Υεμένη: Ένας βρόμικος πόλεμος για τα βλήματα του Καμμένου

Αντιμέτωπη με τον μεγαλύτερο λιμό των τελευταίων δεκαετιών βρίσκεται η Υεμένη, όπως προειδοποιεί ο ΟΗΕ. Πίσω από τις προειδοποιήσεις όμως κρύβεται ένας βρόμικος πόλεμος που διαρκεί τουλάχιστον δυόμισι χρόνια στην πιο φτωχή χώρα της Αραβικής Χερσονήσου, το «πεδίο βολής» των βλημάτων που θέλει να πουλήσει η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στη Σαουδική Αραβία…

Οι αποφάσεις του Συμβουλίου του ΟΗΕ μπορεί να υποχρέωσαν τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ να «σταματήσουν» προσωρινά τις πωλήσεις όπλων στο βασίλειο των Σαούντ, εκείνες όμως «υποχρέωσαν» Ελλάδα και Βουλγαρία να προχωρήσουν σε πωλήσεις κόντρα ακόμη και στις αποφάσεις-προτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Διεθνούς Αμνηστίας.

Η μακρόχρονη περιφερειακή κόντρα Σαουδικής Αραβίας – Ιράν για τη γεωπολιτική πρωτοκαθεδρία στη Μ. Ανατολή έχει πάρει άλλες διαστάσεις. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Υεμένη, όπου ουσιαστικά συγκρούονται σουνίτες και σιίτες, έχει αφήσει πίσω της περισσότερους από 10.000 νεκρούς και 40.000 τραυματίες. Πόλεμος τόσο άγριος που μόνο στο α’ εξάμηνο του 2017 πραγματοποιήθηκαν 5.676 αεροπορικοί βομβαρδισμοί, δηλαδή κατά μέσο όρο 946 βομβαρδισμοί τον μήνα ή 31,5 ημερησίως!

Σύμφωνα με επιτροπή εμπειρογνωμόνων των Ηνωμένων Εθνών, η Σαουδική Αραβία αυτά τα δυόμισι χρόνια διέπραξε «σοβαρές παραβιάσεις» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αμάχων. Αυτά περιλαμβάνουν τυφλές επιθέσεις σε αγορές, σε έναν καταυλισμό εκτοπισμένων πολιτών της Υεμένης, σε αποθήκες ανθρωπιστικής βοήθειας, όπως και εκ προθέσεως παρεμπόδιση της παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας. Επίσης, έχουν καταγραφεί 100 επιθέσεις σε νοσοκομεία. Τον Σεπτέμβριο του 2015 σαουδαραβικά αεροσκάφη σκότωσαν 135 πολίτες που γιόρταζαν έναν γάμο στην Υεμένη.

«Οι κυβερνήσεις θα όφειλαν να αναστείλουν όλες τις πωλήσεις όπλων στη Σαουδική Αραβία», τονίζουν στελέχη του ΟΗΕ.

ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ

Οι διεθνείς οργανισμοί για τα ανθρώπινα δικαιώματα κατηγόρησαν τη Σ. Αραβία ότι βομβαρδίζει περιοχές αδιακρίτως, από δημόσιους χώρους, πλατείες και αγορές μέχρι νοσοκομεία και συνοικίες, προκαλώντας απώλειες αθώων αμάχων. Παιδιά που επιβιώνουν από τους τυφλούς βομβαρδισμούς χάνουν τη ζωή τους από την επιδημία χολέρας που βρίσκεται εκτός ελέγχου. Περίπου ένα παιδί κάτω των 10 ετών μολύνεται κάθε λεπτό. Η έλλειψη τροφίμων και η δυσκολία πρόσβασης σε πόσιμο νερό μετατρέπουν σε κόλαση τη ζωή των υπολοίπων. Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, 19 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας. Οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονται στο χείλος του λιμού. Το νούμερο είναι αδιανόητο αν σκεφτεί κανείς ότι η Υεμένη έχει συνολικό πληθυσμό 27 εκατομμύρια άτομα. «Ο λιμός με τον οποίο είναι αντιμέτωπη η Υεμένη δεν μπορεί να συγκριθεί καν με αυτόν στο Νότιο Σουδάν ή στη Σομαλία», διαπιστώνει έκθεση του ΟΗΕ.

