν υπήρχε ακόμη τότε. Επιπλέον γίνεται λόγος για μία διάλεκτο της τότε χώρας και όχι για την αναγνώριση κάποιας κρατικής γλώσσας με τρόπο επίσημο.

 

Με την συμφωνία προωθείται ο ψευδεπίγραφος «μακεδονικός» αλυτρωτισμός σε πολιτισμικό επίπεδο και πιο συγκεκριμένα εν σχέσει με την γλώσσα.

 

Τέλος, η αναφορά της συμφωνίας σε επιτροπή που θα ελέγξει τα βιβλία Ιστορίας της Ελλάδος είναι απαράδεκτη αφού ποτέ δεν εκδηλώθηκε στα εκπαιδευτικά μας κείμενα κάποιος αλυτρωτισμός εις βάρος των γειτόνων μας.

 

Ο κ.Ιωάννης Π. Χουντής είναι Κλασικός Φιλόλογος και Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων.

Τα σχόλια είναι κλειστά.