Αποκορύφωμά είναι ο τελευταίος αποκλεισμός που επέβαλε η Σαουδική Αραβία με το προσωρινό κλείσιμο των εναέριων, χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων της Υεμένης. Μπλόκαρε έτσι τον ανεφοδιασμό αεροπλάνων του ΟΗΕ που είναι έτοιμα να προσφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια και τρόφιμα. Αφορμή στάθηκε η εκτόξευση πυραύλου ο οποίος αναχαιτίστηκε από το Ριάντ….

Παρ’ όλη την αγριότητά του, ο πόλεμος αυτός δεν έχει γίνει πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες της «δημοκρατικής» Δύσης ή κεντρικό θέμα στα δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών. Τα σκελετωμένα παιδιά που γυρεύουν στα βομβαρδισμένα ερείπια τους γονείς ή κάτι να φάνε στα σκουπίδια δεν συνάδουν με τον γάμο του… πρίγκιπα Χάρι!

ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΚΑΙ ΦΤΩΧΕΙΑ

Η Υεμένη βρίσκεται στο νότιο τμήμα της Αραβικής Χερσονήσου. Συνορεύει με το Ομάν και τη Σαουδική Αραβία. Η γεωγραφική θέση της τής προσδίδει μεγάλη γεωπολιτική σημασία. Παρ’ ότι κάποτε υπήρξε μία από τις αρχαιότερες κοιτίδες πολιτισμού στη Μέση Ανατολή, σήμερα είναι η φτωχότερη χώρα του αραβικού κόσμου.

Με έναν πληθυσμό 23 εκατομμυρίων που κατά 70% ζει εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, σε περίπου 135.000 χωριά και οικισμούς, η Υεμένη αποτελεί το τελευταίο ίσως προπύργιο της πολιτικής και κοινωνικής επιρροής των φυλών στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, ενώ είναι μία από τις χώρες με τον υψηλότερο ρυθμό γεννητικότητας στην περιοχή, έχει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά υποσιτισμού στον κόσμο. Η ανεργία φτάνει στο 40% και περίπου 45% του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Παράλληλα, μόλις το 15% του πληθυσμού έχει σύνδεση με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας και μόνο το 15% του οδικού δικτύου είναι ασφαλτοστρωμένο.

Βασική πηγή πλούτου είναι το πετρέλαιο, που συντελεί στο 70% του ΑΕΠ. Δυστυχώς όμως, τα κοιτάσματα βαίνουν με γοργούς ρυθμούς προς εξάντληση, που θα επέλθει σε μια δεκαετία. Ήδη, από 450.000 βαρέλια την ημέρα το 2003, η παραγωγή έπεσε στα 180.000 το 2009. Η διατήρηση της επιδότησης της τιμής σε βασικά καταναλωτικά είδη, και κυρίως στα καύσιμα, σημαίνει πολύ μεγάλα ελλείμματα ενώ η περικοπή της επιδότησης κλιμακώνει τη φτώχεια και πυροδοτεί κοινωνικές εξεγέρσεις. Βεβαίως, η γεωγραφική θέση της Υεμένης (στην έξοδο της Ερυθράς Θάλασσας προς την Αραβική Θάλασσα, τον Ινδικό Ωκεανό και το Κέρας της Αφρικής) της προσδίδει εξαιρετική γεωπολιτική σημασία, η οποία οδήγησε στον έλεγχο του Άντεν και της νότιας Υεμένης από τη Βρετανική Αυτοκρατορία ώς το 1967.

Η βόρεια Υεμένη αποτέλεσε ήδη από τον 19ο αιώνα μοναρχία/ιμαμάτο, όπου βασίλευε ο Ιμάμης, θρησκευτικός αρχηγός των Ζαΐντι, ενός κλάδου του σιιτικού Ισλάμ. Το 1962 ένα νασερικό πραξικόπημα εκδίωξε τον Ιμάμη, προκαλώντας σύγκρουση μεταξύ Αιγύπτου και Σαουδικής Αραβίας. Ένα μεγάλο όμως μέρος των Ζαΐντι φυλών συνέχισε για δεκαετίες τη σύγκρουσή του με το νέο καθεστώς. Από την άλλη πλευρά, το στρατιωτικό καθεστώς της βόρειας Υεμένης αποτέλεσε και βάση υποστήριξης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του νότου εναντίον της βρετανικής αποικιοκρατίας. Ο αγώνας αυτός πήρε γρήγορα το ριζοσπαστικό χαρακτήρα των άλλων κινημάτων του Τρίτου Κόσμου και οδήγησε στην ίδρυση της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Υεμένης το 1967, με στενούς δεσμούς με τη Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Γερμανία. Το νέο κράτος ακολούθησε πολιτικές εναντίον των μεγάλων γαιοκτημόνων, ενώ υποστήριξε εκτεταμένα προγράμματα για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού και την οικοδόμηση κράτους πρόνοιας.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΜΕΤΩΠΑ

Η ένωση των δύο κρατών το 1990 δεν οδήγησε σε μια αρμονική συγχώνευση των κοινωνικών και πολιτικών τους δομών. Αντιθέτως, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, και ιδιαίτερα στη δεκαετία του 2000, τέσσερις διαφορετικές συγκρούσεις αλληλοσυνδέονταν μεταξύ τους. Η πρώτη ήταν η σύγκρουση των Ζαΐντι φυλών που βρίσκονται στον βορρά και τα σύνορα με τη Σαουδική Αραβία εναντίον της κεντρικής κυβέρνησης και του αυταρχικού καθεστώτος του Σάλεχ, που κυβέρνησε από το 1990 ώς το 2012, οπότε ανετράπη. Μάλιστα, η αντίσταση των φυλών αυτών απόκτησε πιο συνεκτική ριζοσπαστική ιδεολογία από το κίνημα των Χούθι, το οποίο βρισκόταν εγγύτερα στην ιρανική ισλαμική επανάσταση και σε οργανώσεις όπως η Χεζμπολά.

Η δεύτερη σύγκρουση ήταν μια σειρά από αποσχιστικές εξεγέρσεις στον νότο της χώρας. Η ανατροπή μάλιστα της αγροτικής μεταρρύθμισης της Λαοκρατικής Δημοκρατίας και η επαναφορά της μεγάλης γαιοκτησίας από τον Σάλεχ οδήγησε σε κλιμάκωση των ένοπλων αντιδράσεων στη δεκαετία του 2000, από συμμαχίες φυλών και πολιτικές ομάδες του νότου: ισλαμιστικές (Αδελφοί Μουσουλμάνοι) και κοσμικές/σοσιαλίζουσες (στο στράτευμα).

Η τρίτη σύγκρουση αφορά τη μεταφορά της αλ-Κάιντα από τη Σαουδική Αραβία (όπου δεχόταν αφόρητη πίεση) στη νότια Υεμένη. Η αλ-Κάιντα δεν θα αργήσει να θέσει υπό τον έλεγχό της περιοχές του νότου και να συγκρουστεί με άλλες ένοπλες ομάδες. Στο μεταξύ, το καθεστώς του Σάλεχ υπέκυπτε στην πίεση Αμερικανών και Σαουδαράβων για διάλυση των θυλάκων της αλ-Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο. Και βέβαια οι ίδιες οι ΗΠΑ, ιδιαίτερα επί Ομπάμα, διενεργούσαν πλήθος επιθέσεων εναντίον στελεχών και υποδομών της αλ-Κάιντα, με απολογισμό πάνω από 1.500 νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες – συχνά αμάχους.

Η Αραβική Άνοιξη υπήρξε καταλύτης για την αλληλοσύνδεση των τριών προηγούμενων συγκρούσεων. Μια νεολαία που είχε εμπνευστεί από τα παραδείγματα της Τυνησίας και κυρίως της Αιγύπτου οδηγήθηκε σε ειρηνική εξέγερση, την οποία υποστήριξε και μέρος του στρατού, ανατρέποντας τον Σάλεχ. Τη θέση του πήρε ο (επίσης στρατιωτικός) Μανσούρ Χάντι. Η νέα όμως κυβέρνηση δεν φαινόταν να εκπληρώνει τις προσδοκίες του κινήματος των Χούθι για νομή της εξουσίας, ούτε συνασπισμούς φυλών γύρω από τον ανατραπέντα Σάλεχ. Ως αποτέλεσμα δύο πρώην εχθροί, από τη μια ο σουνίτης Σάλεχ και το δίκτυο των φυλών που τον στήριζε, και από την άλλη το κίνημα των Χούθι, συμμάχησαν εναντίον του Χάντι και της συμμαχίας του με ισλαμιστές (ακόμη και τζιχαντιστές).

Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

Η τέταρτη σύγκρουση είναι μέρος του ευρύτερου περιφερειακού ανταγωνισμού μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας. Για τη Σαουδική Αραβία, ο έλεγχος της Υεμένης είναι κομβικός. Ο ιδρυτής του σαουδαραβικού βασιλείου Αμπντελαζίζ αλ Σαούντ είχε πει: «Το καλό ή το κακό για εμάς θα έρθει από την Υεμένη». Το Ριάντ αποδίδει την άνοδο των ριζοσπαστών, σιιτών Χούθι σε ιρανική παρέμβαση και βοήθεια. Αυτό οδήγησε σε άμεση στρατιωτική επιχείρηση της Σαουδικής Αραβίας (και των συμμάχων της στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου) εναντίον των Χούθι.

Δεν αποκλείεται να παρέχεται από ιρανικής πλευράς εξοπλισμός, και κυρίως εκπαίδευση, όμως σε καμία περίπτωση στο ύψος και την ποιότητα της βοήθειας που λαμβάνει η Χεζμπολά, οι σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ ή οι ασαντικές πολιτοφυλακές στη Συρία.

Οι Χούθι έχουν επισήμως αρνηθεί ότι δέχονται στρατιωτική βοήθεια από την Τεχεράνη. Για το Ριάντ όμως δεν υπάρχουν αμφιβολίες ότι οι αντάρτες, οι οποίοι ελέγχουν από το 2014 τη Σαναά και μεγάλο μέρος της βόρειας Υεμένης, παίρνουν όπλα από το Ιράν, καθώς και τη βοήθεια ειδικών που τους επέτρεψαν να επεκτείνουν το βεληνεκές των πυραύλων τους ώστε να καταφέρουν να πλήξουν στόχους και στη Σαουδική Αραβία.

Οι Χούθι ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι έχουν αναπτύξει πυραύλους ικανούς να φτάσουν έως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μια χώρα που επίσης συμμετέχει στον εναντίον τους αραβικό συνασπισμό.

Εν τω μεταξύ, σύμμαχος της Σαουδικής Αραβίας και του αραβικού συνασπισμού είναι και η Τουρκία. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει πολλάκις δηλώσει ότι στηρίζει τις πρωτοβουλίες της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη, κατηγορώντας το Ιράν ότι προσπαθεί να κυριαρχήσει στη Μέση Ανατολή. Η Άγκυρα θεωρεί ότι η εμφύλια σύρραξη της Υεμένης πυροδοτείται από το Ιράν.

Η μετατροπή και των εσωτερικών συγκρούσεων της Υεμένης σε περιφερειακή σύγκρουση αφήνει ουσιαστικά αλώβητες τις τζιχαντιστικές οργανώσεις και τους δίνει το περιθώριο ανάπτυξης. Παρά τα πλήγματα που έχει δεχθεί από τις αμερικανικές επιθέσεις, η αλ-Κάιντα έχει αυξήσει τον αριθμό των μαχητών της στην Αραβική Χερσόνησο από 1.500 σε 4.500. Ο πόλεμος έχει αφήσει κενά εξουσίας σε διάφορες περιοχές της χώρας, με αποτέλεσμα η αλ-Κάιντα να εισχωρήσει σε αυτά και να δημιουργήσει βάσεις. Εξάλλου, δεν είναι λίγοι οι κάτοικοι που αποκαρδιωμένοι και εξαθλιωμένοι προσχωρούν στον τζιχαντισμό ως διέξοδο…